Αναρτήσεις

Τρίτη, 6 Απριλίου 2021

Αυτό το πλάκωμα ποιός θα το πάρει;

 



"Χαρίζεται... πλάκωμα βαρύ και ασήκωτο,  απροσδιορίστου προελεύσεως και αναμφιβόλου διαρκείας. Δεν επιδέχεται μεταποιήσεως. Είναι αυθεντικό και ευκολοφόρετο. Αν του φερθείτε με ευγένεια, μπορεί και να σας αγαπήσει. (δεν θα το συνιστούσα...)

Μαζί χαρίζεται ηλεκτρονικό πιεσόμετρο και δέκα μπουκαλάκια βαλεριάνας σε σταγόνες. 

(Για περισσότερες πληροφορίες αφήστε μήνυμα και εντός 24ωρου, θα επικοινωνήσω μαζί σας. Αν δεν επικοινωνήσω, σημαίνει πως το ξεφορτώθηκα!).


Sivert Hoyem - Prisoner Of The Road (...απ' την ανάποδη)













Σάββατο, 27 Μαρτίου 2021

Ανακαλύπτοντας τη μαγεία από ψηλά

 


Απ' όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα πάντα ένα θεματάκι με τα ύψη. 

Δεν είμαι υψοφοβική, αν αυτό νομίσατε. Αντίθετα, πάντα μου άρεσε να βλέπω τον κόσμο από ψηλά. 

Όχι..."αφ' υψηλού" :)  όπως μπορεί πάλι να νομίσατε, αλλά από ύψος.

Ο Φρόυντ σίγουρα θα είχε πολλά να μας πει - ίσως και να έχει πει κι εγώ να μην το γνωρίζω -, σχετικά με το θέμα μου που, είμαι βέβαιη πως το μοιράζομαι με πολλούς άλλους ανθρώπους. 

Ίσως να οφείλεται σε μια ενδεχόμενη τάση μου να μην εμπλέκομαι πολύ με την... πραγματικότητα, να μου αρέσει να αιθεροβατώ :)

Άλλη εκδοχή είναι, να αρκούμαι στο να βλέπω μόνον τα όμορφα και όχι τα άσχημα της ζωής.

Και μια τρίτη, να μου αρέσει να βλέπω τη μεγάλη εικόνα. 

Όπως και να 'χει πάντως, εμένα μου αρέσει το ύψος, ο ανοιχτός ορίζοντας, περισσότερο κι απ' τη θάλασσα ακόμα.

Αφού όμως δεν μπορώ, λόγω συνθηκών, να απολαμβάνω... το "κουσούρι" μου, βρήκα άλλον τρόπο να ικανοποιώ αυτή την επιθυμία μου. Αναζητώ στο διαδίκτυο εικόνες από ψηλά. Ψάχνοντας βρήκα θησαυρούς. Ανακάλυψα ανθρώπους που έχουν δημιουργήσει μια ξεχωριστή "σχολή" αεροφωτογραφίας. Και επειδή, όποιος ψάχνει βρίσκει, η αρχική αναζήτησή μου με οδήγησε στους εναέριους αρχαιολόγους και συγκεκριμένα στον KLAUS  LEIDORF.

 

KLAUS  LEIDORF  5 ΙΟΥΝΙΟΥ 1956.








Είναι γερμανός εναέριος αρχαιολόγος και εργάζεται στη Βαυαρία. Σπούδασε προτεσταντική θεολογία και υπηρέτησε μέχρι το 1989 ως κρατικός υπάλληλος στο Βαυαρικό Κρατικό Γραφείο για την διατήρηση των ιστορικών μνημείων. Μετά πήρε ιδιωτική άδεια πιλότου και άρχισε να φωτογραφίζει τα ιστορικά μνημεία από αέρος. 
Ίδρυσε εκδοτική εταιρεία, μια από τις μεγαλύτερες στη γερμανική γλώσσα, με ειδίκευση στην αρχαιολογική λογοτεχνία. Οι εναέριες καλλιτεχνικές φωτογραφίες του είναι άπειρες και διακρίνονται για την υψηλή αισθητική τους. 

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2021

"Πρέπει να ανεβείτε ένα βουνό για να μάθετε τι σας συνδέει με την ύλη"

 

               Χένρι Ντέιβιντ Θορώ (1817-1862)



"Όποιος προχωράει αποφασιστικά προς την κατεύθυνση των ονείρων του, και παλεύει για να ζήσει τη ζωή που είχε ονειρευτεί, θα συναντήσει την επιτυχία εκεί που δεν περίμενε".


Σήμερα  που, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ίσως, εφαρμόζονται μαζικά, παγκόσμια και σε συγχρονισμό άδικοι νόμοι, μέσω των οποίων διαμορφώνεται η ζωή των ανθρώπων  προς το χειρότερο, ο νους πάει στον Χένρι Ντέιβιντ Θορώ.

Τον Ιούλιο του 1845, ένας άντρας οδηγήθηκε στη φυλακή επειδή αρνήθηκε να πληρώσει τους φόρους έξι χρόνων, στην πολιτεία της Μασαχουσέτης. Δεν ήθελε, όπως είπε, με τα χρήματά του να στηρίξει το καθεστώς της δουλείας και τον επεκτατικό πόλεμο της Αμερικανικής κυβέρνησης στο Μεξικό.

Μέσα στη φυλακή έγραψε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά δοκίμια που έμελλε να επηρεάσουν προσωπικότητες όπως ο Τολστόι, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ και ο Γκάντι. 

Το δοκίμιο είχε τον τίτλο "Περί του καθήκοντος της πολιτικής ανυπακοής", ένα κείμενο υπέρ της ανυπακοής σε ένα άδικο κράτος. 


Τέσσερα χρόνια πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση του 1821, γεννήθηκε στο Κόνραντ της Μασαχουσέτης ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, ένας σημαντικός φιλόσοφος, συγγραφέας, φυσιοδίφης και ποιητής.

Για τους Αμερικανούς ο Θορώ είναι ο θεμελιώδης λίθος της κουλτούρας τους και για τον υπόλοιπο κόσμο ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους, παγκόσμια.

Υποστήριξε την κατάργηση της δουλείας.

Ανέδειξε την σπουδαιότητα μιας απλής ζωής σε φυσικό περιβάλλον.

Προφήτευσε τις μεθόδους και τα ευρήματα της οικολογίας στο βιβλίο του "Γουόλντεν" και κυρίως χαρακτηρίστηκε από τους συγχρόνους του άστοχα ως αναρχικός εξαιτίας του βιβλίου του "Περί του καθήκοντος της πολιτικής ανυπακοής".

Ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, γενήθηκε το 1817 στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης. 

Πρώτος ο Τολστόι στο έργο του "Ανάσταση" εξαίρει την σπουδαιότητα των φιλοσοφικών απόψεων του Θορώ. Ο Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ υιοθετούν την αντίσταση μέσω της μη βίας, μέσω της ανυπακοής.

Ολόκληρη η πολιτική φιλοσοφία επηρεάστηκε από τον Θορώ, και συνεχίζει να επηρεάζεται. 

Το πρώτο επάγγελμα που διάλεξε να κάνει ήταν δάσκαλος. Το δεύτερο αγρότης και το τρίτο συγγραφέας.

Πέθανε από φυματίωση τον  Μάιο του 1862, στα 45 χρόνια του. Πέντε μήνες πριν την Ελληνική λαϊκή εξέγερση του 1862 που είχε ως αποτέλεσμα την καθαίρεση του βασιλιά Όθωνα.

Η παγκόσμια διαθήκη που άφησε είναι τα δύο σημαντικά βιβλία, που αναφέρθηκαν πιο πάνω:

Το "Walden ή η ζωή στο δάσος", η αναζήτηση της απλής ζωής σ' ένα φυσικό περιβάλλον και 

το "Περί του καθήκοντος της πολιτικής ανυπακοής", ένα επιχείρημα υπέρ της ανυπακοής προς ένα άδικο κράτος. Βιάστηκαν εξ αιτίας αυτού του έργου του να τον χαρακτηρίσουν αναρχικό, αφού στην πραγματικότητα με αυτό, υποστήριξε τη διόρθωση και όχι την κατάργηση του κράτους.

Ανήκει στην ομάδα των Τρανσενταλιστών της Αμερικής, δηλαδή των "υπερβατικών" φιλοσόφων και συγγραφέων.  

Υπήρξε ο πρώτος που μίλησε για τη φύση και τον σπουδαίο ρόλο της. Δίκαια ονομάστηκε "πρώτος οικολόγος".





Μερικά αποσπάσματα:

"Καλύτερη κυβέρνηση, αυτή που κυβερνά ελάχιστα".


"Άδικοι νόμοι υπάρχουν. Θα αρκεστούμε να τους υπακούμε ή θα προσπαθήσουμε να τους διορθώσουμε; Και μέχρι να το καταφέρουμε θα τους υπακούμε ή θα τους παραβιάσουμε αμέσως;"


"Άν κάποιος που δεν έχει περιουσία αρνηθεί έστω και μια φορά να δώσει εννιά σελίνια στο κράτος, μπαίνει στη φυλακή για χρονικό διάστημα που δεν περιορίζεται από κανένα νόμο που γνωρίζω, και καθορίζεται μόνον απ' την διακριτική ευχέρεια εκείνων που τον φυλάκισαν. Αν όμως κλέψει από το κράτος ενενήντα φορές εννιά σελίνια, σύντομα αφήνεται ελεύθερος και πάλι".


"Άν η φύση της αδικίας είναι τέτοια που σε υποχρεώνει να γίνεις φορέας αδικίας προς κάποιον άλλον, τότε, λέω, παραβιάστε τον νόμο. Αφήστε τη ζωή σας να λειτουργήσει ως μια ενάντια δύναμη τριβής που θα σταματήσει τη μηχανή. Εκείνο που οφείλω να κάνω είναι να φροντίζω, σε κάθε περίπτωση, να μην αποτελώ μέρος της αδικίας που καταδικάζω".


"Θα έρθουν στιγμές που οι άνθρωποι θα σας πουν ότι το χρήμα είναι "σκληρό". Σκληρές είναι και οι τσακμακόπετρες, μα μέσα τους δεν έχουνε μέταλλο. Το χρήμα δεν είναι για φάγωμα, λέω εγώ. Μονάχα φανταστείτε έναν άνθρωπο σ' αυτόν τον καινούργιο κόσμο, μέσα στην ξύλινη καλύβα του, ανάμεσα στα καλαμπόκια και τις πατάτες του, με μια στάνη απ' τη μια μεριά, να λέει ότι το χρήμα είναι σκληρό. Τι σχέση έχει αυτό με την καλλιέργεια του φαγητού του, το κόψιμο των ξύλων του, με το να μένει μέσα όταν βρέχει, κι άμα το φέρει η ανάγκη, να πλέκει ή να υφαίνει τα ρούχα του;".


"Θα πρέπει να νιώθετε άλλος άνθρωπος μετά από την μοναχική σας βόλτα στα βουνά. Θεωρώ πως όταν βρίσκομαι στις κορυφές τους, αισθάνομαι το ίδιο δέος με εκείνων που μπαίνουν σε μια εκκλησία. Να βλέπεις πάνω σε τι γη έχτισες το σπίτι σου και, ενδεχομένως, έναν κήπο. Είναι σαν το πέρασμα των χρόνων και χρόνων. Πρέπει να ανεβείτε ένα βουνό για να μάθετε τι σας συνδέει με την ύλη". Απόσπασμα από το έργο Γράμματα ενός υπερβατιστή.


                                              



"Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά, να αντιμετωπίσω μονάχα τα ουσιώδη της ζωής, και να δω αν θα μπορούσα να μάθω όσα είχε να μου διδάξει, έτσι ώστε, όταν θα ερχόταν η ώρα μου να πεθάνω, να μην ανακάλυπτα ξαφνικά ότι δεν είχα ζήσει ποτέ...Ήθελα να γευτώ μια ζωή γεμάτη και να ρουφήξω όλο της το μεδούλι, να ζήσω με τρόπο τόσο αυστηρό και σπαρτιάτικο, ώστε να τρέψω σε άτακτη φυγή οτιδήποτε δεν ήταν ζωή".
Χένρυ Ντέιβιντ Θορώ

 



"Τα δάση δεν είναι ακατοίκητα αλλά ασφυκτικά γεμάτα από τίμια πνεύματα το ίδιο καλά με μένα...
Αυτό που ονομάζουμε άγρια φύση, είναι ένας πολιτισμός διαφορετικός απ' τον δικό μας."


"Σε τί χρειάζεται ένα σπίτι αν δεν έχεις έναν υποφερτό πλανήτη να το βάλεις επάνω;"




"Τα πουλιά δεν τραγουδούν ποτέ μέσα στις σπηλιές".


"Είμαστε γεννημένοι για να πετύχουμε, όχι να αποτύχουμε".


