Αναρτήσεις

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2020

"Η ιστορία μου είναι η ιστορία μιας κατσαρίδας..."

 




"...Αληθώς ειπείν, η ιστορία μου είναι η ιστορία μιας κατσαρίδας που έπεσε ανάσκελα στο μπάνιο. Εκεί σκέφτηκε, ότι υπάρχουν κι άλλοι χώροι εκτός από το μπάνιο, κι άρχισε να προσπαθεί να μεταχειριστεί τα πόδια της. Η προσπάθειά της ήταν τόσο επίμονη που μαζεύτηκε κόσμος πολύς για να δει αν θα τα καταφέρει. Κατάφερα να χρησιμοποιήσω ξανά τα πόδια μου, αλλά συχνά είχα την εντύπωση πως τα πουλιά κλαίνε γιατί ζούνε κι ο ήλιος ήταν μια φωτιά, που κύριος οίδε ποιά μεγάλη δύναμη του απαγορεύει να μας κάψει, σκεπτόμενος συχνά ότι αν σταθώ στα πόδια μου, ήτοι αν ισορροπήσω, αυτό θα σήμαινε πως βρέθηκε ο ιός μιας αρρώστιας".






"...Μόνο με παραμύθια κατακτώνται οι άνθρωποι"







Αφήγηση του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου Φασιανού, για τον Τσαρούχη, με ευδιάκριτη την συγκίνησή του.




"...Έβλεπα, μπορώ να πω, πιο μακρυά απ' τους άλλους, έβλεπα το επερχόμενο. Αντί να με θεωρούν πρωτοπόρο, με θεωρούσαν έναν άνθρωπο παράξενο, περίεργο που ενοχλούσε τις συνήθειές τους".


(Προσωπογραφία της Δέσποινας με κολιέ και σκουλαρίκια - 1978)



"...Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, σε μια κριτική για την πρώτη μου έκθεση έγραψε "Κάθε έργο του Τσαρούχη είναι ένας παλιάνθρωπος" 



( Στο παντοπωλείο 1971)


"...Ο λόγος, η γλώσσα, η φωνή, αντίδοτα στο θάνατο και στη δυστυχία".





"...Αρετές μας είναι τα ελαττώματά μας, που τα παραδεχτήκαμε"





Δειλία που αναδεικνύει ένα ανώτερο θάρρος: Όταν είπανε στους Χιώτες στρατιώτες "Πυρ", για να πυροβολήσουν τον εχθρό, αυτοί απάντησαν: "Ίντα πυρ και ξεπύρ, εν θωρείτε ότι είναι μπρος ανθρώποι;"







"...Κάποτε με τον Καζαντζάκη μιλήσαμε για τη ζωγραφική και μου είπε: "Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι ζωγράφοι μεταχειρίζονται τελάρα ή κομμάτια ξύλο. Οι Κινέζοι και οι Ιάπωνες έχουν ελευθερώσει τη ζωγραφική από το βάρος της ύλης. Ζωγραφίζουν σ' ένα κομμάτι χαρτί ή σ' ένα κομμάτι μεταξωτό". 

Κάποτε ήρθε στο ατελιέ μου. Μεταξύ άλλων είπε και το εξής: 

"Όλα σου τα έργα με κοιτάνε σαν άνθρωποι. Δε μπορώ να μιλήσω".  

Περίεργο ότι αυτά τα έργα του 36-37 τα είχε χαρακτηρίσει ο Παπαντωνίου, διευθυντής της Πινακοθήκης, ως αφηρημένα που δεν έχουν καμιά σχέση με τη ζωή".



 


"...Τα έργα τέχνης που δείχνουν μη ολοκληρωμένα, τελειώνουν μόνα τους με τον καιρό"



(Τέσσερις εποχές - 1968)


"...Αγαπώ την Κάλας και την Σωτηρία Μπέλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται γι' αυτό να καταλάβουν τι μου συμβαίνει. Εγώ πάντως κοπίασα και κοπιάζω για να βρω μια τάξη και μια ισορροπία. Θέλω συνεχώς να γνωρίζω και να ξεκαθαρίζω. Για να είμαι ελεύθερος ν' αγαπήσω απόλυτα".



(Πασαλιμάνι )


Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου του 1918, στον Πειραιά, στο Πασαλιμάνι και πέρασε την παιδική του ηλικία στο πατρικό του, ένα νεοκλασσικό σπίτι, και μέσα σε μεγαλοαστικό περιβάλλον. 

Πίσω του, οι νικηφόροι βαλκανικοί πόλεμοι και η εποχή του Διχασμού.

Ζει την άφιξη των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής, ενθουσιάζεται με τις παραστάσεις του Καραγκιόζη, κατασκευάζει σκηνικά. Ακολουθούν τα χρόνια της φοίτησής του στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Μεγαλώνει μέσα στο φορτισμένο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα της εποχής. Η Μεγάλη Ιδέα περί αλυτρωτισμού έχει καταρρεύσει αλλά γίνεται η αφορμή  προκειμένου να προσπαθήσει ο ίδιος να βρει μια πνευματική διέξοδο.

Η ανακάλυψη της Ελληνικότητας είναι το ζητούμενο της ζωγραφικής του Τσαρούχη. Θέλει να ανοίξει ένα γόνιμο διάλογο ανάμεσα στη Ανατολή και τη Δύση, ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον μοντερνισμό.

