Αναρτήσεις

Σάββατο 25 Μαΐου 2019

Τα τρία δέντρα







Κι όμως, η λέξη «δέντρο» ήταν το τσακμάκι που άναψε τη φλόγα μέσα μου. Δέντρο…δάσος…φύση…ελευθερία, τι όμορφα σκέφτηκα κρατώντας το έγγραφο του διορισμού μου.
Άρχισα αμέσως να καταστρώνω το σχέδιο του ταξιδιού στα τρία δέντρα. Είχα μπροστά μου ένα εικοσιτετράωρο για να φτάσω μέχρις εκεί και να αναλάβω καθήκοντα.
Ίντερνετ, google maps κ.τ.λ. δεν υπήρχαν ούτε κατά διάνοια. Ο μόνος τρόπος που δούλευε με κάποια αξιοπιστία ήταν ο γεωγραφικός χάρτης και το τηλέφωνο.

Ας αρχίσουμε λοιπόν με το χάρτη. Τα τρία δέντρα βρίσκονται πάνω στην οροσειρά των Αγράφων. Δεν είχα ιδέα μέχρι τότε τι εστί Άγραφα. Μεγαλωμένη όμως δίπλα στον Ταΰγετο, ήξερα από μεγάλα βουνά και μου φάνηκε πολύ οικείο το ενδεχόμενο ενός ταξιδιού εκεί. Άλλωστε η παρουσία μου ήταν υποχρεωτική αφού είχα προ πολλού χάσει το δικαίωμα της αίτησης εξαίρεσης.
Ανασκουμπώθηκα και άρχισα να οργανώνω το ταξίδι στα τρία δέντρα των Αγράφων.
Η συντομότερη οδός είναι η ευθεία ξέρουμε από το σχολείο αλλά στην προκειμένη περίπτωση ευθεία δεν υπήρχε. Μια μακριά τεθλασμένη γραμμή μου έδειχνε ο χάρτης που κάπου γινόταν και καμπύλη με ανηφόρες και στόχο τον… Θεό!

Μετά ήταν και ο συγχρονισμός των λεωφορείων που έπρεπε να λειτουργήσει. Αθήνα – Καρδίτσα- Τρίδεντρο. Πρόβλημα με τα λεωφορεία. Να βρω εκείνο που δεν θα με άφηνε μέσα στη μαύρη νύχτα μόνη μου στην ερημιά μέχρι την μετεπιβίβαση μου στο επόμενο. Άρχισα τα τηλέφωνα με τους σταθμούς των ΚΤΕΛ. Άπειρα τηλέφωνα. Δρομολόγια που δεν είχαν θέση για μένα. Δρομολόγια που ακυρώθηκαν. Δρομολόγια που ο υπάλληλος δεν ήταν σίγουρος ότι θα γίνουν γιατί δεν είχαν αρκετούς επιβάτες.
Τελικά αποφάσισα πως η πιο συμφέρουσα διαδρομή για να τηρήσω τις χρονικές προδιαγραφές μου ήταν να πάω μέχρι την Καρδίτσα με το τελευταίο λεωφορείο που εκεί θα έφτανε νωρίς το πρωί του Σαββάτου. Το μεσημέρι του Σαββάτου ξεκινούσε το μοναδικό λεωφορείο για το Τρίδενδρο. Ένα μοναδικό δρομολόγιο κάθε εβδομάδα. Αν το έχανα… Αν όμως δεν το έχανα θα έφτανα στο χωριό αργά το απόγευμα, θα παραλάμβανα το σάκο θα τακτοποιούσα το εκλογικό τμήμα και την Κυριακή το πρωί, Εκλογές.
Αυτό ήταν το τελικό πλάνο. Φαινόταν πως θα λειτουργούσε. Άφησα το μωρό που δεν είχε ακόμα σαραντίσει στον πατέρα του και ξεκίνησα.



ΚΤΕΛ, κλαρίνα και βαριά λαϊκά, περιφερόμενοι περίεργοι τύποι, έντονη μυρωδιά βενζίνης και καμένου πλαστικού. Φώτα νέον παντού. Στα Παλαιοφάρσαλα στον σιδηροδρομικό σταθμό ο οδηγός μας είπε να κατεβούμε. Το λεωφορείο δεν θα συνέχιζε για Καρδίτσα. Ρώτησα το λόγο αλλά πήρα μια συγκεχυμένη απάντηση για κάποια βλάβη ή κάποιο γεγονός που ακύρωνε το δρομολόγιο. 
«Και τώρα τι γίνεται;» σκέφτηκα. 
«Αυτό που απεύχεσαι γίνεται πάντα» απάντησε εκείνη η μισητή φωνούλα που πεταγόταν κάθε φορά που μια αναποδιά έκανε το στόχο μου πιο δύσκολο και πιο μακρινό.
Μέσα σε λίγα λεπτά ο σταθμός άδειασε. Οι υπόλοιποι επιβάτες ψύχραιμοι διασκορπίστηκαν. Φαίνονταν συνηθισμένοι σε τέτοια περιστατικά. Γύρω ερημιά. Απέμεινα σε έναν άδειο σταθμό μέσα στη νύχτα όπου το μόνο φιλικό μέρος ήταν το παγκάκι. Η ώρα τέσσερις το πρωί. Προχωρημένος Οκτώβρης. Ψύχρα. Με έπιασε μεγάλη ανησυχία μήπως δε φτάσω εγκαίρως στην Καρδίτσα και χάσω το μοναδικό λεωφορείο για τα τρία δέντρα. Κάθισα και περίμενα να ξημερώσει. Ψυχή πουθενά.! Μια γάτα, κάτι περαστικά σκυλιά και μια κουρούνα που έκραζε παραπονιάρικα έσπρωξαν το νου μου στο παιδί που άφησα πίσω μου και  στη ζωή που μου χαριζόταν τόσο φειδωλά. Περίμενα φοβισμένη (ναι το ομολογώ) ένιωθα σαν το παιδί που το είχαν εγκαταλείψει. Μάλωσα τον εαυτό μου  «Δεν είσαι παιδί. Έχεις παιδί.»



Ξημέρωσε επιτέλους. Άνοιξε ο σταθμός. Πήγα στον υπάλληλο που αγουροξυπνημένος με κοιτούσε σαν να ήμουν φάντασμα. Ποιος ξέρει τι σκέψεις περνούσαν απ’ το μυαλό του. Ρώτησα για το ματαιωμένο δρομολόγιο και πήρα την απάντηση πως γίνεται συχνά αυτό και για να μην το ξέρω δεν είμαι από τα μέρη τους. Μόνο με ταξί μπορούσα να πάω Καρδίτσα. Ναι αλλά ταξί δεν υπήρχε. «Περίμενε και θα’ρθει» μου απάντησε ξερά.

Περίμενα.
 Ήλιος, οξυγόνο, οι σκιές της νύχτας έγιναν όμορφα φωτεινά σχήματα. Αηδόνια ακούγονταν από μακριά, οι ήχοι της ζωής απλώνονταν γλυκείς και κατευναστικοί και με ηρεμούσαν.
Έφτασα στην Καρδίτσα γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι. Έξω από το σταθμό του ΚΤΕΛ είχε παζάρι. Μια χαρούμενη, πολύχρωμη φασαρία με μυρωδιές από ψημένο σουβλάκι και φρέσκα μήλα. Ο ουρανός πιο μπλε από ποτέ. Ο ήλιος γλυκός φθινοπωριάτικος. Ανάσανα την ευτυχία. Ήμουν στο στοιχείο μου. Πρώτο μέλημα να βγάλω εισιτήριο για τα τρία δέντρα.
«Στις τρεις το μεσημέρι φεύγει» μου είπε ο υπάλληλος και συμπλήρωσε. «Έχε το νου σου μη το χάσεις, δεν πάει άλλο»

Στις τρεις  και μισή ένα λεωφορείο τόσο παλιό που λες και έβγαινε από τις παιδικές μου μνήμες σαν μικρός εφιάλτης –εκείνα που είχαν τη μηχανή μέσα, δίπλα στον οδηγό- ξεκίνησε γεμάτο από χωρικούς και πράγματα αγορασμένα απ’ το παζάρι. Πουλερικά, κάθε λογής φρούτα και λαχανικά, τσάντες, κοφίνια όλα γεμάτα. Γεμάτες και οι θέσεις. Μια απέμενε άδεια. Μπροστά. Δίπλα στον οδηγό. Κάθισα και το παλιό λεωφορείο ξεκίνησε.