"Πρέπει όχι μόνο να στοχεύεις καλά, αλλά και να τεντώνεις το τόξο με όλη σου τη δύναμη".


"Δεν έχω χρόνο να είμαι βιαστικός".


"Δυο χιλιάδες καλοκαίρια έχουν προσδώσει στα μνημεία της αρχαίας Ελληνικής λογοτεχνίας, όπως και στα μάρμαρά της,  μόνον μια ώριμη, χρυσή και φθινοπωρινή απόχρωση, έχοντας μεταφέρει τη γαλήνια και ουράνια ατμόσφαιρά τους σε όλη τη γη, για να τα προστατεύσουν από τη διάβρωση του χρόνου".


"Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν ζωές μέσα σε σιωπηλή απόγνωση".


"Η κατοικία μου ήταν μικρή, δεν έφτανε ούτε να φιλοξενήσει έναν αντίπαλο". (Αντίγραφο της καλύβας του και το άγαλμά του, στο δάσος όπου απομονώθηκε για έναν χρόνο)



"Αυτούς που αγαπάμε, μπορούμε να τους μισήσουμε. Οι άλλοι μας είναι αδιάφοροι".


"Ο πλούτος του ανθρώπου μετριέται από τον αριθμό των πραγμάτων που έχει την πολυτέλεια να αφήνει απείραχτα".


"Οι άνθρωποι γυρίζουν πειθήνια στο σπίτι τους το βράδυ και η ζωή τους μαραζώνει, αφού εισπνέει ξανά και ξανά την ίδια της την ανάσα. Κάθε μέρα, θα έπρεπε να γυρίζουμε σπίτια μας από μακριά, από περιπέτειες και κινδύνους και νέες ανακαλύψεις, με νέες εμπειρίες και νέο χαρακτήρα".


"Τι συμβολίζει η Αφρική - τι συμβολίζει η άγρια φύση; Μήπως δεν είναι τάχα και ο δικός μας εσωτερικός κόσμος, λευκή, ανεξερεύνητη περιοχή του χάρτη, κι ας αποδειχτεί μαύρη σαν τις ακτές της Αφρικής, όταν κάποτε ανακαλυφθεί;"



Οι φωτογραφίες, από το διαδίκτυο.
Περισσότερα για τον Χένρι Ντέβιντ Θορώ  ΕΔΩ



Paradise - Bruce Springsteen





Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2021

Ο ιππότης με το χέρι στο στήθος

 




      Ο Ιππότης με το χέρι στο στήθος - Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. 

                    Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη.



Ήταν μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής της. Κράτησε πέντε χρόνια και χώρεσε δυο θανάτους, την απώλεια του πατρικού, πολλές μετακινήσεις, πολλή σωματική και ψυχική κούραση και το κλείσμο ενός οδυνηρού κύκλου. 

Οι γονείς της έφυγαν μετά από βαρειές ασθένειες, με διαφορά έξι μηνών. Βρίσκονταν στην επαρχία και έπρεπε να αφήνει τη δουλειά και το σπίτι της για να τους επισκέπτεται κάθε βδομάδα, και να τους φροντίζει. 

Το παιδί της έφευγε από το σπίτι το πρωί στις επτά και γύριζε στις εννιά το βράδυ, ετοιμαζόταν για πανελλήνιες. Τι να σου κάνει κι ο σύζυγος που έφευγε κάθε πρωί στις έξι και γύριζε στις πέντε το απόγευμα; 

Η δουλειά της έμεινε πίσω. Οι υποχρεώσεις την κυνηγούσαν, όλοι περίμεναν κάτι από εκείνη. Ήρθε όμως η εποχή που τελείωσε κι αυτή η περίοδος και άρχισε να μετράει απώλειες. Όλα της φαίνονταν άγευστα, χωρίς νόημα. Την είχε ρουφήξει το πένθος και δεν μπορούσε να βγει πάνω. 

Μια μέρα, πήρε την κόρη της και πήγαν για ψώνια. Ανηφόριζαν έναν ήσυχο δρόμο. Ήταν Σάββατο πρωί, γύρω στις εννιά. Άνοιξη. Όμορφη μέρα. Κρατούσε το κορίτσι απ' το χέρι. Όχι για κείνην. Για την ίδια. Για να παίρνει δύναμη απ' το παιδί της. Περπατούσε αργά με το βλέμμα καρφωμένο στις πλάκες του  πεζοδρομίου. Πλακωμένη ήταν και η ψυχή της. Δεν ανάσαινε. 

"Δε θυμάμαι...", μου είπε "αν σκεφτόμουν κάτι. Θυμάμαι όμως πώς ένιωθα. Εξαϋλωμένη. Εντελώς. Σαν να μην ήμουν απ' τον κόσμο τούτο. Δεν επικοινωνούσα. Κάποια στιγμή άκουσα το παιδί να μου λέει " Πρόσεχε μαμά!", και την ένιωσα να με τραβάει απ' το χέρι που κρατούσα. Σαν να ξύπνησα". 

"Σήκωσα τα μάτια μου από κάτω και είδα να στέκει εμπρός μου..."O Ιππότης με το χέρι στο στήθος". Το ίδιο βλέμμα, το ίδιο πρόσωπο, η ίδια γλυκιά ματιά. Το χέρι του ακουμπησμένο χαλαρά πάνω στο γελέκι του. Στη ζώνη του άστραφτε ένα ασημομάχερο. Το βλέμμα του ακίνητο. Στόχευε μακριά. Στο βάθος του δρόμου. Μου φάνηκε θεόρατος. Η κορμοστασιά του υψωνόταν στον ουρανό. Τα έχασα. Δέος με κατέκλυσε. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Ζαλίστηκα και νόμισα για μια στιγμή πως θα λιποθυμήσω. Πιο πέρα, στεκόταν κι άλλος ένας, όμοιος με τον πρώτο. Έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Δυο άντρες πανύψηλοι, πανέμορφοι, ντυμένοι με γαλάζιες κρητικές φορεσιές, πωλούσαν τα προϊόντα τους, που βρίσκονταν απλωμένα πρόχειρα στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. 

"Αμέσως σκέφτηκα: δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι! Αρχάγγελοι είναι. Κατέβηκαν στη γη για να μου δώσουν ένα μήνυμα".

"Ντράπηκα στη σκέψη, πως ίσως να κατάλαβαν την ταραχή μου. Ετάχυνα το βήμα μου, τραβώντας και το παιδί κοντά μου. Στη στροφή σταμάτησα". 