Μαθαίνει τη Βυζαντινή τέχνη από τον Κόντογλου αλλά μετά από τέσσερα χρόνια διαφωνεί μαζί του και φεύγει από το εργαστήρι του.

Tο 1935, φεύγει για το Παρίσι και εκεί έρχεται σε επαφή με το καλλιτεχνικό κλίμα της πόλης. Ο Έλληνας τεχνοκριτικός Ταιριάντ του γνωρίζει τους διάσημους ζωγράφους Laurens  και Matisse. Ο τελευταίος του δίνει την απάντηση που αναζητάει στο μεγάλο προβληματισμό της γενιάς του για τον συγκερασμό της Δύσης με την Ανατολή.





"...Έπρεπε  να περάσουν χρόνια πολλά για να καταλάβει ο κόσμος πως είμαι επικίνδυνος. Και πάλι πολλοί δεν το πιστεύουν αυτό".


Για το ζεϊμπέκικο







"...Προς το ηλιοβασίλεμα, όταν ξεκίνησε το πλοίο για την Πόλη, ο νεαρός χόρεψε (ζεϊμπέκικο ) πάνω στο κατάστρωμα. Ήταν κοντός και χοντροκόκαλος μα μόλις άρχισε να κινείται, πραγματικά μετεμορφώθη. Δεν ήταν πια το ίδιο πρόσωπο. Την ανδρεία του, γιατί ήταν ανδρείος πολύ, σχεδόν άγριος, συνεπλήρωνε περίεργα ένα είδος ταπεινότητος και ένα είδος ευγνωμοσύνης, που δεν ήταν γνωστό σε ποιόν απευθύνεται και ήταν σαν να ευγνωμονεί με πολλή σεμνότητα έναν θεό, για το θαύμα που είναι η ζωή. [...]
Αληθινή θυσία αινέσεως, ανδρεία και μαζί πνεύμα συντετριμμένον και τεταπεινωμένον.
Έρωτας και αντρειωσύνη και μαζί κάτι σαν αίσθηση του θανάτου.
Είναι αξιοθαυμαστο πως χαμήλωνε τα μάτια του με γλυκιά υποταγή, σε αντίθεση με τη μεγάλη δύναμη, αλλά συγχρόνως με τα πόδια του που τα χτυπούσε στο έδαφος, φοβέριζε κάτι αόρατο που σερνόταν κατά γης.
Έμοιαζε με άγαλμα ενός πολεμιστή που κάποτε βαστούσε σπάθα και ασπίδα, και πολεμούσε έναν δράκοντα, και τώρα είχε μείνει χωρίς αυτά τα τρία συμπληρώματα - την ασπίδα την σπάθα και τον δράκοντα - που είχαν χαθεί όπως συμβαίνει σε πολλά παλιά αγάλματα.

Ενώ φαινόταν να μάχεται και να πολεμά αυτό το δράκοντα, συγχρόνως είχες την εντύπωση ότι συνουσιαζόταν μαζί του, όχι πια με το αόρατο σπαθί του αλλά με το ίδιο το αόρατο πέος του.
Το πρόσωπό του, όπως συμβαίνει στα πρόσωπα πολλών Ελλήνων, είχε μια έκφραση παντοκράτορος υπεροπτικού και την ταπεινοσύνη ενός μισθοφόρου. Ένας πολεμιστής που τον είχε υποτάξει ο λυσιμελής έρως.
Αυτό το άγνωστο ζεϊμπεκάκι που δεν το ξαναϊδα ποτέ ούτε ξέρω τι γίνηκε έκτοτε, χάρη σ' αυτό το χορό το θεικό είχε τη δυνατότητα να ζει αληθινά για μερικές στιγμές, να ζει μια καλύτερη μοίρα του ανθρώπου, πράγμα πολύ πιο ανώτερο από κάθε άλλο ανώτερο επίπεδο ζωής".





"...Η πενία της Ελλάδος επέβαλε τη λιτότητα και αυτή η ίδια η πενία οδήγησε σε μια μεγάλη ελευθερία της σκέψεως και της φαντασίας και σε μια προβολή των ατομικών τάσεων του ανθρώπου.
Οι ίδιες αιτίες οδήγησαν άλλους λαούς στην οικονομία, στην περισυλλογή και στην άκρα ομαδικότητα.
Στους Έλληνες είχαν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Η Ελλάς, εκφράζοντας τέλεια και για πρώτη φορά το άτομο σαν μια εσωτερική πραγματικότητα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που αυτό μπορούσε νάχει στην κοινωνική και πολιτική ζωή, έδωσε μια γερή συνείδηση στον άνθρωπο - όσο θέλετε καταστρεπτική και καταδικαστέα, μα αλησμόνητη για όποιον τη γνώρισε "







"...Η Ελλάς, με τα έργα και τις θεωρίες της, θα είναι πάντα ένα φως για τον δημιουργό που συνειδητοποιεί βαθύτερα όχι μια ειδικότητά της μα την προαιώνια και παγκόσμια ανάγκη του ανθρώπου για το απόλυτο".