Μου άρεσε η θέση μου. Είχα όλα τα περίεργα βλέμματα πίσω μου ενώ η θέα απλωνόταν μπροστά μου ανεμπόδιστη. Το ταξίδι όμως, όπως αποδείχτηκε τελικά, ήταν μια ριψοκίνδυνη περιπέτεια. Το παλιό λεωφορείο πέρασε, τρίζοντας, ρηχούς χειμάρρους, και ισορρόπησε σε επικίνδυνους γκρεμούς. Είδα το χάρο με τα μάτια μου στις στροφές. Θαύμασα την ψυχραιμία του οδηγού που φαινόταν πως ήξερε τι κάνει. Κάποια στιγμή είπα μέσα μου πως δεν θα φτάσουμε τελικά. Πως όλο και κάτι θα συμβεί. Μια κατολίσθηση, ένα απρόσεκτο πλάγιασμα που θα μας έφερνε στο κενό ή στην καλύτερη περίπτωση κάποιο από τα λάστιχα θα έσκαγε πάνω στο χωματόδρομο με τις διάσπαρτες μυτερές πέτρες. 

Όσο όμως ανεβαίναμε στο όρος των Αγράφων τόσο ξεδιπλωνόταν το μεγαλείο της ορεινής φύσης μπρος στα μάτια μου. Κοίταζα και δεν χόρταινα τα καταπράσινα βαθιά φαράγγια, την αλληλουχία του πράσινου στα φυλλώματα των ελάτων, το απροσπέλαστο πράσινο τείχος των πλατανιών, τις μικρές αλεπούδες που διέσχιζαν το δρόμο με ταχύτητα, και εκείνο το κελάδημα των αηδονιών που συμφωνούσε με τον ήλιο όταν μου ψιθύρισε:
«Είσαι στον ουρανό τώρα. Μπορείς να τον αγγίξεις»



Μετά από δύο ώρες δύσκολου και άκρως επικίνδυνου ταξιδιού φτάσαμε στην προτελευταία στάση.
«Τροβάτο» διάβασα στην μισοσβησμένη επιγραφή του δρόμου.
«Στάση! Φώναξε ο οδηγός και σηκώθηκε όρθιος ανασηκώνοντας συγχρόνως και το παντελόνι του μ’ ένα επί τόπου πηδηματάκι. Μετά γύρισε προς το μέρος μου και με ρώτησε
«Εσύ πού πας;»
«Στο Τρίδενδρο»
«Είναι το επόμενο χωριό. Κατέβα να ξεμουδιάσεις.»

Στο μικρό πρόχειρο καφενείο καθίσαμε λίγοι. Οι περισσότεροι είχαν φτάσει στον προορισμό τους και πήγαν στα σπίτια τους. Εκεί βρισκόταν και ο πρόεδρος του χωριού. Με ρώτησε διάφορα του απάντησα και πιάσαμε την κουβέντα.
«Ο συνάδελφός σου έφτασε απ’ τα χτες. Την πάτησε όμως γιατί ήρθε με το δικό του. Έπαθε ζημιές στο δρόμο. Δε έμεινε εδώ. Γύρισε πίσω και θα ξανάρθει το  πρωί με ταξί» είπε.
Η σκέψη «Πώς θα γυρίσω πίσω αφού λεωφορείο θα περάσει ξανά σε μια εβδομάδα, με ανησύχησε πολύ. Να κάτι που δεν είχα προβλέψει. Ζήτησα από τον πρόεδρο να ενημερώσει τον συνάδελφο και να τον παρακαλέσει εκ μέρους μου να έρθει να με μαζέψει.»

Μετά από μία ώρα - οι ρυθμοί σε τόσο υψόμετρο είναι πιο αργοί και προχωρούν παράλληλα με την αραίωση της ατμόσφαιρας :) - ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να ξεκινήσουμε για το Τρίδενδρο. Μοναδικός επιβάτης:  η δικαστική αντιπρόσωπος. 
Μας πήρε μια ώρα να φτάσουμε λόγω του κακού οδοστρώματος. Ο οδηγός κουρασμένος όπως ήταν το πάταγε στο φουλ. Είπα πως θα ξεράσω. Λίγο ακόμα και θα το έκανα.



Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην πλατεία. Δηλαδή για την ακρίβεια, σε ένα πλάτωμα στη μέση του πουθενά, αυτό βασικά θυμάμαι. Είχε σουρουπώσει για τα καλά. Σύθαμπο. Ανθρώπινες φιγούρες έπεφταν πάνω στο φως των φαναριών του αυτοκινήτου σαν απρόσκλητα φαντάσματα. Χαμόγελα. Ήρθε το λεωφορείο! Ένα στοιχείο από τον έξω κόσμο.  
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ!
Γράμματα μοιράστηκαν εν ριπή οφθαλμού. Ασυνόδευτα δέματα δόθηκαν στους κατόχους και το λεωφορείο έφυγε σφαίρα όπως ήρθε αφήνοντάς με όρθια στο πλάτωμα να περιμένω κάτι ή κάποιον να μου πει πώς θα πάω στο εκλογικό κέντρο: το σχολείο.

Ένας μικρόσωμος, αδύνατος άντρας γύρω στα σαράντα βγήκε απ’ το σκοτάδι, με πλησίασε και με ρώτησε.
«Εσύ είσαι η δικαστίνα;»
«Δεν είμαι δικαστίνα, δικαστική αντιπρόσωπος είμαι. Εσείς ποιος είστε; Μπορείτε να ειδοποιήσετε τον πρόεδρο πως ήρθα;»
«Σε περιμέναμε από τα  χτες κυρ-δικαστίνα» επέμεινε στην λάθος προσφώνηση ο πρόεδρος. 
«Έλα να πάμε από το σπίτι, εγώ είμαι αυτός που ζητάς.»
«Όχι, θέλω πρώτα να πάω στο σχολείο.»
«Μες τη νύχτα; Πας αύριο το πρωί.»
«Θα προτιμούσα να πάω τώρα. Πρέπει να ετοιμάσω το χώρο και να ανοίξω το σάκο. Ήρθε ο σάκος;»
«Ναι είναι μια βδομάδα εδώ. Τον εφέρανε οι φαντάροι.»

Άναψε ένα φακό γιατί είχε νυχτώσει πια και ηλεκτρικό δεν έπαιζε εκεί πάνω και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι. Εκείνος μπροστά κι εγώ πίσω του. Πίσω από μένα ακολουθούσε ένας μεγάλος σκύλος.
«Μην τον φοβάσαι κυρ-δικαστίνα, δικός μου είναι. Ίσα ρεεε…» και με μια απειλητική κίνηση του χεριού του έδιωξε το σκύλο από πίσω μου.

Φτάσαμε στο σχολείο. Σκοτάδι πια. Μέσα φως από λάμπα πετρελαίου. Χτύπησε δυνατά. Ένας νεαρός φαντάρος ήρθε και μας άνοιξε. Έγιναν οι συστάσεις.
«Εγώ πάω μέχρι το καφενείο και σε δυο ώρες θα’ ρθω να σε πάρω κυρ-δικαστίνα. Θα σου φτάσουνε δυο ώρες;»



Έφυγε. Έμεινα μόνη με τους φαντάρους που με κοίταζαν αμήχανοι.
«Πώς ήρθατε εσείς εδώ πάνω; Άντρα έπρεπε να στείλουν.» σχολίασε ο πιο θαρρετός.
Ήταν και οι δυο μικρά παιδιά, όχι πάνω από δεκαεννιά χρονών ο καθένας τους. Τσακίστηκαν κυριολεκτικά να με βοηθήσουν. Βάλαμε τα θρανία σε ένα γύρο. Ανοίξαμε το σάκο. Έγινε ο απαραίτητος έλεγχος και όλα τα σχετικά κι όταν τελειώσαμε μου προσέφεραν νερό και σταφίδες.
«Πόσο καιρό είστε εδώ;» ρώτησα
«Κλείνουμε βδομάδα» μου απάντησε ο πιο θαρρετός και μου εξήγησε στη συνέχεια πως δε γινόταν αλλιώς λόγω της δύσκολης πρόσβασης και των πολλών χωριών που έπρεπε να καλυφθούν με στρατιωτική φύλαξη.
Τους ρώτησα αν τους φέρνουν φαγητό και μου απάντησαν όχι.
«Δηλαδή είστε εδώ μια βδομάδα με νερό και ξηρά τροφή;»
«Μάλιστα.»
«Που κοιμάστε;»
«Στο πάτωμα με τους υπνόσακους. Έχουμε και για σας αν θέλετε να κοιμηθείτε εδώ.»