"Τι έπαθες μαμά;" 

"Τους είδες;" 

"Ποιούς;" 

"Τους αρχαγγέλους! Ή μήπως ήτανε θεοί του Ολύμπου;" 

Το κορίτσι μου σάστισε. 

"Τους Κρητικούς λες; Σιγά βρε μάνα!" 

Γέλασε το παιδί. Εγώ πάλι, καθόλου. Ακόμα τους θυμάμαι.

Γιατί, εκείνο το πρωί, σηκώνοντας τα μάτια μου να τους κοιτάξω, αντίκρυσα... τον ουρανό...για πρώτη φορά, μετά από πέντε χρόνια!". 

Αυτά είπε. 

Μετά, κάρφωσε το βλέμμα της στο δικό μου. 

Κι εγώ κατάλαβα...


(Ένα τραγούδι - προσευχή στους αρχαγγέλους του Κόσμου!)




Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2021

Μια "αφανής" ηρωίδα!!

 










Μιλάμε βέβαια για τη μέλισσα, το λιλιπούτειο αυτό πλασματάκι που είναι ταγμένο να διατηρεί τη ζωή πάνω στη γη.
Εμφανίστηκαν πριν 80 εκατομμύρια χρόνια και σήμερα υπάρχουν πάνω από 20.000 είδη και 700 γένη.






Το σπίτι της είναι η κυψέλη. Εκεί ζούν και εργάζονται ακατάπαυστα έως και 15.000 μελισσούλες, μαζί με την βασίλισσα και τον κηφήνα.
Στις αρχές του καλοκαιριού φθάνουν και τις 40.000 σε κάθε κυψέλη.
Πρόκειται δηλαδή για μια μικρή κοινότητα, άρτια οργανωμένη, απόλυτα ιεραρχημένη, που ακολουθεί πιστά τους αιώνιους νόμους της φροντίδας και προστασίας της ομάδας, του σπιτιού, του μικρόκοσμού της.





Η αυστηρή ιεραρχία και ο έξοχος συντονισμός όλου αυτού του πληθυσμού μόνον θαυμασμό και δέος μπορεί να προκαλέσει. Φτάνει να σκεφτούμε πως και μια δική μας επαρχιακή πόλη μπορεί να φτάσει τις 15.000 πληθυσμού χωρίς όμως να έχει να επιδείξει τα ίδια αποτελέσματα.





Η ζωή της διαρκεί όλο κι όλο 4-5 μήνες εκτός από την βασίλισσα που ζει 3-5 χρόνια και η δουλειά της είναι να γεννά αυγά και να διοικεί το μελίσσι. Το καλοκαίρι το μελίσσι ζει ακόμα λιγότερο, μόλις 40 μέρες. Τους αρκούν όμως για δημιουργήσουν το θαύμα.
Επισκέπτονται 1000 λουλούδια για να παράξουν λιγότερο από ένα κουταλάκι μέλι.
Τι ειρωνεία! Εμείς αγοράζουμε ολόκληρο βάζο χωρίς καν να υποψιαστούμε τον κόπο, την φροντίδα, την άοκνη προσπάθεια της μελισσούλας που κρύβεται από πίσω του.






Μόλις γεννηθεί, ξεκινάει αμέσως τη δουλειά.
Για 3 μέρες φροντίζει την καθαριότητα των κελιών. Η καθαριότητα γενικά είναι πολύ σημαντική για το μελίσσι.
Για 2 εβδομάδες ακόμα, εκτός από την σχολαστική καθαριότητα της κυψέλης, ταϊζει τις προνύμφες και τις ελέγχει πάνω από 1000 φορές την ημέρα.




Από την 7η -10η μέρα της ζωής της φροντίζει τη βασίλισσα: την ταϊζει με βασιλικό πολτό, την καθαρίζει και βοηθάει στην εξάπλωση των φερομονών της στην κυψέλη για να συντονίζεται το μελίσσι.
Από την 12η μέρα της ζωής της, η δουλειά της είναι να παραλαμβάνει το νέκταρ και τη γύρη που φέρνουν απ' έξω οι συλλέκτριες μέλισσες και στη συνέχεια να μετατρέπει το νέκταρ σε μέλι.

Από την 12η μέρα της ζωής της φροντίζει επίσης για τον καλό αερισμό της κυψέλης. Αυτό το καταφέρνει κουνώντας με μεγάλη ταχύτητα τα φτερά της γιατί δεν πρέπει να πιάσει υγρασία το μέλι μέχρι να το σφραγίσει.
Το καλοκαίρι κουβαλάει νερό απ' έξω για να δροσίζονται οι μέλισσες-εργάτριες μέσα στην κυψέλη και να μειώνεται η θερμοκρασία.




Από την 12η - 14η μέρα της ζωής της, παράγει το κερί με το οποίο χτίζει και σφραγίζει τα κελιά, μέσα στα οποία αποθηκεύει το μέλι.
Από την 18η - 21η μέρα της ζωής της αναλαμβάνει την φρούρηση της κυψέλης. Ελέγχει με την οσμή όποιον μπαίνει στην κυψέλη και επιτίθεται στους ξένους: σφήκες, άλλο έντομο, ξένες μέλισσες.




Από την 21η μέρα έως το τέλος της ζωής της, η μέλισσα εργάζεται ως συλλέκτρια. Βγαίνει από την κυψέλη και συλλέγει τη γύρη, το νέκταρ και την πρόπολη.




Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται οι ανιχνευτές. Μέλισσες που ψάχνουν για την τροφή και μόλις την εντοπίσουν επιστρέφουν για να οδηγήσουν εκεί τις υπόλοιπες εργάτριες-συλλέκτριες.
Την επόμενη φορά που θα δείτε μια μέλισσα να γυροφέρνει τα άνθη του μπαλκονιού σας, να ξέρετε πως έχει διανύσει μέχρι και 8 χιλιόμετρα μέχρι να τα βρει.




 

Αγαπήστε τες όπως τους αξίζει και δείξτε την ευγνωμοσύνη σας με το να τις προστατεύετε από τους ψεκασμούς χημικών ουσιών και τις διάφορες μολύνσεις.








Πηγή φωτογραφιών



Το γλυκό τραγούδι που ακολουθεί, δώρο από τον φίλο μας το Μάριο. Σ' ευχαριστώ πολύ φίλε.

HONEY (Lyrics) - BOBBY GOLDSBORO







Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2021

Η μοναχική πορεία ενός άντρα στο χιόνι...