   





Το θέμα του έργου του Τσαρούχη είναι η ανδρική μορφή και ο άνδρας που σε όλες του τις στιγμές - ντυμένος ή γυμνός, στατικός ή χορευτής, μόνος ή ως μέλος ανδρικής συντροφιάς - κυριαρχεί στο μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος του έργου του.
Μέσα από τους πίνακές του τυποποιείται η εικόνα του νεοέλληνα, λαϊκού, μικροαστού, με σταθερά χαρακτηριστικά: το ηλιοκαμένο δέρμα, τα δυνατά χέρια, τα μελαχρινά μάτια και μαλλιά, τις μεγάλες πλάτες και το γερό κορμί. Η έκφρασή του είναι σοβαρή, ίσως λίγο αινιγματική, σίγουρα πάντως ανδροπρεπής. Μέσα από την χρωματική τεχνική του, οδηγεί το μοντέλο του νεοέλληνα σε μια εξιδανίκευση, που δεν αφορά την ωραιότητα της μορφής, όσο τη σύνδεσή του με τις διαχρονικές αξίες.


  

"...Κανένας ζωγράφος δε μ' αρέσει απολύτως γιατί το όνειρο που λέγεται ζωγραφική είναι δυνατόν να το πραγματοποιήσει οποιοσδήποτε αγαπά και πιστεύει στη ζωγραφική, άρα κι εγώ".



Οι φτερωτές φιγούρες



 
(Πνεύμα που πενθεί -1966  Γ. Τσαρούχης)





(Γ. Τσαρούχης: "Η Τέχνη δεν είναι απάσχοληση. Είναι η θρησκεία του ζωντανού και αιώνιου) 



"...Η φτερωτή φιγούρα έχει πολύ ταπεινή καταγωγή. Μια μέρα ο Σπαθάρης μου είπε "Έλα να δεις τον αληθινό Καραγκιόζη". Άκουσα να παίζεται μια σκηνή του Καραγκιόζη με αληθινούς ηθοποιούς. Μετά έγινε η σούφλιση του Αθανασίου Διάκου -ο Αθανάσιος Διάκος ήταν από τσίγκο ντεκουπαρισμένο, με τη φουστανέλα, με όλα- μετά παρουσιάζεται ο νεαρός Σπαθάρης, ήταν 18 χρονών νομίζω τότε, ντυμένος άγγελος, μάλλον γυμνός, φορούσε μία περισκελίδα αθλητική, θαλασσί χρώμα, μια κορδέλα ροζ στο κεφάλι σαν διάδημα και φτερά από ασημόχαρτο με λεπτομέρειες δεμένες με μελάνι μωβ-κοκκινωπό και βαστούσε ένα στεφάνι στο χέρι και την ελληνική σημαία και είπε την τιμή του αγγέλου προς την τέφρα του Αθανασίου Διάκου. 
Τον παρακάλεσα πολύ τον μικρό Ευγένιο να 'ρθει σπίτι μου να ποζάρει και αυτός μου χάρισε και τα φτερά που είχε στην παράσταση και με αυτά τα φτερά έκανα τους πρώτους έρωτες. 
Μετά πήρα την κάτω βόλτα και έκανα πολλά φτερωτά πρόσωπα. Ήταν ένας τρόπος να κάνεις ένα γυμνό που να μη φαίνεται σπουδή." 








"Πάω στο Λονδίνο να δω τα Ελγίνεια πριν μας τα πάρει η Μελίνα"

"...Δεν ζητώ ανθρώπους να σκέφτονται σαν εμένα, αλλά να κάνουν σκέψεις συμπληρωματικές των δικών μου"

(Η αντιγραφή του Τισιάνου - 1971 - Γ. Τσαρούχης)



"... Άλλά τι να πω για έναν μαραγκό του οποίου η σεμνότης μου έμαθε τόσα πολλά για τη δουλειά. 
Τι να πω για μια ασήμαντη γυναίκα που πλένει τα πιάτα της και συγυρίζει την κουζίνα της που μου έμαθε - μου έδωσε φιλοσοφικά διδάγματα - ποιές είναι οι συνθήκες της ζωής. 
Μαθαίνω κάθε μέρα από οποιονδήποτε άνθρωπο και οι μεγάλοι άνθρωποι είναι επίσης μεγάλοι γιατί με πολλή απλότητα σαν τους πολλούς ανθρώπους εξετέλεσαν τον προορισμό τους.
Οι μεγάλοι τραγικοί με έχουν επηρεάσει πολύ μου έδειξαν τη ζωή όπως είναι.
Ο φιλόσοφος Νίτσε με επηρέασε πολύ μου έδωσε ωραίες συμβουλές και ωραίες διαφωνίες μαζί του".







"... Νομίζω πως είναι αδικία να προσπαθούμε να μάθουμε αυτούς που δεν ενδιαφέρονται για την Τέχνη, τι είναι η Τέχνη, γιατί αυτό θα δημιουργήσει υποκριτές και σνομπ ανθρώπους οι οποίοι θα γεμίσουν τα κενά της ζωής τους με υποκρισία περί Τέχνης".