Αποφάσισα να μείνω μαζί τους. Έκανα μια σύντομη περιήγηση στο χώρο. Το κτίριο του σχολείου ήταν πέτρινο και καλαίσθητο. Μέχρι και τουαλέτες είχε. Το προαύλιο σύρριζα στο γκρεμό. Ένα συρματόπλεγμα εμπόδιζε πρόχειρα τις πιθανές πτώσεις. Η ξυλόσομπα έκαιγε για τα καλά. Από ξύλα άλλο τίποτα εκεί πάνω. Καθίσαμε με τα παιδιά στα θρανία και ξεκινήσαμε την κουβέντα τρώγοντας σταφίδες. Άρχισα να χαλαρώνω και να μου βγαίνει η κούραση. Πάνω στην ώρα κατέφθασε ο πρόεδρος.
«Άντε, πάμε κατά το σπίτι.» είπε. Του εξήγησα την πρόθεσή μου να μείνω στο σχολείο και έφριξε.
"Δε γίνονται αυτά κυρ δικαστίνα. Δε γίνονται!"
 Ούτε λίγο ούτε πολύ θα προκαλούσε μέγα σκάνδαλο η σύντομη συγκατοίκησή μου με τους φαντάρους. Με έσυρε κυριολεκτικά στο σπίτι του. Υποχώρησα για να μην έχουμε διπλωματικό επεισόδιο. Άντε πάλι το ανηφορικό αυτή τη φορά μονοπάτι, άντε τα σκοτεινά σοκάκια με εκείνον μπροστά και εγώ να ακολουθώ. Από τη μεγάλη κούραση που ένιωθα δεν έβλεπα μπροστά μου. Με οδηγούσε το ένστικτο :)



Στο σπίτι του προέδρου με περίμενε μια συγκρατημένα αμήχανη νεαρή γυναίκα με έξι έως επτά παιδιά, ίσως και παραπάνω. Δε θυμάμαι πια. Πάνω σ’ ένα τραπέζι από φορμάικα υπήρχε ένα πιάτο με κομμάτια πίτας. Γύρω πολλή φτώχεια. Μια συσκευή τηλεόρασης καλυμμένη με το κεντημένο πετσετάκι της και ένα μικρό ψυγείο ήταν τα μόνα σημάδια πολιτισμού.
«Έχετε σήμα;» σχολίασα περισσότερο για να σπάσει η αμηχανία.
«Δεν έχουμε σήμα ούτε ρεύμα. Τα πήραμε όμως γιατί η Ντόρα (Μπακογιάννη) μας είπε ότι θα έρθει.»
Αναμένοντας τον πολιτισμό μαζί με την οικογένεια του προέδρου, μετρούσα μέσα μου νοερά τις ώρες που με χώριζαν απ΄ το ξημέρωμα. Ένιωθα άσχημα που γινόμουν βάρος. Ήθελα να τελειώσει όλο αυτό μια ώρα αρχύτερα.

Μου προσέφεραν μια θέση στο τραπέζι και περίμεναν να φάω πρώτη. Κανείς δεν άγγιζε το πιάτο. Εγώ, να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Πήρα ένα κομμάτι και σταμάτησα με την πρόφαση πως ήμουν πολύ κουρασμένη και δεν πεινούσα. Αυτό ήταν το σύνθημα για τα παιδιά που έπεσαν κυριολεκτικά στην πίτα και άδειασαν το πιάτο σε λίγα λεπτά. Μετά με οδήγησαν στην κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού. Το μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού. Αρνήθηκα να τους βγάλω από το κρεβάτι τους αλλά αντιμετώπισα τη σθεναρή επιμονή του προέδρου. Ρώτησα μόνο 
«Εσείς που θα κοιμηθείτε;» για να πάρω την απάντηση που φοβόμουν. 
«Στρωματσάδα με τα παιδιά»

Άλλαξα μέσα μου, ίσως και έξω μου χίλια χρώματα. Σε δυσκολότερη θέση δεν νομίζω να έχω έρθει στη ζωή μου. Προσπαθούσα να μην κοιτάζω γύρω μου αλλά να στοχεύω πάνω στα πρόσωπα των παιδιών, που σιγά-σιγά, παίρνοντας θάρρος, μου έφερναν τα τετράδιά τους να μου δείξουν τα γράμματα, τους βαθμούς τους, τα μικρά τους κατορθώματα. Ένα τετράδιο για δύο ή και τρία παιδιά. Όσο μιλούσα με τους μικρούς –το μικρότερο ήταν δεν ήταν τριών ετών και το μεγαλύτερο δέκα πέντε -  ένιωθα το βλέμμα του μεγάλου γιου καρφωμένο πάνω μου. Όσες φορές γύρισα να τον κοιτάξω εκείνος κατέβαζε το δικό του και γινόταν κατακόκκινος. Προσπάθησα να του πιάσω κουβέντα. Λίγα λόγια, κατεβασμένα μάτια. Πού και που αγρίευε τα μικρότερα που έπαιρναν θάρρος και με απασχολούσαν παραπάνω. Ήταν φανερό. Ντρεπόταν.
Το βλέμμα του με ακολουθεί μέχρι σήμερα. Το παραπονεμένο και συνάμα οργισμένο βλέμμα του εφήβου που ξέρει τι θα έπρεπε να έχει και δεν το έχει και είναι τόσο δύσκολο να το αποχτήσει.



Στην κρεβατοκάμαρα τα πράγματα δυσκόλεψαν περισσότερο. Η γυναίκα του προέδρου είχε στρώσει το κρεβάτι με τα προικιά της. Δαντελένια μαξιλαροθήκη και όμοια σεντόνια. Μου άφησε ένα ρολόι και μια λάμπα πετρελαίου και με καληνύχτισε.  Απόλυτο σκοτάδι. Ξάπλωσα με τα ρούχα και περίμενα να ξημερώσει. Πρέπει να με πήρε κάποια στιγμή ο ύπνος γιατί ξύπνησα από τον μονότονο ήχο της σταγόνας που πέφτει πάνω σε χαρτί. Άναψα ένα σπίρτο και κοίταξα γύρω μου. Σε μεγάλες πρόκες πάνω στον τοίχο, κρέμονταν γδαρμένοι λαγοί και διάφορα πουλιά που στάλαζαν το αίμα τους πάνω σε εφημερίδες.

Νωρίς το επόμενο πρωί πήραμε πάλι με τον πρόεδρο το μονοπάτι που οδηγούσε στο σχολείο. Ο σκύλος ήρεμος δίπλα μου. Κοίταζα γύρω για πρώτη φορά με το φως της μέρας. Ησυχία. Πού και που έβλεπα να βγαίνει καπνός από τις καμινάδες κάποιων σπιτιών. Το μάτι έπιασε δυο-τρεις φορές ανθρώπους που είχαν βγει για την πρωινή τους ανάγκη στη φύση. Το χωριό κοιμόταν ακόμη αλλά η μέρα ξεκινούσε δοξαστικά με έναν πορφυρό μανδύα απλωμένο νωχελικά πάνω στις βουνοκορφές των Αγράφων. Το σήμαντρο μιας εκκλησίας σήμανε έξι και μισή.

Η επιμονή μου να είμαι στην ώρα μου στο σχολείο αποδείχτηκε σοφή. Σε αντίθεση με εκείνη του προέδρου που με προέτρεπε να μη βιάζομαι 
«Δε χάθηκε ο κόσμος κυρ-δικαστίνα αν το ανοίξεις αργότερα»
Φτάνοντας είχε ήδη σχηματιστεί μια ουρά από χωρικούς που περίμεναν την ώρα να ανοίξει η κάλπη, να ψηφίσουν και να προχωρήσουν τις δουλειές τους.
 Η μέρα κύλισε ήρεμα. Κάποια στιγμή βγήκα στην είσοδο του σχολείου όπου βρισκόταν ο φαντάρος με πλήρη περιβολή και επίσημο ύφος, του χαμογέλασα και του έδωσα το γουόκμαν και τις ψείρες μου.
«Άκουσε λίγη μουσική να περάσει η ώρα και χαλάρωσε το κορμί σου» του είπα και εκείνος ξεπερνώντας τον αρχικό του δισταγμό ανταποκρίθηκε στην πρότασή μου. 
Έτσι, είχα τη μοναδική ίσως - για τα ελληνικά δεδομένα - ανατρεπτική εικόνα  του φύλακα - φαντάρου της κάλπης να ακούει μουσική με ψείρες στ’ αυτιά και μ' ένα φαρδύ χαμόγελο στα χείλη. Τον κοίταξα και σκέφτηκα πως έτσι θα έπρεπε να είναι οι άνθρωποι όταν φτάνει η ώρα ν' αποφασίσουν για τη ζωή τους. 