 



Πατήστε πάνω στις εικόνες για μεγιστοποίηση

Πόση δύναμη πρέπει να έχει ένας άνθρωπος για να πιστεύει στο εφήμερο; Να το αγκαλιάζει, να του δίνει χώρο και χρόνο και να το αναδεικνύει σαν παντοτινό;  Μόνον εκείνος που έχει αποδεχτεί την δική του εφήμερη φύση, που λατρεύει τη στιγμή που νιώθει ζωντανός και την αναγάγει σε έργο τέχνης. 

Ένας άντρας εξήντα τριών χρονών, σήμερα, αναμετριέται με το απέραντο χιόνι. Προσπαθεί να του δώσει μορφή, σχήμα, και τα καταφέρνει.

Δημιουγεί 30 σχέδια περίπου, κάθε χειμώνα, κυρίως στις Άλπεις.

Περπατάει για δέκα ώρες πάνω σε χιονοπέδιλα, προκειμένου να ολοκληρώσει ένα έργο. Κάποιες φορές, φτάνει να περπατάει έως και 30 μίλια. Μια πυξίδα τον βοηθάει στο μέτρημα των βημάτων του.

Το συνολικό του έργο, μέχρι σήμερα, ανέρχεται σε 330 έργα στο χιόνι. Το κάθε έργο του καλύπτει την έκταση τριών ποδοσφαιρικών γηπέδων.




Και όλα αυτά, περπατώντας! 

Δεν χρησιμοποιεί καμβάδες, πινέλα και χρώματα. Τα πόδια του, η αντοχή, η δύναμή του και μια πυξίδα είναι τα βασικά "εργαλεία" του για να να απεικονίσει τις εμπνεύσεις του πάνω στο χιόνι.




Είναι ο καλλιτέχνης του εφήμερου. 

Ο πρώτος καλλιτέχνης χιονιού σε όλο τον κόσμο. Πρώην χαρτογράφος. Γεννήθηκε το 1958 στην Μεγάλη Βρετανία και σπούδασε στην Οξφόρδη.

Εμπνέεται από τη φύση. "Η φύση μας χαρίζει τόσα σχήματα! Παρατηρώντας την είναι επόμενο να μας εμπνέει." Κάποιες φορές αντλεί έμπνευση ακόμα και από αντικείμενα του περιβάλλοντός του, όπως ένα δαντελωτό κουρτινάκι στο παράθυρό του δωματίου που τον φιλοξενεί. 


Ένας καλλιτέχνης του χιονιού πρέπει να διαθέτει πολλά περισσότερα από έναν ζωγράφο, γλύπτη κ.λ.π. Πρέπει να διαθέτει το πνεύμα του αθλητή, του περιηγητή και πάνω απ' όλα να λατρεύει το χιόνι. Τι να σκέφτεται άραγε όταν έχει μπροστά του μια μεγάλη επίπεδη, χιονισμένη έκταση; 

Ποιά αίσθηση τον διακατέχει; Της αναμέτρησης ή της συμφιλίωσης; Ποιός νοητικός διάλογος ανοίγει μεταξύ τους; 




Ο Σάιμον Μπεκ είναι σαν τον αγρότη. Δουλεύει στην ύπαιθρο, δέχεται καταπρόσωπο τις καιρικές συνθήκες, αντέχει στην κακουχία αλλά το δικό του δημιούργημα κρατάει τόσο λίγο! Μέχρι το επόμενο χιόνι.    

Εφήμερο αλλά πανέμορφο! Όπως η ίδια η ζωή...



Περισσότερα για τον Simon Beck: Εδώ

Περισσότερα έργα του: Εδώ





Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2021

O AΝΘΡΩΠΟΣ

 






Μέσα από το φάσμα της επιδημίας που μπορεί να μας φοβίζει και να μας παραμορφώνει αλλά τελικά μας εξυψώνει  σε κάτι πιο ουσιαστικό από μια καθημερινότητα,
ένας ύμνος ευγνωμοσύνης στη Γη που μας φιλοξενεί, στον Θεό που έδωσε την ευκαιρία να υπάρχουμε. Γιατί η ζωή δεν χρειάζεται προϋποθέσεις για να τη ζούμε. 
Υπάρχει γύρω μας και μας καλεί να μπούμε στα χρώματά της, στους ήχους της, στη μουσική της, στην αιώνια πάλη της με το θάνατο.

Δεν  ξέρω αν θα καταφέρω τελικά να εκφράσω τα αισθήματα που μου προξένησε αυτή η ταινία. Τις λέξεις τις βρίσκεις αλλά κι αυτές έχουν όρια όταν η ψυχή και το πνεύμα ξεμακραίνουν από τον κόσμο.
Ασύλληπτης ομορφιάς τοπία, ανθρώπινα πρόσωπα που λένε ολόκληρες ιστορίες, μουσική θεϊκή, σαν μονοπάτι ανάμεσα στα σύννεφα, βλέμματα καρφωμένα πάνω μου, επικοινωνία μυσταγωγική.
Πόση συγκίνηση να νιώθεις μέρος αυτού του κόσμου!
"Υπερβολές! Είναι απλά η καθημερινότητα", μου ψιθύρισε η Άλλη.

Όχι, δεν είναι απλά η καθημερινότητα. Είναι ένα θαύμα και εμείς όλοι είμαστε συμμέτοχοι σ' αυτό. Ζούμε πάνω σ' ένα αστέρι με τόση ομορφιά τόση πολυπλοκότητα! Συμμετέχουμε σ' ένα θαύμα. Κι εκείνοι που έζησαν πριν από εμάς και εμείς που ζούμε τώρα κι όσοι θα ζήσουν στο μέλλον.

Ένα μικρό θαύμα είναι και η τανία, για το θαύμα της Γης και της Ανθρωπότητας, πάνω σ' αυτόν τον λαμπερό, πολύχρωμο βόλο  που περιστρέφεται μέσα στο σκοτάδι του Σύμπαντος και που εμείς έχουμε την αφέλεια να θεωρούμε αλώβητο και δεδομένο.
Μια ταινία που μας ενώνει σ' ένα μωσαϊκο βλεμμάτων, προσώπων, γεωποικιλότητας, χρωμάτων. 
Σ' ένα μωσαϊκό ζωής. 
Μιας οικουμενικής ομορφιάς, όπως φαίνεται από ψηλά, μακριά από τις μικρότητες και την ανοησία, την αρρώστια και τον πόνο.
Κι όλα αυτά, ενωμένα με τη χρυσή λεπτοφυή κλωστή της μουσικής.