( Η πλατεία Αλεξάνδρας στον Πειραιά - 1962)



"...Θέλω να βρω την ηρεμία και την τάξη στη ζωή μου και να τη μεταδώσω στους άλλους ανθρώπους. Η ακαταστασία, η απόγνωση και η απελπισία είναι φυσικό να υπάρχουν.
Όταν δυναμώνει μέσα μου η ελπίδα, δεν ξέρω προς τι, είναι ένα αίσθημα ελπίδας η πίστη; Δεν ξέρω προς τι είναι μια πίστη δυνατή. Θέλω αυτό το πράγμα να το συγκρατήσω και να το μεταδώσω, διότι το συλλέγω σαν ένα ωραίο αντίδοτο που μας δίνει η ίδια η φύση για να ζήσουμε".






"...Αν άρχιζα απ' την αρχή, θα έψαχνα να βρω έναν καλό τεχνίτη να μου μάθει καλά την τεχνική της ζωγραφικής και να μην πάω στη σχολή όπου οι καθηγητές προσπαθούν να γεμίσουν τον διορισμό τους με άχυρα.
Και βέβαια θα πήγαινα σ' ένα χωράφι να μάθω πιο σοβαρά την καλλιέργεια της γης για να έχω ένα δεύτερο επάγγελμα να μου δίνει ανεξαρτησία. 
Στους νέους καλλιτέχνες θα έδινα την ίδια συμβουλή που δίνω στον εαυτό μου: να βρουν ένα κτήμα να καλλιεργούν για να μην κάνουν ουρές για να βρουν εργασία. Η γεωργία αφήνει περισσότερες ελεύθερες ώρες απ' ό,τι αφήνουν οι άλλες δουλειές.
Και να εξομολογούνται με την τέχνη τους. Να μιλούν για τη ζωή τους, γι' αυτό που τους ενδιαφέρει. 
Όταν κανείς εξομολογείται, εκατομμύρια ανθρώπων βρίσκουν ικανοποίηση και ξαλαφρώνουν".



(Καφενείον ο Παρθενών )


"...Η δική μου εξομολόγηση είναι προς την αγάπη, προς τη ζωή που η ίδια η ζωή μας υπαγορεύει.
Κάθε συγκίνηση, κάθε μεταφυσική χαρά που ένιωσα απ' το θαύμα της ζωής και της δημιουργίας προσπαθώ να τις εκφράσω.
Τα πράγματα μας καλούν σε μια μέθη, σ' έναν ενθουσιασμό και σ' ένα παραλήρημα.
Το να ελευθερώνεται κανείς από τους φόβους και να εκφράζει αυτό το παραλήρημα, είναι αυτό νομίζω, που ονομάζω εξομολόγηση του καλλιτέχνη. Και γενικώς να ενώνω τη ζωή μου με την παιδική μου ζωή".



(Καφενείον το Νέον (νύχτα)- 1965-1966 )


"...Οι γονείς μου εμπόδιζαν τις καλλιτεχνικές μου τάσεις. Εύρισκαν ότι η ζωγραφική μου, λερώνει το σπίτι."


Στη δεύτερη εποχή του ζωγραφικού του έργου (1950-1967) που κλείνει με το πραξικόπημα του 1967 και την μετάβασή του στο Παρίσι, το θέμα του, εκτός από τους άνδρες, είναι τα καφενεία και τα νεοκλασσικά.
Νιώθει την ανάγκη να αποδώσει με σαφήνεια τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας που είναι άμεσα συνδεδεμένα με τα νεοκλασσικά σπίτια. 
Η κατεδάφισή τους του αφήνει έντονο και αξεπέραστο ψυχικό τραύμα, μια οδύνη και ένα πένθος καταλυτικό.




(Δρόμος κοντά στο Τελωνείο του Πειραιά)



Τα καφενεία για τον Τσαρούχη έχουν πολλαπλούς συμβολισμούς. Ανακαλούν στο νου του παιδικά και νεανικά βιώματα και θυμίζουν σκηνικά θεάτρου είτε έρημα είτε με κόσμο.




(Λουώμενος Παρίσι - 1968)



"... Θα έλεγα πως είναι ο δάσκαλος της καλλιτεχνικής λιτότητας - στην καλύτερη έννοια του όρου. 
Λιτότητα, που δεν την επιβάλλει η έλλειψη μέσων αλλά αντίθετα την υπαγορεύει η αίσθηση του πραγματικά αναγκαίου και την πραγματώνει η ικανότητα να εκφράζει το μείζον με το ελάχιστο".

Μάριος Πλωρίτης (για τον Γ. Τσαρούχη)


Στις 20 Ιουλίου του 1989 ο Γιάννης Τσαρούχης, που μικρός ήθελε να γίνει ακροβάτης αλλά οι γονείς του τον πρόριζαν για δικηγόρο ή μηχανικό, έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 80 χρονών, εξαιτίας της χρόνιας ταλαιπωρίας του με το ζάχαρο αλλά σε πλήρη πνευματική διαύγεια. Θυμόσοφος έως το τέλος.