Δυο ώρες πριν κλείσει η κάλπη μια ομάδα στρατιωτικών έφτασε στο σχολείο. Ο επικεφαλής λοχαγός με ενημέρωσε πως έρχεται μεγάλη κακοκαιρία με πολλά χιόνια και θα αποκλειστεί η περιοχή για μέρες και μου ζήτησε την άδεια να πάρει τους φαντάρους.
«Αν μείνουν θα περάσει βδομάδα ίσως και περισσότερο μέχρι να ανοίξουν οι δρόμοι και να έρθουμε να τους πάρουμε»
Συναίνεσα βέβαια στο εύλογο αίτημα του λοχαγού και είδα τους φαντάρους να φεύγουν με μεγάλη χαρά κουνώντας σε χαιρετισμό ζωηρά το χέρι.
Μέσα όμως με περίμενε η λαίλαπα. 
Ο «ισχυρός» άντρας του χωριού, ένας ογδοντάχρονος παππούς, κραδαίνοντας τη μαγκούρα του προχώρησε με θυμό κατά πάνω μου.
«Πώς άφησες την κάλπη αφύλαχτη!» μου φώναξε.
«Τι φοβάστε; Τα κοράκια, τους λαγούς ή τις αλεπούδες;» 
Τον άφησα να με απειλεί με ενστάσεις και βγήκα στο προαύλιο. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να μαζεύονται απειλητικά και η ανησυχία μου για τη δική μου τύχη μεγάλωνε. Πώς θα έφευγα απ’ το χωριό; Μοναδική μου ελπίδα, ο συνάδελφος στο γειτονικό εκλογικό τμήμα αλλά πώς ήμουν σίγουρη πως του το είπαν;

Ζήτησα από τον πρόεδρο να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με το Καρπενήσι για να κανονιστεί από εκεί η επιστροφή μου. Με διαβεβαίωσε πως θα το κάνει αλλά δεν το έκανε.. Λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ τελείωσε η  καταμέτρηση των ψήφων που έγινε με μοναδικό φως τη λάμπα πετρελαίου. Έκλεισα το σάκο και πήρα πάλι το ανηφορικό μονοπάτι μαζί με τον πρόεδρο αλλά χωρίς το σκύλο.
«Πήρες τηλέφωνο στο Καρπενήσι πρόεδρε;» τον ρώτησα ελπίζοντας σε μια θετική απάντηση.
«Δεν πιάνει η γραμμή.»
«Γιατί;»
«Δεν ξέρω. Το παθαίνει συχνά.»
«Και τώρα τι θα γίνει;»
«Μην ανησυχείς κυρ-δικαστίνα. Έλα απ’ το σπίτι ωραία θα περάσουμε»
«Πρόεδρε έχω να παραδώσω σάκο μέχρι αύριο το μεσημέρι»
«Ε, καλά, δε θα σου κόψουνε και το κεφάλι»
«Πρόεδρε έχω κι ένα μικρό παιδί.»
«Ε ..τότε πάμε από το καφενείο να προσπαθήσω να πάρω πάλι.»
Αναθάρρησα. Τι στο καλό; Θα έπιανε κάποια στιγμή γραμμή. Το πήρα όμως πίσω όταν είδα την προπολεμική συσκευή με τη μανιβέλα στο πλάι.
Οκ, είπα μέσα μου ψυχραιμία κάτι θα γίνει δεν μπορεί.
Περασμένα μεσάνυχτα κάποιος μπήκε στο καφενείο και άκουσα να λέει σ’ αυτούς που κάθονταν στο διπλανό τραπέζι πως ένας άντρας ρωτούσε στην πλατεία για μια γυναίκα αντιπρόσωπο. Πετάχτηκα σαν ελατήριο και όρμησα έξω σέρνοντας το σάκο πίσω μου. Ο πρόεδρος που είχε πιει στο μεταξύ τα ποτηράκια του, χαλαρός και κόκκινος με προέτρεπε -τι άλλο; - να χαλαρώσω!
Φτάνοντας στο πλάτωμα – πλατεία, είδα πράγματι έναν απελπισμένο άντρα μέσα στο σκοτάδι να προσπαθεί να συνεννοηθεί με έναν χωρικό χωρίς αποτέλεσμα. Στη συνέχεια τον είδα να μπαίνει στο ταξί, που περίμενε με ανοιχτή τη μηχανή.
Έβαλα μια δυνατή φωνή. Με άκουσε και βγήκε από το αυτοκίνητο. Πήρε το σάκο μου και τον έβαλε στο πορτμπαγκάζ μαζί με τον δικό του. Μόνον όταν μπήκαμε στο ταξί γύρισε, με κοίταξε και μου συστήθηκε.
«Είχα απελπιστεί. Δεν πίστευα πως θα καταφέρω να φύγω.» του είπα αφού τον ευχαρίστησα χίλιες φορές.
«Το ξέρω..» μου απάντησε. «...όταν μου είπαν πως μια κοπέλα βρίσκεται στο διπλανό εκλογικό τμήμα, κατάλαβα. Δεν θα σε άφηνα εδώ. Μη φοβάσαι.»

Φτάσαμε στην Καρδίτσα ξημερώματα. Ο καιρός εκεί ήταν ακόμα καλός. Δώσαμε τους σάκους στη νομαρχία και φύγαμε αμέσως για Αθήνα.
Πριν μπω στο αυτοκίνητο, γύρισα και κοίταξα τις ψηλές κορυφές των Αγράφων.
Έφερα στο νου μου τα καταπράσινα βαθιά φαράγγια, την αλληλουχία του πράσινου στα φυλλώματα των ελάτων, το απροσπέλαστο πράσινο τείχος των πλατανιών, τις μικρές αλεπούδες που διέσχιζαν το δρόμο με ταχύτητα, και εκείνο το κελάδημα των αηδονιών που συμφωνούσε με τον ήλιο όταν μου ψιθύρισε:
«Είσαι στον ουρανό τώρα. Μπορείς να τον αγγίξεις...»

Κυριακή 19 Μαΐου 2019

Το νου σας ρεμάλια...



                                         
                                              Tραγούδι και βίντεο...ΥΠΕΡΟΧΑ!!!


Οι καιροί δε σηκώνουν αστεία.
Σε λίγες μέρες θα πάμε να ασκήσουμε το εκλογικό μας δικαίωμα. 
Να μη γίνουν πάλι ατασθαλίες. 
Να σκεφτούμε πρώτα τον τόπο και μετά το στενό προσωπικό μας συμφέρον.
Πριν ξεκινήσετε για το εκλογικό σας κέντρο, πιείτε μια τσικουδιά, ένα τσίπουρο, ρίξτε και ένα πεντοζάλι, ή ένα τσάμικο ή ένα σέρα πολεμικό, ξέρετε,  τον πολεμικό πυρρίχιο των αρχαίων Ελλήνων για να ανάψουν τα αίματα.

 Μετά τη μεγάλη προδοσία του 2015 είμαστε πιο θυμωμένοι, πιο αποφασισμένοι, πιο έτοιμοι για άλματα.
Έτσι δεν είναι;
ΕΤΣΙ  ΔΕΝ  ΕΙΝΑΙΙΙΙΙΙ;  


Σ.Σ 
"Το νου σας ρεμάλια..."   (λίγο κλεμμένο από τη Μάνια που, με τη σειρά της, δανείστηκε λίγο την ατάκα του Κωνσταντάρα :)


Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

Παλίρροια



Πηγή  Tom van Hoogstraten



Το κυματάκι έσκαγε στα πόδια του.
Xωμένα μέχρι τον αστράγαλο στο ψιλό βότσαλο της ακτής και ακίνητα όπως τα κρατούσε με τις ώρες, άφηνε τις διάφανες γαριδούλες να κάνουν πάρτι πάνω τους. Τα μικρά τους τσιμπήματα δεν έφταναν για να τον αποσπάσουν από τους λογισμούς του.
Ήταν χαμένος στον κόσμο του. Κρατούσε το βλέμμα του σταθερά στο βάθος εκεί όπου ο ουρανός και η θάλασσα γίνονται ένα και μιλούσε ακατάπαυστα. Ασυνάρτητα λόγια για μας απόλυτα συγκροτημένες σκέψεις για εκείνον. Όσο μονολογούσε δυνατά, τα χέρια του έφερναν γύρους στον αέρα σα θαλασσοπούλια. Που και που το ένα ξεχνιόνταν πάνω στο κεφάλι του ενώ το άλλο χτυπούσε με δύναμη το μηρό του. Μια εικόνα απόγνωσης για ένα άγνωστο κακό που ερχόταν. Ερχόταν;
Όχι, δεν ερχόταν τίποτα. Ο γεράκος ήταν ασφαλής εκεί, καθισμένος πάνω στην παλιά πολυθρόνα, το “θρόνο” του, που είχε μαζέψει μάλλον απ’ τα σκουπίδια. Διακρίνονταν ακόμα στα ποδάρια της οι βαθιές  ξεθωριασμένες χαρακιές κάποιων διακοσμητικών σχημάτων, που σκλάβωσε το σκαρπέλο του ξυλουργού. Απ’ αυτόν τον ιδιαίτερο θρόνο του επιτηρούσε ο γεράκος κάθε πρωί τα πλοία της φαντασίας του που έφευγαν χωρίς αυτόν.