Γιαν Αρτούς Μπερτράν  ( 13 Μαρτίου 1946)
Περιβαντολλόγος, ακτιβιστής, δημοσιογράφος και φωτογράφος. Έχει σκηνοθετήσει ταινίες σχετικά με τις επιπτώσεις των ανθρώπων στον πλανήτη.
Ιδιαίτερα γνωστός για το βιβλίο του, "Earth from Above" και τις ταινίες του Home και Human.
Το 2002 βρέθηκε στην Ελλάδα και παρουσίασε το βιβλίο του "Η Ελλάδα από ψηλά"





(Αρμάντ Αμάρ, συνθέτης της ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ μουσικής.

Γάλλος συνθέτης που ζει στο Παρίσι. Γεννήθηκε το 1953 στην Ιερουσαλήμ και μεγάλωσε στο Μαρόκο.
Βραβείο Cesar 2010)


"...Μου αρέσει πολύ η παραδοσιακή μουσική, σε συγκινεί, σε συνδέει με το συναίσθημα. Η ιδέα με τον ΑΝΘΡΩΠΟ ήταν να δημιουργήσει τραγούδια που θα αντανακλούν το ίδιο συναίσθημα που δημιουργούν οι συνεντεύξεις. Ήθελα να ανοίξουν τα πράγματα, να ανοίξω την καρδιά κάποιου,να αφήσω τη θλίψη να είναι χωρίς περιορισμό.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ήταν μια απ' αυτές τις σπάνιες στιγμές της ζωής μου, ως συνθέτης ταινιών, κατά την διάρκεια της οποίας θα μπορούσα να εκφράσω όλους αυτούς τους διαφορετικούς πολιτισμούς ταυτόχρονα είτε δουλεύοντας σε μινιμαλιστικά τραγούδια είτε συναντώντας αυτούς τους μουσικούς και τραγουδιστές που προέρχονται απ' όλο τον κόσμο. Είχα ένα παγκόσμιο όραμα στο μυαλό μου, μια ατμόσφαιρα που θα συγχωνευόταν με την ταινία και θα έφερνε τους ανθρώπους μαζί. Αυτό το όραμα ήταν η αφετηρία μου για την σύνθεση της μουσικής στο Human.
Με τον Γιαν μας συνδέει μια ισχυρή φιλία, μια στενή σχέση." 




HUMANs' Musics - Μια ταινία του Yann Arthus Bertrand - Σύνθεση μουσικής Armand Amar,




Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2020

Θέλω να μου χαρίσεις κάτι

 







Άλλη - Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.

2021 - Ό,τι θέλεις.

Άλλη - Ό,τι θέλω; Τ' ορκίζεσαι;

2021- Τ' ορκίζομαι.

Άλλη- Είναι δύσκολο.

2021- Δεν πειράζει.

Άλλη- Είναι ακριβό.

2021- Δεν με νοιάζει.

Άλλη- Είναι σπάνιο.

2021- Τόσο το καλύτερο.

Άλλη- Είναι επικίνδυνο.

2021- Δεν φοβάμαι.

Άλλη- Μπορεί να καείς άμα το πιάσεις.

2021- Θα γίνω νερό να σβήσω τη φωτιά.

Άλλη- Μπορεί να σου γλιστρήσει απ' τα χέρια και να φύγει.

2021- Θα το ξαναπιάσω.

Άλλη- Μπορεί να πάει πολύ μακριά.

2021- Θα το κυνηγήσω.

Άλλη- Μπορεί να χαθεί στον ουρανό.

2021- Θα γίνω πουλί να το ψάξω.

Άλλη- Μπορεί να βυθιστεί στη θάλασσα

2021- Θα γίνω αγκίστρι να το πιάσω.

Άλλη- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.

2021- Ό,τι θέλεις.

Άλλη- Ό,τι, ό,τι θέλω; Τ' ορκίζεσαι;

2021- Στ' ορκίζομαι.

Άλλη- Θέλω κάτι που δεν υπάρχει πουθενά.

2021- Χμμ... 

Άλλη- Τι θέλω;

2021- Κατάλαβα.

Άλλη- Τι θέλω;

2021- Αυτό που δεν υπάρχει πουθενά.

Άλλη- Και ποιο είναι αυτό που δεν υπάρχει πουθενά;

2021- Το "Για πάντα".

Άλλη-  Τι θα πει για πάντα;

2021- Ό,τι Σ' αγαπώ.

Άλλη- Αυτό θέλω, καινούργιε χρόνε. Να μ' αγαπάς :))


(Μικρή παράφραση αποσπάσματος από το "Θέλω να μου χαρίσεις κάτι" των Ανθή Δοξιάδη Τρύπη-Αλέξη Κυριτσόπουλου, Εκδ. Άγρα 1985)


Ποιο το χρώμα της Αγάπης- Λουδοβίκος των Ανωγείων







Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2020

Οκτώ μέρες

 


ΚΑΛΑ  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΙ ΜΟΥ
                    





Έκοβε κι έραβε η γλώσσα της μοδίστρας μας της Ευανθίας. Το μοδιστράδικο ήταν και πρακτορείο Ρόϊτερ. Όλα τα μαθαίναμε. Έφερνε τη μεζούρα της γυροβολιά στον λαιμό της, κρατούσε τις καρφίτσες στο στόμα και καθώς σούρωνε τα υφάσματα πάνω στα παχουλά κορμιά των κυριών, παρακολουθούσε, με την άκρη του ματιού της, το καρίκωμα που έκανε η Αντιγόνη. 

Τη θυμάμαι σκυμμένη πάνω από πατρόν και υφάσματα, μέσα στο στενό καμαράκι που έκοβε και γάζωνε. Στον παράμεσο του δεξιού της χεριού φορούσε πάντα μια ασημένια δαχτυλήθρα. Ακόμα κι όταν στεκόταν όρθια για την πρόβα, το σώμα της έγερνε μπροστά, σαν να μην ήξερε άλλο τρόπο να υπάρχει. Τί έκπληξη όμως όταν σήκωνε τα μάτια της να σε κοιτάξει! Οι καταπράσινες λίμνες τους με πόση ευκολία σε ταξίδευαν στην παρθένα χώρα της τρυφερής ψυχής της!

Σίγουρα θα φαινόταν ομορφότερη, αν άφηνε ελεύθερα τα μαλλιά της. Αλλά εκείνη προτιμούσε να τα μαζεύει πίσω, σε κότσο αυστηρό, που συγκρατούσε σταθερά στη θέση του ένας πυκνός φιλές και άφθονες φουρκέτες.