(...Στην αστική τάξη μόνο περιουσιακά ζητήματα εσυζητούντο, και πώς γινόμενη αυτή η τάξις ευρωπαϊκή, θα ερχόταν σε διαφορά με τον λαό. Θυμάμαι κάποτε πως άκουσα τον Νιάρχο να λέει -όταν ήταν παιδί όχι πλούσιο βέβαια αλλά ευκατάστατο - "Φέτος η μόδα των παπουτσιών θα είναι τέτοια που δεν θα μπορούν να τ' αγοράσουν οι φτωχοί κι έτσι θα χωριστούν οι πλούσιοι από τους φτωχούς".
Μια προϋπόθεσις πολύ σοβαρή γι' αυτούς τους ανθρώπους. Υπήρχε μια περιφρόνηση για τον κόσμο που ήτανε λαϊκός. Δηλαδή τον κόσμο που εξέφραζε ο Θεόφιλος.)



Ο Πειραιάς του Τσαρούχη. (εξαιρετικό ντοκυμαντερ!)






Πηγές:  
LIFOTEAM 13-1-2012
"Αγαθόν το εξομολογείσθαι" Γιάννης Τσαρούχης - Εκδόσεις Καστανιώτη 1986
Περισσότερα για τον Γιάννη Τσαρούχη Εδώ




Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Το κόκκινο βιβλιαράκι των μαθητών

 

Ελευθερία
(φωτ. από το διαδίκτυο)



Όσο ήμασταν ακόμα νέοι και πολύ αργότερα, δε χάσαμε ούτε μια πορεία για το Πολυτεχνείο.

Χρόνια της δικής μου γενιάς, αλησμόνητα χρόνια. Τα ζήσαμε με όλη μας την ψυχή ακουμπισμένη στα ιδανικά και στον αγώνα. Τον αγώνα όπως τον γνωρίσαμε εμείς, τα παιδιά και οι έφηβοι της επταετίας της Χούντας. 

Κάναμε παρέες, κολλήσαμε παράνομα αφίσες, ξημερωθήκαμε μέσα σε μικρά φοιτητικά δωμάτια συζητώντας για τον Μαρξ, τον Τσε Γκεβάρα, τον Τρότσκι, τον Μαρκούζε, τον Λένιν, τον Μάο, την Ρόζα Λούξεμπουργκ και τους Μπάαντερ - Μάινχοφ, οργανωθήκαμε σε συνδικαλιστικούς συλλόγους, σωματεία και φεμινιστικές οργανώσεις . Περπατήσαμε άπειρα χιλιόμετρα σε πορείες διαμαρτυρίας. Συγκλονιστήκαμε από την Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, το Αλεξάντερπλατς του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ...

Ονειρευτήκαμε. Ονειρευτήκαμε με πάθος, (ακόμα ονειρευόμαστε ) έναν καλύτερο κόσμο. Προσπαθήσαμε να βρούμε την άκρη στο κουβάρι των πολιτικών ιδεολογιών, να ξεχωρίσουμε την καλύτερη, την ιδανική που θα γινόταν ο φάρος της πολιτικής δράσης μας.  

Όχι όλοι. Κάποιοι, πολλοί από μας πάτησαν πάνω στα σκαλοπάτια της συλλογικής  προσπάθειας και έχτισαν πολιτικές καριέρες, που τους χάρισαν εξουσία και δόξα και περιουσίες και μετά μας ξέχασαν, και εμάς και τα χρόνια που μοιράστηκαν τότε, μαζί μας. Εκείνα τα χρόνια της "μεγάλης ανατριχίλας".  

Εκείνα λοιπόν τα χρόνια, σ' ένα υπαίθριο παζάρι, βρήκα και αγόρασα ένα μικρό βιβλιαράκι που μου κέντρισε για δυο λόγους το ενδιαφέρον. Ο πρώτος ήταν το κόκκινο χρώμα του και ο δεύτερος, ο τίτλος του, τυπωμένος με μαύρα γράμματα: "ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ". (εκδόσεις ΒΕΡΓΟΣ. Μετάφραση και προσαρμογή Ελένη Βαρίκα)

Το βιβλιαράκι γράφτηκε από τους Δανούς εκπαιδευτικούς Bo Dan Andersen, Soren Hansen, Jesper Jensen, το 1969, και προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων για το περιεχόμενό του. 

Απευθύνεται στους μαθητές και είναι γραμμένο με φιλελεύθερο τρόπο. Τους μιλάει για όλα τα θέματα που αποτελούσαν, εκείνη την εποχή, "ταμπού" στην κοινωνία, στις οικογένειες και στα σχολεία. Όπως:  Τα δικαιώματα των μαθητών, το σχολείο,το χασίς, τα ναρκωτικά, η έκτρωση, οι εξετάσεις, οι βαθμοί, η ομοφυλοφιλία, οι τιμωρίες, οι εξεγέρσεις κ.λ.π.

Είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία του σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Ελβετία κ.α.   

Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα.





[...]Οι δυο πραγματικές βάσεις της δημοκρατίας είναι η π λ η ρ ο φ ό ρ η σ η  και η  σ υ ζ  ή τ η σ η.

Υπάρχουν απόψεις που είναι σωστότερες και καλύτερες γιατί ταιριάζουν καλύτερα στη συγκεκριμένη κατάσταση. 

Ενεργεί κανείς δημοκρατικά όταν επιδιώκει την πληροφόρηση δηλαδή την παρουσίαση και την έκθεση των προβλημάτων και όταν επιδιώκει τη συζήτηση που θα επιτρέψει να βρεθεί η καλύτερη λύση.