Πλησίασα και κάθισα - όσο αθόρυβα γινόταν- πάνω στα βρεγμένα βότσαλα, δίπλα του. Με αγνόησε. Προσπάθησα να καταλάβω τι έλεγε αλλά τα λόγια του δεν είχαν ειρμό.
«Εεεε…φύγε από ‘κει! Άστονε ήσυχο!»
Γύρισα να δω ποιος μου φωνάζει. Μια ηλικιωμένη στα κατάμαυρα φορτωμένη ένα βαρύ τενεκέ  στην πλάτη, φανερά καταβεβλημένη,  στεκόταν όρθια στο χωματόδρομο με την παλάμη της σκίαστρο στα μάτια. Σηκώθηκα και πήγα κοντά της. Με περίμενε.
«Γιατί να τον αφήσω;» ρώτησα χαμογελώντας.
«Δε νογάει μάνα μ'.  Είναι βλαμμένος ο έρμος.»
«Τι έχει δηλαδή;»
«Τι να’χει ο καψερός; Τον έφαε τ’ ορυχείο. Σε δαύτονε χάρισε μέρες ο Θεούλης. Αλίμονο στον Πέτρο μου που σχωρέθηκε... Εσύ τίνος είσαι;»


 Έτσι απότομα άλλαξε θέμα και ύφος αλλά μετά ξεχάστηκε,  ίσιωσε τον τενεκέ που είχε γείρει στο πλάι,  προχώρησε δυο βήματα μπροστά και πάλι κοντοστάθηκε σα να θυμήθηκε κάτι. Έριξε δυο ματιές, μια στο «θρόνο» με το γέρο και μια σε μένα.
«Άστονε... Δεν έχει ανάγκη... Ετούτο ήθελε πάντα. Να χαζεύει.»

Αυτή ήταν η μοναδική φορά που είδα τον γέροντα στην παραλία. Το επόμενο πρωί, περνώντας από κει, βρήκα το «θρόνο» του άδειο. Ψαράδες είχαν μαζέψει το κορμί του απ’ τα βαθιά. Το βρήκαν να πλέει με το πρόσωπο βυθισμένο. 
«Ευτυχώς που ‘χε παλίρροια. Αν τον έπαιρνε το ρεύμα ένας θεός ξέρει που θα βρισκόταν το κουφάρι του» σχολίασε κάποιος απ’ τους συγκεντρωμένους. Αυτοκτονία ή ατύχημα; Το δίλημμα ξεπεράστηκε με ευκολία. Δεν είχε σημασία πια.
Το θρόνο δεν τον πείραξε κανείς. Τον άφησαν εκεί, στο αντιμάμαλο, να αγναντεύει άδειος τη θάλασσα.

Το καλοκαίρι τελείωνε, μαζί και οι μέρες της ξενοιασιάς μου. Ετοιμάστηκα να επιστρέψω στη βάση μου, στις δουλειές μου.
Πριν φύγω, ένιωσα την ανάγκη να περάσω πάλι από κει. 

Ήταν προχωρημένο απόγευμα κι ο ήλιος έφτιαχνε πορφυρό δρόμο πάνω στο νερό που ησύχαζε μπροστά μου.
Προς μεγάλη μου έκπληξη ο "θρόνος" δεν ήταν άδειος.
Ένα ζευγαράκι καθόταν και χάζευε αγκαλιασμένο το ηλιοβασίλεμα. Το κορίτσι - στα γόνατα του αγοριού -με γερμένο το κεφάλι στον ώμο του. Τα μαλλιά της, νοτισμένα απ' την υγρή αλμύρα απλώνονταν σαν πλοκάμια στην πλάτη του. Ένα τρανζίστορ αφημένο πάνω στο χαλίκι έπαιζε μια ερωτική μπαλάντα. Χαμογέλασα, έκανα μεταβολή και έφυγα.
 Να που ο "θρόνος" χρησίμευε ακόμα στα όνειρα!


Τζερμιάς-4-1024x517 



Το παιχνίδι έχει ως εξής: σου δίνω μια φωτογραφία και μια λέξη κι εσύ γράφεις μια ιστορία.


Την υπέροχη φωτογραφία του  Tom van Hoogstraten παρέδωσε σε μένα η Μαρίνα από το e- periodiko mas με τη λέξη ΘΡΟΝΟΣ και όλα αυτά τα όμορφα γίνονται χάρις στην Μαίρη μας που διοργανώνει τη Φωτογραφική Σκυτάλη ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ (εδώ μπορείτε να βρείτε και τις υπόλοιπες συμμετοχές)


Σ'ευχαριστώ για την ευκαιρία Μαίρη.  
Σ' ευχαριστώ Μαρίνα για την υπέροχη φωτογραφία και τη λέξη που μου διάλεξες. 


Με τη σειρά μου παραδίδω τη σκυτάλη στην Christina Andromeda  με τη λέξη ΑΙΣΘΗΣΗ και την παρακάτω φωτογραφία που ελπίζω να της αρέσει.  
Καλή έμπνευση Χριστίνα :)




Serge Marshennikov, 1971






Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Μια μαργαρίτα στο σπίτι μου


Μια μαργαρίτα στο σπίτι μου

Η θλίψη είναι αυτό με τα φτερά.

"Η θλίψη είναι σαν παχιά γλυκιά κρέμα" είπε ο άγγελος κοιτάζοντας την Άλλη κατάματα. Μετά, άπλωσε τις φτερούγες του νωχελικά πάνω στο κλαδί της κερασιάς που έγερνε γεμάτο ανθούς και συνέχισε:
"Όσο τρως, τόσο θα θέλεις κι άλλο. Όσο βουλιάζεις μέσα της, τόσο θα νιώθεις ασφαλής. 
Σιγά-σιγά θα σου γίνει συνήθεια και μετά εμμονή. Δε θα μπορείς χωρίς τη γλυκιά κρέμα. 
Όλα θα τα ντύνεις με θλίψη. Όλα θα τα διυλίζεις μέσ' απ' τη θλίψη σου.
Θα σε κατακλύσει. Θα σε καθορίσει και στο τέλος θα σε καθηλώσει μέσα στην γλυκιά της σκλαβιά.
Θα τη συνηθίσεις τόσο που τίποτα άλλο δε θα σου αρέσει.
Όταν καταλάβεις την παγίδα της, θα είναι πια αργά. Θα σ' έχει νεκρώσει και θα 'χει βαλσαμώσει την ψυχή σου. 
Αποφάσισε λοιπόν. Τι θα κάνεις;" 

H Άλλη, όσο τον άκουγε να της μιλάει, κοίταζε σιωπηλή τα ζούδια πάνω στα χαμόχορτα σπρώχνοντας αμήχανα με το παπούτσι της τα πεσμένα άνθη.  Για λίγο. Mετά, ξαφνικά, χαμογέλασε και είπε: 
" Φίλησέ με..." 
Δεν την άκουσε. Πετούσε ήδη ψηλά χτυπώντας ρυθμικά τα φτερά του. Τον κοίταζε -όσο αυτός απομακρυνόταν - μ' εκείνο το χαμόγελο σφραγισμένο στα χείλη της. 
Ένα ντελικάτο πούπουλο,  σπρωγμενο από το αεράκι, ήρθε και βολεύτηκε κομψά στην ποδιά της. Στο βάθος του δρόμου, ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε. 
Ήταν η άνοιξη που ορμητικά ερχόταν κατά πάνω της.