Ήρθε στον τόπο μας, πρώτη φορά, με τους εργάτες της ελιάς. Είκοσι χρονών ήτανε τότε. Έμεναν στους ελαιώνες, μέσα σε παραπήγματα, κι όταν τελείωνε η συγκομιδή, γύριζαν στα χωριά τους.

Μια χρονιά, η Ευανθία αποφάσισε να μη γυρίσει πίσω. Νοίκιασε, με τις οικονομίες της, ένα σπιτάκι με αυλή, αγόρασε μια ραπτομηχανή και ξεκίνησε να ράβει. Για αρχή, μπάλωνε τα ρούχα που της έφερναν οι εργάτες. Σιγά-σιγά προχώρησε στα γυναικεία.  Ούτε που το κατάλαβε πως απ' τα μπαλώματα, πέρασε στα πατρόν και στις κυρίες της καλής κοινωνίας. Μέσα σε δέκα χρόνια, η δουλειά της αυξήθηκε τόσο πολύ που δεν τα έβγαζε μόνη της πέρα. Τότε, πήρε βοηθό την Αντιγόνη. 

Δούλευε ασταμάτητα. Μόνον την Κυριακή εξαιρούσε. Έκανε μπάνιο αποβραδίς, ετοίμαζε τα καλά της και όταν ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα,  ήταν στην εκκλησία από τους πρώτους. Μετά το "Δι' ευχών..." συνέχιζε τη μέρα της με βόλτα στην πλατεία και μια πάστα της αρεσκείας της στο ζαχαροπλαστείο Σεράνο. Στο ίδιο, που συνήθιζε να πίνει τον καφέ του τα πρωινά της Κυριακής  ο άντρας της καρδιάς της, ο Αριστείδης Καρελάς, που είχε το εμπορικό κατάστημα στον δημόσιο δρόμο. 

Χήρος προ δεκαετίας ο Αριστείδης Καρελάς, χήρα και η μάνα του που είχε αναλάβει τα δυο μικρά παιδιά του. Χωρίς σκοτούρες στο κεφάλι του μπορούσε να κάνει πιο εύκολα τη δουλειά του. Κατέβαζε  τα τόπια από τα ράφια, έδειχνε τα υφάσματα στις πελάτισσες, και πάντα έβρισκε έναν αξιοπρεπή λόγο να τις αγγίζει στο στήθος.

"Μου επιτρέπετε;...Α, ναι. Το 8. Αυτό είναι το νούμερό σας!" Ο μόνος αρσενικός σε ολόκληρη την πόλη, που - χωρίς την παραμικρή παρεξήγηση- είχε εξακριβώσει  τόσα πολλά γυναικεία νούμερα. Ειδήμων στα νούμερα ο Αριστείδης!  

 Μέτριος στο ύψος και στο...ανάστημα και πάντα καλοντυμένος αφού το απαιτούσε και το επάγγελμά του. Με αισθητή την αρχή φαλάκρας στην κορυφή του κεφαλιού που φρόντιζε ωστόσο να την καλύπτει επιμελώς με μιαν ατίθαση τούφα. Επέμενε να την στρώνει προς τα δεξιά, αγνοώντας τον δικό της φυσικό αριστερό προορισμό. Αποτέλεσμα, η τούφα να εξεγείρεται από καιρού εις καιρόν, με τη βοήθεια του αέρα που έπνεε ανέμελα, αγνοώντας εντελώς τις συμβάσεις. Βλέπαμε τότε, μία κεραία να στέκεται εκεί, πεισματικά, παραβλέποντας με αυθάδεια την εύθικτη μεγαλοπρέπεια του Αριστείδη. 

Τις περισσότερες φορές, υπάρχει ένα αγκάθι στη ζωή κάθε ευτυχισμένου άνδρα. Και δυστυχώς για τον Αριστείδη Καρελά δεν ήταν μόνον η τούφα που δεν έστρωνε αλλά και η ίδια του η μάνα. Προχωρημένης ηλικίας, δεν τα έβγαζε πέρα με τα μικρά θηρία που μεγάλωνε κι όλο παραπονιόταν. Άλλοτε πονούσε η μέση της, άλλοτε την ενοχλούσαν τα αθριτικά της, άλλοτε τα πόδια της που όλο πρήζονταν απ' την ορθοστασία. Είδε κι απόειδε ο Καρελάς κι αποφάσισε, να χορέψει για δεύτερη φορά τον χορό του Ησαΐα. Αφού πρώτα το διέδωσε σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, έκατσε μετά και περίμενε. Περίμενε τις υποψήφιες να τον ζητήσουν απ' τη μάνα. 

Έστειλε και η Ευανθία μια πελάτισσα που γνώριζε καλά την οικογένειά του.  Είχε μαζέψει την προίκα της από καιρό, δεν είχε μπει ακόμα και στα χρόνια, τι άλλο να περίμενε πια για να φτιάξει τη ζωή της; Οργανωμένο το "έγκλημα" και ερήμην του "δυσκοίλιου" Καρελά που αγνοούσε επιδεικτικά την ύπαρξή της.  

Οι μέρες περνούσαν αλλά απάντηση δεν ερχόταν. Μόνη της ελπίδα, να τον ξεμοναχιάσει την Κυριακή στο ζαχαροπλαστείο. Αλλά κι εκεί, ο μεγαλοπρεπής Αριστείδης, έβαζε τα όριά τουΔιάλεγε τραπέζι στο βάθος του μαγαζιού, πίσω από δυο μεγάλες γλάστρες με φίκο και με την εφημερίδα που άνοιγε διάπλατα, σήκωνε τοίχο.  

Η Ευανθία αντίθετα ήθελε να βλέπει κόσμο, και να ξεφεύγει απ' τη μοναξιά της ραπτικής της. Γι' αυτό προτιμούσε να κάθεται κοντά στην είσοδο.  Σταύρωνε τις γάμπες της, έστρωνε τα μαλλιά της και απολάμβανε αργά την πάστα της. Συχνά - πυκνά έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος του Καρελά, ελπίζοντας  πως, κάποια στιγμή,  θα συναντιόνταν τα βλέμματά τους. Εκείνος όμως, έπινε τον καφέ του με θορυβώδεις ρουφηξιές, μερακλίδικες και δε σήκωνε τα μάτια του στιγμή απ' την εφημερίδα. Δύσκολο το εγχείρημα. Άτυχη η κατάληξη αλλά η Ευανθία επέμενε να βλέπει και να νιώθει άλλα. 