Μια απόφαση είναι δημοκρατική όταν,  αποφασίζεται από ανθρώπους που έχουν τις ίδιες πληροφορίες για το θέμα και είχαν την ευκαιρία να το συζητήσουν μεταξύ τους.

Και η συζήτηση διαφέρει πολύ απ' τον καυγά και από την προσπάθεια να κερδίσει κανείς ντε και καλά οπαδούς.

Μπορεί όμως να υπάρχουν και πραγματικές  δ ι α φ ο ρ έ ς   σ υ μ φ ε ρ ό ν τ ω ν  που δεν είναι δυνατόν να υπερπηδηθούν με συζητήσεις όπως   οι  δ ι α φ ο ρ έ ς  α π ό ψ ε ω ν. Δε μπορούν να υπερπηδηθούν ούτε με την ψηφοφορία η με τη δικτατορία της πλειοψηφίας.

Διαφορές συμφερόντων υπάρχουν όταν μια ομάδα αρνείται να αφήσει στους άλλους την εξουσία, γιατί έτσι θα έχανε τα πλεονεκτήματα και τα προνόμιά της.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων λύνονται μόνον με βίαιες πράξεις, απεργίες, διαδηλώσεις, εξεγέρσεις. Μονον αυτές οι πράξεις επιτρέπουν  στη δημοκρατία να εξακολουθεί να λειτουργεί.

Δεν είναι δημοκρατικό να αφήνει κανείς την εξουσία σε εκείνους που την ασκούν για να εμποδίσουν κάθε πρόοδο και για να συγκεντρώσουν όλα τα προνόμια.

Δημοκρατικό σ' αυτή την περίπτωση είναι να τους πάρει κανείς την εξουσία και με τη βία, αν χρειαστεί.[...]

[...] Πολλοί άνθρωποι που παίρνουν τον εαυτό τους για σοφό και που μεταμφιέζονται σε θησαυροφύλακες της ηθικής, θα σας εξηγήσουν ότι πρέπει να κάτσετε ήσυχα και να 'στε πειθαρχημένοι κι ότι ασχολούνται εκείνοι για την προώθηση των αλλαγών κι εσείς δεν έχετε παρά να περιμένετε.

Πιστέψτε μας, παρ' όλο που κι εμείς είμαστε μεγάλοι, αν περιμένετε, θα την πάθετε σίγουρα.

Οι πραγματικές, οι μόνες αλλαγές, που οφελούν τους μαθητές και τους καθηγητές αποφασίζονται μόνο από εκείνους που τις χρειάζονται καθημερινά.

Όλα αυτά μπορούν να γεννήσουν συγκρούσεις. Μερικοί θα σας πουν ότι οι συγκρούσεις είναι πολύ κακό πράγμα. Αυτό δεν είναι αλήθεια ,παρά μόνο όταν δεν ξέρετε για ποιο λόγο συγκρούεστε.

[...] Για να αλλάξουμε κάτι, για να μεταμορφώσουμε τον κόσμο και να τον ξαναφτιάξουμε όπως εμείς θέλουμε, μην ξεχνάς ότι πρέπει να αρχίσουμε τη δράση μας από εκεί που βρισκόμαστε, από τον τόπο της δουλειάς μας.

Άλλοι, σε διαφορετικούς τόπους δουλειάς αγωνίζονται κι αυτοί.

Να ξέρεις ότι παντού είναι ο ίδιος αγώνας.



Διονύσης Σαββόπουλος - Οι παλιοί μας φίλοι




Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

Που λέτε, εγώ ...

 







Που λέτε, εγώ καθόμουν αμέριμνη μπροστά στον υπολογιστή μου και έκανα δουλίτσα. Όταν ξαφνικά, ένιωσα μια μεταλλική γεύση στο στόμα και αμέσως μετά θόλωσαν τα μάτια μου και δεν έβλεπα καθαρά. 

"Μάλλον θέλουν καθάρισμα τα γυαλιά μου", σκέφτηκα και έβγαλα και καθάρισα τα γυαλιά μου. Όμως συνέχισα να μη βλέπω καθαρά. 

Τη σιωπή έσπασε μια κραυγή   "Θεέ μουυυυ!!"

Πετάχτηκα έντρομη και βγήκα από το δωμάτιο. Βγήκα, τρόπος του λέγειν γιατί, με το που βγήκα, αμέσως ξαναμπήκα. 

Έξω, γινόταν ο κακός χαμός. Όλο το σπίτι και ειδικά η κουζίνα ήταν πνιγμένη στον καπνό. Συναγερμός!! Τρεις άνθρωποι με μάσκες (να που βρέθηκε χρήσιμος ο κορωνοϊός) προσπαθούμε βήχοντας να κάνουμε τα δέοντα. Ανοίγουμε τα παράθυρα, τις μπαλκονόπορτες, την πόρτα του διαμερίσματος, την πόρτα της ταράτσας, τα παράθυρα του φωταγωγού, τα παράθυρα (όοοολα!) του κλιμακοστασίου...

Η μυρωδιά καμένου που απλώθηκε στο σπίτι ήταν κάπως γλυκιά και κάτι μου θύμιζε...μου θύμιζε... χμ...το σταφύλι με τη βανίλια και μια επίγευση αρμπαρόριζας. 