σ.σ  Ο τίτλος είναι παράφραση του στίχου της Έμιλι Ντίκινσον "Η ελπίδα είναι αυτό με τα φτερά." από το ποίημά της "Ελπίδα" 



" Η "Ελπίδα" είναι αυτό με τα φτερά
που μέσα στην ψυχή κουρνιάζει
και μελωδία δίχως λέξεις τραγουδά,
και που ποτέ - στιγμή - δεν ησυχάζει

Γλυκά στη Θύελλα ολόγλυκα ηχεί
ανάθεμα στην καταιγίδα που θα κάνει
να πάψει το πουλάκι που ζεστή 
κρατά κάθε καρδιά που 'χει αποκάμει

Στη γη του πάγου τ' άκουγα για ώρα
και σε νερά ανοίκεια μακρυσμένα
μ' ακόμα και στης Ένδειας τη χώρα,
ούτ' ένα ψίχουλο δε ζήτησε από μένα."

Έμιλυ Ντίκινσον, ποιήματα, Μετάφραση Μαρία Δαμολή, εκδόσεις "γιαλός"
Αθήνα 2011

Leonard Cohen - Steer Your Way (Audio)












Τετάρτη 24 Απριλίου 2019

Ένα διήγημα - ψαλμός

ΚΑΛΗ  ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Γιατί αξίζει να διαβάζει κανείς ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη τη Μ.Εβδομάδα;
Επειδή η ανάγνωση ενός τέτοιου κειμένου είναι σα να διαβάζεις έναν ψαλμό, ένα ιερό κείμενο και γεμίζει η ψυχή σου με γαλήνη και άπειρη ομορφιά και συγκίνηση για τους απλούς ανθρώπους μιας άλλης εποχής που σκέφτονταν πιο κοντά στη γη και στην ψυχή της.

Ο Αλιβάνιστος, είναι ο γέροντας που ζει πολλά χρόνια μόνος, σε μια καλύβα απόμερης παραλίας. Είναι ο ερημίτης του έρωτα, του πληγωμένου έρωτα που τον έσπρωξε να σιχαθεί τα ανθρώπινα και να αγκαλιάσει την ταπεινότητα και τη μοναξιά.
 Μιαν άνοιξη όμως,  Μ. Σάββατο, έγινε ένα μικρό θαύμα, από εκείνα τα θαύματα που μόνον ο Παπαδιαμάντης μπορεί να μας ιστορήσει...

― Εἶδες κεῖνον ἄθλωπο;
― Ποιόν;
― Κόλια;
― Τὸν Ἀλιβάνιστο; Ἔ, τί;
Ἡ Μολώτα ἔκυψεν, ἐταπείνωσε τὴν φωνὴν καὶ εἶπε:
― Σὰν ἤμουν ἐγὼ μικλὸ κολίτσι, αὐτὸς μ᾽ ἤθελε γυναῖκα. Πλὶν ἀλλωστήσω, κὶ πιαστῇ φωνή μου, μ᾽ ηὗλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενὸ σοκάκι, μ᾽ ἐ… (ἔκυψεν εἰς τὸ οὖς τῆς Ἀφέντρας, κ᾽ ἐψιθύρισε μὲ φωνὴν μόλις ἀκουομένην)· μ᾽ ἐφίλησε…
Ἡ Ἀφέντρα ἔπνιξε βαθύν, ἀργυρόηχον γέλωτα. Ἡ γραῖα ἐπανέλαβε:
― Πατέλας δὲν τὸν ἤθελε γαμπλό. Πῆλα ἄλλον. Χήλεψα. Αὐτός, εἶπαν, πῆλε καημό, πῆγε βουνά, ἀγλίεψε, δὲν πάτησ᾽ ἐκκλησιά… Ἐγὼ ἔχω τὸ κλῖμα (τὸ κρῖμα);
Ἡ Ἀφέντρα ἐνόησεν ἀμέσως τὴν ἁπλοϊκὴν εὐσυνειδησίαν τῆς γραίας.
―Ἔ, καλά, εἶπε, νὰ ποὺ τὸν ηὗρες τώρα, στὴν Ἀνάσταση. Ὥρα τοῦ Ἀσπασμοῦ, τῆς ἀγάπης εἶναι. Νὰ σχωρεθῇς, νὰ τὸ πῇς τοῦ παπᾶ καὶ θὰ σ᾽ ἀφήσῃ νὰ μεταλάβῃς.

Ας μη μείνουμε κι εμείς "αλιβάνιστοι". Υπάρχει μια θέση για όλους τους ερημίτες του Κόσμου μέσα στο ναό της Ανάστασης, όπου κι αν βρίσκεται αυτός.
Ένα κεράκι, ένα χαμολούλουδο, μια όμορφη σκέψη κι ένα φιλί είναι το Πάσχα της ελληνικής παράδοσης που φέρνει την ανάσταση στην ψυχή.
Η άνοιξη, η αναγεννημένη γη, η αγάπη των συνανθρώπων δεν αφήνουν περιθώρια να μένουν μόνες οι αγαθές ψυχές.

"...Ἡ Μολώτα ἠκολούθησε κατὰ γράμμα τὴν συμβουλὴν τῆς Ἀφέντρας. Εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἠσπάσθη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἀνάστασιν, εἶτα ἐζήτησε συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Κόλιαν. Ἀκολούθως, τὴν ὥραν τοῦ Κοινωνικοῦ, ἐπλησίασε μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας εἰς τὴν βορείαν πύλην τοῦ ἱεροῦ, ὅπου ὁ ἱερεὺς ἀνέγνωσεν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν, ἐνῷ ὁ μικρὸς ψάλτης ἐμινύριζε τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε».
Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν, ἅμα οἱ ἄνδρες ἐξῆλθον, ὁ Σταμάτης συναντήσας τὸν Κόλιαν τὸν ἐχαιρέτισε:
― Χριστὸς ἀνέστη, μπαρμπα-Κόλια! Καλὴ ὥρα ἦτον ποὺ σ᾽ ηὗρα χτές.
Καὶ ὁ γέρων ἐρημίτης ἀπήντησεν:
―Ἀληθῶς ἀνέστη, βρέ! Δὲν εἶμαι ἀλιβάνιστος! "

Ὁ Ἀλιβάνιστος (1903)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1984
Ολόκληρο το διήγημα:   Ο αλιβάνιστος





Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

Όσο γεμίζει το φεγγάρι...



...ας αφεθούμε στην ομορφιά :)






Παρακολουθούμε τον πολυβραβευμένο Ουκρανό χορευτή μπαλέτου Σεργκέι Βλαντιμόροβιτς Πολούνιν (20/11/1989), τον νεώτερο κύριο χορευτή του The Royal Ballet (2010), 
σήμερα, κύριο χορευτή του Μουσικού Θεάτρου της Μόσχας.

To 2014, συνεργάστηκε με τον Αμερικανό φωτογράφο και σκηνοθέτη Ντέιβιντ ΛαΤσάπελ και πήρε μέρος στο χορευτικό βίντεο του Take Me to Church, χάρις στο οποίο έγινε ευρέως γνωστός. 






Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Το μελίσσι της Notre Dame



Ας μείνουμε στα θετικά. 
Η Παναγία των Παρισίων επλήγει αλλά το οικοδόμημα σώθηκε.
Κάποιοι θα σκεφτούν, εδώ χάνονται ανθρώπινες ζωές κάθε λεπτό και στιγμή για τα μνημεία θα κλαίμε;
Θα κλαίμε και γι' αυτά, γιατί τα μνημεία, και μάλιστα τα αρχιτεκτονικά, μιλούν κολακευτικά για τον άνθρωπο και τις δυνατότητές του και γίνονται σύμβολα του ανθρώπινου πνεύματος.
Ο υπέροχος αυτός ναός γοτθικής αρχιτεκτονικής έχει συνολική επιφάνεια 4.800 τετραγωνικά μέτρα, 130 μέτρα μήκος, 48 φάρδος, 35 ύψος και μπορεί να χωρέσει 6000 ανθρώπους.
Έχει 4 καμπάνες και η μεγαλύτερη ζυγίζει 4000 κιλά.