Α...ναι πριν λίγη ώρα (;), αν θυμάμαι καλά, έβαλα να βράσω σταφύλι γλυκό...

Δεν μου συμβαίνει συχνά. Αλήθεια, και δεν ξέρω πώς το έπαθα αυτό. Δεν δικαιολογούμαι βέβαια. Απλές διαπιστώσεις κάνω. Ακόμα και μια άψογη νοικοκυρά, τι να κάνουμε, έχει τέλος πάντων, τις άτυχες στιγμές της.

Μετά την αρχική αναστάτωση, τα ήθη χαλάρωσαν κι άρχισε η καζούρα. Ε, όχι! Πόσα ηλεκτροσόκ να αντέξω μέσα σε λίγη ώρα;

Πήρα τη γάτα και κλείστηκα στη σπηλιά μου. Προσπάθησα να ξεχάσω το άτυχο περιστατικό, όπως θα έκανε στη θέση μου κάθε νοικοκυρά με αυτοπεποίθηση. Το κατάφερα; Όχι βέβαια. Έστησαν καντάδα έξω απ' την πόρτα μου! 

Ρεσιτάλ έδωσαν!

"Ανάβεις φωτιές ανάβεις κι όλα τα καιιιιιις κι απ' όπου περάσεις κάνεις καταστροφέεεες..."

" Καίγομαι...καίγομαι...καίγομαιιιιιι και σιγολιώνωωωω..." 

"Ένα σπίτι καίγεται, παίρνει η ζωή μου φωτιάααα"

" Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθώ..." 

Και δεν τους έφτασε αυτό, προχώρησαν περισσότερο.

"Μαρία, εσύ ξέρεις κανένα με πυρκαγιά;"

" Παραλίγο να καούμε κι εσείς γελάτε."

"Παραλίγο να μας κάψεις, θέλεις να πεις."

"Άκου να σου πω νεαρή..."

Δεν πρόλαβα να αποσώσω την κουβέντα μου κι ακούγεται απ' έξω στη διαπασών.

"Φωτιά με φωτιάααα...φωτιά με φωτιάααα, φωτιά στο κορμί, φωτιά στο φιλί.." 

Αυτοκίνητο με ερωτοχτυπημένο οδηγό και ηχεία στο τέρμα. Το κάνει συχνά. Πάντα ο ίδιος. Ούτε στημένο να ήταν. Δε θα σε πετύχω ρε Σύμπαν; 

Τέλος πάντων. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα. Αλλά με την ευκαιρία να ρωτήσω κάτι χρήσιμο. 

Τι κωδικό στέλνουμε στο 13033 για να βγούμε έξω, σε ανάλογη περίπτωση;   :) 


   ~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Δικό σας :)




Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2020

Απαγορεύεται η χαρά...

 

Kύθνος - Λουτρά





Πάλι απ' την αρχή!

Πρώτη μέρα...δεύτερη μέρα...τρίτη μέρα...Σαν τους χτύπους της καρδιάς, σαν τις σταγόνες της βροχής στην υδρορροή.

Κοιτάζω απ' το παράθυρό μου και βλέπω μισό τον ουρανό. Μισή τη ζωή.

Θα έρθουν ξανά, άραγε, οι φωτεινές μέρες;

Σαν σαδιστικό παιχνίδι μου φαντάζει ο Κόσμος. Μου ανοίγει μια χαραμάδα να κοιτάξω έξω και όταν τα μάτια μου συνηθίζουν στο φως, την κλείνει ερμητικά με μπετόν.

Κάποτε ονειρευόμουν κήπους. Τώρα, αναγκαστικά, βολεύομαι με λίγα λουλούδια στο βάζο.

Κοιτάζω το μοχθηρό καρτούν που μου συλλαβίζει, με την ηδονή αποτυπωμένη στα μάτια του: 

"Απαγορεύεται η χαρά !Απαγορεύονται τα γλέντια! Όλοι μέσα!"

Και μέσα στην ψυχή μου σιγοβράζει ένας θυμός, ίδιος ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Η επόμενη κίνηση, το βλέπω, θα είναι να χορεύει η λαοθάλασσα στους δρόμους με διονυσιακή έκσταση. Να ξορκίσει την απειλή και τον φόβο.


~~~~~~~~~~~~~


Ο Ταρίκ με κοιτάζει από απέναντι. Κάθεται στην ταράτσα του σπιτιού του, κάτω απ' τον χλωμό ήλιο και διαβάζει ένα βιβλίο. Ξέρω τι διαβάζει. Την Αγία Γραφή. Ψάχνει μέσα στην Αγία Γραφή να βρει τα εδάφια που μιλούν για τους δούλους.  Προχθές που βρεθήκαμε στο σούπερ μάρκετ, όσο έκοβε το μοσχαράκι σε μερίδες, μου μίλησε γι' αυτά τα εδάφια. 

" Θα τα βρω και θα σας τα δώσω να τα έχετε κι εσείς". 

Έτσι είναι ο Ταρίκ. Του αρέσει να μαθαίνει, να ερευνά και να μοιράζεται τα συμπεράσματά του και τις γνώσεις του με τους άλλους.

"Εκείνοι οι απαίσιοι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν εδάφια απ' την Αγία Γραφή για να πείθουν τους μαύρους σκλάβους τους να υπακούουν πρόθυμα. Τους έλεγαν πως ο αφέντης τους είναι όπως ο Θεός και έτσι πρέπει να του φέρονται. Πράγματι, υπάρχουν τέτοια εδάφια. Θα τα βρω και θα σας τα δώσω να τα έχετε κι εσείς."

Μου έρχεται συχνά στο νου εκείνη η μέρα, που πήγα πάλι για ψώνια στο σούπερ μάρκετ που δουλεύει, και μου είπε μες τη χαρά: "Η μεγάλη μου κόρη (15 χρονών) πήρε το λόουερ! ". Είχε μεγάλη αγωνία για το αν θα έπαιρνε η κόρη του το λόουερ. Την προγύμναζε ο ίδιος. Χρήματα για φροντιστήρια δεν υπήρχαν, έτσι κι αλλιώς. Η επιτυχία της κόρης του ήταν και δική του επιτυχία. Ήταν η ευκαιρία του να πιστέψει περισσότερο στον εαυτό του και στις γνώσεις του. 

Σήμερα το πρωί δεν τον βρήκα και πολύ στα καλά του. "Τί τρέχει; Γιατί είσαι μελαγχολικός;" τον ρώτησα.

"Μίλησα χθες στο σκάιπ με τους γονείς μου. Ήταν και η αδελφή μου εκεί. Μου ζήτησαν να πάρω την οικογένεια και να γυρίσω στο Πακιστάν. Θέλουν να τους γηροκομήσω. Είναι πολύ μεγάλοι πια. Ο πατέρας μου έκλεισε τα 95 και η μητέρα μου τα 90".  

"Μα λείπεις πάνω από τριάντα χρόνια. Έχεις εδώ τη δική σου οικογένεια, τη δουλειά σου. Αν φύγεις, θα  τη χάσεις. Και τα παιδιά, το σχολείο τους; Θα πάνε όλα πίσω. Ό,τι έχτισες εδώ, τόσα χρόνια, θα γκρεμιστεί. Δεν υπάρχει άλλη λύση; Η αδελφή σου που μένει;" 

"Στο διπλανό χωριό. Παντρεμένη κι αυτή, με παιδιά."

"Δεν είναι λύση να φύγεις. Δεν γίνονται αυτά. Κάτι άλλο πρέπει να σκεφτείτε."

"Τα παιδιά δεν θέλουν με τίποτα να πάμε. Έχουν το σχολείο τους εδώ, τους συμμαθητές/τριες. Εκεί ούτε τη γλώσσα ξέρουν. Δεν θα μπορέσουν να σταθούν ούτε λεπτό. Μεγάλη καταπίεση, οπισθοδρομικές αντιλήψεις. Το ξέρω πως δεν γίνεται να πάρω τέτοια απόφαση για όλους μας αλλά νιώθω τύψεις και ενοχές για τους γονείς."

Μεγάλο το δίλημμα του Ταρίκ. Δύσκολα τα βράδυα του από εδώ και πέρα. Πρέπει να πάρει μιαν απόφαση που θα καθορίσει την τύχη των παιδιών του. Αν ήταν μόνος, δεν θα το σκεπτόταν λεπτό. Αλλά τώρα, τα πράγματα είναι δύσκολα. Ζουν τέσσερα άτομα με 700 ευρώ. Πληρώνουν ενοίκιο, τα παιδιά δεν πάνε φροντιστήριο για ξένες γλώσσες. Δεν πρόκειται να πάνε ,ούτε για να δώσουν στο πανεπιστήμιο. Ίσα-ίσα τα βγάζουν πέρα με έναν μισθό. Βασίζονται μόνο στο δικό τους διάβασμα και στην δική του βοήθεια.

Ο ίδιος βοήθεια δεν δέχεται ποτέ. Ούτε καφέ να τον κεράσεις αν δεν είναι σίγουρος πως μπορεί να σε κεράσει κι εκείνος.

Όμως, κάτι μου λέει πως θα τα καταφέρουν.  Οι δυσκολίες είναι, που δυναμώνουν την ψυχή του ανθρώπου και τον κάνουν θεριό. 

Την περασμένη εβδομάδα ήμουν αδιάθετη. Ρώτησε τον σύζυγό μου αν είμαι καλά γιατί έχει μέρες να με δει ν' απλώνω ρούχα στην ταράτσα. Αχ βρε Ταρίκ. Πόσο "ανθρώπινος" άνθρωπος είσαι! 

Να άλλη μια επιθυμία που έχω στη λίστα με τις επιθυμίες μου. Όταν μου επιτρέψουν ξανά τη χαρά, να πάρω τον Ταρίκ και να περπατήσουμε σ' έναν μακρύ εξοχικό δρόμο. Να συζητάμε σε όλη τη διαδρομή. Εκείνου του αρέσει πολύ να μιλάει και να μοιράζεται τις γνώσεις και τις ιδέες του. Εμένα πάλι μου αρέσει πολύ να ακούω. 

Είμαι σίγουρη πως θα διανύσουμε αυτόν τον δρόμο μέσα στα σύννεφα...



Μια παλαιότερη ανάρτηση για τον Ταρίκ Εδώ

Manchester Orchestra - The Silence