Μέσα στο ναό βρίσκονται 37 συνολικά αναπαραστάσεις της Παναγίας σε βιτρό, γλυπτά και ζωγραφιές.
Στα ψηλά σημεία του ναού βρίσκονται οι gargouilles τα διάσημα αγάλματα-δαίμονες που κοιτούν το Παρίσι από ψηλά και προσέχουν το ναό. Στην πραγματικότητα πέρα από διακοσμητικά χρησιμεύουν και ως υδρορροές

Από την άνοιξη του 2013 η Παναγία των Παρισίων φιλοξενεί στη στέγη της ένα μελίσσι ως ένδειξη σεβασμού και ευθύνης του ανθρώπου για τη φύση.


 Όσα έργα Τέχνης σώθηκαν από τη φωτιά μεταφέρονται στο μουσείο του Λούβρου.
Απομένει να γίνει ο απολογισμός και να δούμε τι έχει σωθεί.




Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Το φως μέσα από το φακό του Josef Sudek



Το φως είναι ο πρωταγωνιστής.
Ένας καλός φωτογράφος οφείλει να το ξέρει. Το φως σκηνοθετεί τον υπαρκτό κόσμο. 
Το φως το αντιλαμβάνεσαι καλύτερα από τη σκιά. Κρυμμένος. Πίσω από τον κορμό ενός δέντρου ή έχοντας την προστασία του φύλλου μπροστά στα μάτια σου.
Μεγάλη ικανότητα να μπορείς να περιγράφεις το φως με εικόνες.
Αυτό κατά τη γνώμη μου κάνει τον καλό φωτογράφο.






«Τα πάντα γύρω μας, είτε ζωντανά είτε άψυχα, μπορούν να προσλάβουν στα μάτια ενός τρελού φωτογράφου ποικίλες όψεις, έτσι που ένα φαινομενικά άψυχο αντικείμενο, ζωντανεύει μέσα από το φως ή από το περιβάλλον του.
Κι αν ο φωτογράφος έχει λίγο μυαλό στο κεφάλι του, τότε ίσως  μπορεί να συλλάβει κάτι απ’ όλα αυτά.
Υποθέτω ότι αυτό είναι που ονομάζουμε “λυρισμό”.»

Josef Sudek (1896-1976)




Η Πράγα δεν γέννησε μόνον τον Κάφκα αλλά και τον Josef Soudek
Το 1896, στο Kolin, στην  Ελβετία, στην τότε Βοημία (μέρος της Τσεχικής Δημοκρατίας γεννήθηκε ένας μικρούλης που ονόμασαν Josef .  Στα τρία του  o Josef Soudek έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του τον πήρε και πήγαν στην Πράγα. Στα δέκα πέντε του ήταν μαθητευόμενος βιβλιοδέτης αλλά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος διέκοψε τη μαθητεία του. Τον επιστράτευσαν και τον έστειλαν να πολεμήσει στο Ιταλικό μέτωπο. Εκεί, από λάθος των δικών του, μια οβίδα διέλυσε το δεξί του χέρι με αποτέλεσμα να του το ακρωτηριάσουν. Έτσι η καριέρα του βιβλιοδέτη τέλειωσε πριν καν ξεκινήσει.
Η Κυβέρνηση του πρότεινε να γίνει πλανόδιος πωλητής καπνού και τσιγάρων (κρατικό μονοπώλιο)
Απέρριψε αυτή την προοπτική και όπως συμβαίνει συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις που ο άνθρωπος μηδενίζει και ξεκινάει απ’ την αρχή, άρχισε να «ξεθάβει» τις καταχωνιασμένες αγάπες του. Για τον Σούντεκ ήταν η φωτογραφία. Είχε μάλιστα αποκτήσει με αιματηρές οικονομίες μια φωτογραφική μηχανή.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά ο νεαρός Σούντεκ άρχισε τη ζωή του μέσα από το φακό. Γύριζε και φωτογράφιζε οτιδήποτε του κέντριζε το ενδιαφέρον στην πόλη του την Πράγα και αυτή τη φορά ήταν οι δικές του φωτογραφίες που πούλαγε στο δρόμο. 
Όμως η Κυβέρνηση τον ανάγκασε να σταματήσει να τις πουλάει γιατί δεν είχε άδεια.

Τότε, ένας καλός άγγελος, γιατί ακόμα και στα πιο δύσκολα της ζωής πάντα υπάρχουν τέτοιοι, ο γιατρός στο νοσοκομείο παλαιμάχων δόκτωρ Νεντόμα, που είχε δει τη δουλειά του και είχε πιστέψει σ’αυτήν μεσολάβησε ώστε ο Josef να γίνει δεκτός στο τμήμα φωτογραφίας της Σχολής Γραφικών Τεχνών.






Ο δάσκαλός του εκεί καθηγητής Νόβακ ασκούσε σκληρή και άδικη κριτική στη δουλειά του και καταρράκωσε την πίστη του Josef στον εαυτό του.
Κατάφερε κακείν κακώς να τελειώσει τη σχολή και με χίλια ζόρια να στήσει ένα μικρό εργαστήριο σε μια παράγκα που βρισκόταν ανάμεσα στη mala strana και το ποτάμι. Γέμισε το χώρο αυτό με παλιές φωτογραφικές μηχανές του περασμένου αιώνα κάτι που ερχόταν να δέσει με την εικόνα που είχε ο ίδιος για τον εαυτό του ώσπου το 1940 βρήκε τη μηχανή με την οποία έδεσε κυριολεκτικά τη ζωή και τη δουλειά του: μια πανοραμική Κοdak του 1894.


Αυτή την ογκώδη μηχανή κουβαλούσε με το γερό χέρι του σε όλη την Πράγα και φωτογράφιζε. Πέρα από το βάρος της που έκανε το διάβημά του άθλο, είχε και ένα δεύτερο μειονέκτημα αυτή η μηχανή. Έπαιρνε μόνο ένα φιλμ. Αυτό τον υποχρέωνε να γυρίζει σπίτι του μαζί με τη μηχανή για να βγάλει το φιλμ στον σκοτεινό θάλαμο και να μην πάρει φως. Έβγαλε εκπληκτικές φωτογραφίες μ’ αυτή τη μηχανή. Μια φίλη του του έδωσε τη λύση. Έφτιαξε ένα τεράστιο μαύρο σάκο και έμπαινε επί τόπου ο ίδιος με τη μηχανή του και έβγαζε το φιλμ χωρίς φόβο.





Η συλλογή του «Πανοραμική Πράγα» του 1959 τραβήχτηκε με την αγαπημένη του Kodak.




Τον καιρό της Ναζιστικής κατοχής απαγορευόταν η λήψη φωτογραφιών σε δημόσιους χώρους με ποινή τουλάχιστον φυλάκισης. Έτσι ο Josef άρχισε να φωτογραφίζει το δικό του χώρο. Το στούντιο, το δωμάτιό του, τον κήπο του.



Αυτό που έκανε κάθε φωτογραφία του μοναδική, πέρα από την προσωπική του οπτική ήταν και η ιδιαίτερη σύνθεση διαλυμάτων που χρησιμοποιούσε για την εμφάνιση. Η σύνθεση ήταν δικής του επιλογής και διαφορετική για κάθε φιλμ με αποτέλεσμα η κάθε φωτογραφία του να είναι μοναδική αφού δεν μπορούσε να αναπαραχθεί.




Τα δάση της Βοημίας και της Μοραβίας που αιχμαλώτισε η κάμερά του κατοικούνταν από τους "Γίγαντες του Ύπνου" όπως αποκαλούσε τα τεράστια νεκρά δέντρα του τοπίου.
Η ελίτ των διανοούμενων της Πράγα του απέδιδαν με ειρωνεία τον χαρακτηρισμό «ρομαντικός» επειδή δεν είχε ανθρώπους στις φωτογραφίες του και έτσι δεν απέδιδε τον αγώνα των ανθρώπων για την καθημερινότητα. Εκείνη την εποχή για τους κομμουνιστές η τέχνη έπρεπε να είναι στρατευμένη.




 Ο Σούντεκ  απαντούσε με την ίδια ειρωνεία λέγοντας πως ήταν λόγω της αναπηρίας του πολύ αργός στο να στήσει τη μηχανή και να τραβήξει τη φωτογραφία και οι άνθρωποι βαριόντουσαν και έφευγαν.





Σε μία από τις Ρωμανικές αίθουσες που βρισκόταν βαθιά κάτω από τον ναό του St. Vitus και ήταν σκοτεινή όπως οι κατακόμβες, από ένα μικρό παράθυρο κάτω από το επίπεδο του δρόμου, μπήκε μια μικρή ακτίδα του ήλιου. Αμέσως άρχισε με το βοηθό του να κουνούν πανιά για να σηκωθεί η σκόνη και να μπορέσει έτσι να φωτογραφίσει το φως όπως ήθελε. Ήξερε πως ο ήλιος έφτανε μέχρις εκεί δυο ή τρεις φορές το χρόνο. Τον περίμενε. 
Το φως άλλωστε ήταν ο πρωταγωνιστής των φωτογραφιών του.








Οι εικόνες του Σούντεκ απεικονίζουν την ίδια αίσθηση της υπομονής. Οι κύκλοι των θεμάτων του όπως οι νεκρές φύσεις και τα τοπία, χρειάστηκαν δέκα και πλέον χρόνια για να ολοκληρωθούν.









Οι φωτογραφίες από την αναστήλωση του Αγίου  Βίτο. 







Τα περισσότερα αστικά τοπία του δείχνουν ερειπωμένους δρόμους.






















































https://loeildelaphotographie.com/en/josef-sudek-1896-1976-a-collection-of-photographs-gg/

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Ο Ταρίκ





Τον Ταρίκ δουλευταρά δεν τον λες. 
Έχει όμως το κατιτίς του. Η ευγένεια, το επίχρυσο μυωπικό γυαλί του, οι τρόποι του, το στήσιμο του κορμιού του όταν σου κόβει τον κιμά ή σου δίνει να δοκιμάσεις τη γραβιέρα Κρήτης, όλα αυτά ή τίποτα από όλα αυτά μα κάτι άλλο που πάντα σου διαφεύγει, τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους υπαλλήλους.
Έπειτα είναι και εκείνη η ευκολία να πιάνει κουβέντα με τους πελάτες. Διαπερνά με τόση άνεση και φυσικότητα τον αδιαφανή τοίχο των λογισμών σου που δεν ξέρεις αν θέλεις να του θυμώσεις ή να του χαμογελάσεις.
Δουλευταρά πάντως δεν τον λες.
Ουρά κάνουν οι πελάτες στο δικό του πόστο όσο εκείνος φλυαρεί με την άνεσή του. Θέματα για φλυαρία άπειρα. Ο καιρός το πιο προσφιλές. Μετά ακολουθεί η κρίση, τα παιδιά του, η αγάπη του για την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα που ομολογουμένως μιλάει άπταιστα.

Τα χρόνια που πέρασαν και η συνήθεια να ψωνίζω συχνά από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, μας έφεραν πιο κοντά.
Έτσι, μια μέρα, βρήκε το θάρρος να με καλέσει στο σπίτι του.
"Θα χαρώ πολύ να έρθετε από το σπίτι, να σας προσφέρουμε ένα καφέ, να γνωρίσετε και την οικογένεια…"
Δεν πέταξα τη σκούφια μου. Η φύση όμως που με προίκισε με τη δυσκολία του συγχρωτισμού, δεν φρόντισε να με απαλλάξει από τους καλούς τρόπους. Η δυσκολία του συγχρωτισμού και οι καλοί τρόποι δεν πάνε μαζί και όταν πάνε, προκαλούν ολέθριες εσωτερικές συγκρούσεις που σου χαλάνε την ησυχία :)
Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για να αρπαχτώ και να "σωθώ". Τα σπίτια μας βρίσκονταν στο ίδιο τετράγωνο και η συχνή επαφή μας στο σούπερ μάρκετ έκαναν κάθε προσπάθεια υπεκφυγής μου εντελώς προσβλητική και για τους δυο μας.
Έτσι, κανονίσαμε να τον επισκεφθώ το απόγευμα της επόμενης μέρας.

Το διαμέρισμα του Ταρίκ βρίσκεται στον πάνω όροφο μιας παλιάς διώροφης οικοδομής που βλέπει σε πεζόδρομο. Χτύπησα το κουδούνι του με βαριά καρδιά ελπίζοντας πως η επίσκεψη αβροφροσύνης θα κρατούσε λίγο.
Με περίμενε όλη η οικογένεια στο κεφαλόσκαλο. Ο Ταρίκ μου σύστησε τους δικούς του με επισημότητα και με οδήγησε στο μικρό καθιστικό τους.  Τα παιδιά, δύο κοριτσάκια το ένα του δημοτικού, το άλλο στο γυμνάσιο και η γυναίκα του, μια λιγομίλητη αλλά χαμογελαστή κοπέλα γύρω στα τριανταπέντε, έμειναν στην αρχή μαζί μας, να πούμε τα τυπικά, να αλλάξουμε δυο-τρεις κουβέντες και μετά έφυγαν και μας άφησαν μόνους.
Ήπιαμε τον καφέ μας μιλώντας περί ανέμων και υδάτων ώσπου κάποια στιγμή το βλέμμα μου έπεσε στη μικρή βιβλιοθήκη που βρισκόταν στο χώρο. Τα περισσότερα βιβλία είχαν αγγλικούς τίτλους - ο Ταρίκ έσπευσε να μου εξηγήσει πως ήταν πτυχιούχος Αγγλικής φιλολογίας. Υπήρχαν όμως και αρκετά ελληνικά.  
Με μεγάλη μου έκπληξη έμαθα πως ο Ταρίκ ήταν ήδη είκοσι χρόνια στην Ελλάδα. Η χώρα του είναι το Πακιστάν. Εκεί έχει μια πολυμελή οικογένεια που φρόντισε από πολύ νωρίς να τον αρραβωνιάσει χωρίς βέβαια τη δική του έγκριση. Στα είκοσι δύο ξενιτεύτηκε. Την υπόσχεση γάμου όμως που έδωσε ο πατέρας του για λογαριασμό του, την τήρησε. 
Επέστρεψε μετά από εννέα χρόνια στην πατρίδα του, παντρεύτηκε εκείνο το κορίτσι που δεν είχε δει ποτέ και γύρισαν μαζί στην Ελλάδα. 
Τον ρώτησα γιατί προτίμησε την Ελλάδα από μιαν άλλη Ευρωπαϊκή χώρα και μου απάντησε πως η Ελλάδα ήταν ο προορισμός που ονειρευόταν από παιδί. Στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο τους μιλούσαν πολύ για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και το να έρθει στην Ελλάδα, ήταν γι αυτόν όνειρο ζωής. 
Ακόμα και τώρα, μου τόνισε, που τα πράγματα οικονομικά έχουν χειροτερέψει, δεν μου περνάει καν απ' το μυαλό η σκέψη να φύγω παρ' ότι έχω συγγενείς στην Αγγλία.  

Ο Ταρίκ έμαθε μόνος του να διαβάζει και να γράφει ελληνικά. Διαβάζει για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, παρακολουθεί σχετικά ντοκιμαντέρ και  οτιδήποτε άλλο του δίνει περισσότερες πληροφορίες για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
"Τα διαβάζω και μετά τα λέω στα παιδιά." 
Μου μιλούσε με ενθουσιασμό. Χαιρόμουν το πρόσωπό του που έλαμπε σαν του μικρού αγοριού που διηγείται τα κατορθώματά του.
"Πιο πολύ μου αρέσουν τα νησιά στην Ελλάδα αλλά δεν έχω πάει σε κανένα. Το καλοκαίρι στην άδεια, διαλέγω το νησί που θα ήθελα να πάω και μαζεύω πληροφορίες που τις λέω στα παιδιά όσο βλέπουμε τα βίντεο που βρίσκω στο ΥouTube. Έτσι είναι σα να έχουμε πάει." 
Η έκπληξή μου μεγάλωσε όταν μου ανακοίνωσε με την ίδια χαρά  πως άρχισε να διαβάζει Καζαντζάκη.
"Στο παζάρι, στην πλατεία Κοτζιά, βρήκα βιβλία του Καζαντζάκη με ελάχιστα ευρώ αλλά πήρα στα αγγλικά το "Καπετάν Μιχάλης".
"Γιατί στ' αγγλικά;" απόρησα
"Επειδή έχει δύσκολες λέξεις. Δεν τις καταλαβαίνω."

Ούτε κι εγώ κατάλαβα πώς πέρασαν δυο ώρες στο σπίτι του Ταρίκ. 
Όταν ήρθε πια η στιγμή να φύγω, τον ευχαρίστησα για τη φιλοξενία, χαιρέτισα τη γυναίκα του και τα παιδιά που με συνόδευσαν ως έξω και πριν χωριστούμε τον ρώτησα:  
"Τί σημαίνει "Ταρίκ" στα ελληνικά;"
"Ταρίκ σημαίνει Αυγερινός κυρία. "