Ο χρόνος κύλησε, η προίκα αυξήθηκε αλλά ποτέ δεν ήταν αρκετή για κείνον. Όταν κάποια στιγμή διαδόθηκε πως παντρολογήθηκε με άλλη, η Ευανθία εγκατέλειψε οριστικά την προσπάθεια κι έχωσε την προίκα της στο στρώμα. "Θα βρει τον καιρό της...", δήλωσε κοφτά και συνέχισε όπως πριν τη ζωή της. Δεν άφησε ποτέ κανέναν μας ν' αντιληφθεί, τί πίκρα έκρυβε η ψυχή της.

Περνούσαν τα χρόνια, καμπούριαζε η Ευανθία. Λίγο-λίγο της έτρωγε την ψυχή η βελόνα. Είχε πολλά ν' αντέξει. Τα παριζιάνικα μοντέλα που της έφερναν να ξεσηκώσει, τις μικροαστικές ξιπασιές, τις δύστροπες πελάτισσες, τα στριφώματα που δεν έλεγαν να στρώσουν, τα μάτια της που την πρόδιδαν, τα πειράγματα των παιδιών, κι εκείνη την άσκοπη προίκα, που της έκαιγε το στρώμα. 

Μια-μια μάζευε τις αντοχές της, κι όταν δεν μπορούσε άλλο να υπομείνει, έδιωχνε την Αντιγόνη, έκλεινε το μοδιστράδικο και παρίστανε την άρρωστη. Μπορεί και να ήταν. Ποιός ξέρει; Σε κανέναν δεν άνοιγε την πόρτα της, για να το διαπιστώσει. 

Κάποιο βράδυ, παραμονές Χριστουγέννων, εκεί που ξήλωνε ένα ρούχο για μεταποίηση, την πήρε ο ύπνος.  Δίπλα της τριζοβολούσε η ξυλόσομπα. Τα λίγα κάστανα που έψηνε, είχαν αρπάξει και μια γλυκιά ευωδιά είχε απλωθεί στην καμαρούλα.

Την ξύπνησε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα. Έριξε μια βιαστική ματιά στο ρολογάκι της. Περασμένα μεσάνυχτα. Φοβήθηκε ν' ανοίξει. Περίμενε μήπως ακούσει και δεύτερο χτύπημα. Ησυχία. "Μάλλον μου φάνηκε", μουρμούρισε και σηκώθηκε να ξεμουδιάσει. Δεύτερο χτύπημα, πιο δυνατό απ' το πρώτο.  Κόλλησε το αυτί της στην πόρτα. Τρίτο χτύπημα και μαζί μια ξεψυχισμένη βλαστήμια "Ανοίξτε που να πάρει...!" 

"Ποιός είναι;" ρώτησε η Ευανθία μαζεύοντας όλο της το θάρρος.

"Βοήθεια ζητάω. Άνοιξε. Μη φοβάσαι". Υπακούοντας στο αγαθό της ένστικτο γύρισε το κλειδί, και μισάνοιξε την πόρτα. Απ' τη χαραμάδα έριξε με επιφύλαξη μια ματιά στον άντρα που στεκόταν στο κατώφλι. Αυτό που αντίκρισε, την έκανε να παρακάμψει κάθε δισταγμό και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Ένας φαντάρος, λυγισμένος στα δύο, με καταματωμένο πρόσωπο, την κοίταζε με σβησμένο βλέμμα. Έτοιμος ήτανε να καταρρεύσει.


"Με κυνηγάνε για να με σκοτώσουν", πρόλαβε να ψελλίσει πριν σωριαστεί στο κατώφλι της. Τον έπιασε απ' τη μέση και τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. Τον έμπασε στο σπίτι. Του έκανε χώρο δίπλα στη φωτιά κι έφερε όσα γιατροσόφια είχε. Όσο περιποιόταν τις πληγές του αμίλητη, εκείνος κρατούσε τα μάτια του κλειστά. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μόνο το σιγανό του βογγητό ακουγόταν. Που και που αναστέναζε βαθιά επαναλαμβάνοντας "Ωχ μάνα μου...ωχ μάνα μου!" Όταν καθάρισε κι έδεσε τις πληγές του η Ευανθία, μάζεψε από κάτω τα ματωμένα πανιά και σηκώθηκε. Ο φαντάρος, με μια παράφορη κίνηση, άρπαξε το χέρι της και το φίλησε. "Σ' ευχαριστώ", της είπε καρφώνοντας το βλέμμα του στο δικό της. 

Η Ευανθία ανατρίχιασε. Σε δευτερόλεπτα, είδε μες στα μάτια εκείνου του φαντάρου, ολόκληρη τη ζωή της: την ορφάνια της, τα παιδικά της χρόνια, τα όνειρα που έκανε, τα όνειρα που αναγκάστηκε να θάψει. Και το 'νιωσε βαθιά πως εκείνος ο άνθρωπος, ήταν το άλλο σώμα της ψυχής της. Και λύγισε. Για πρώτη φορά. Έκλαψε μπροστά στον ξένο, όπως έκλαιγε μπροστά στον παπά που την εξομολογούσε. Εκείνος τα 'χασε. Της έσφιξε το χέρι δυνατά και δε μίλησε. Σεβάστηκε τη θύελλα που είχε ξεσπάσει μέσα της. 

Συνήλθε γρήγορα η Ευανθία. Σκούπισε τα μάτια της και του έβαλε κάτι να φάει. Μ' έναν μορφασμό αποστροφής έσπρωξε μακριά το πιάτο του και ζήτησε να ξαπλώσει. Του έστρωσε το κρεβάτι της με καθαρά σεντόνια και τον σκέπασε με τα στρωσίδια της προίκας της. Ψηνόταν στον πυρετό ο φαντάρος. Έμεινε δίπλα του, ως το πρωί. Να τον προσέχει. 

Με το πρώτο φως του ήλιου, ήρθε η Αντιγόνη για δουλειά. Την έδιωξε γιατί αρρώστησε. Το μοδιστράδικο θα έμενε κλειστό για λίγες μέρες. Έτσι της είπε. Δυο μερόνυχτα έμεινε στο προσκεφάλι του φαντάρου η Ευανθία. Κομπρέσες, σούπες, εντριβές, όλα μπήκαν σ' ενέργεια. Την τρίτη μέρα, εκείνος σηκώθηκε υγιής και ζωηρός λες και δεν είχε αρρωστήσει. Τι σου είναι τελικά τα νιάτα! Μετά το μεσημεριανό τους, έκατσαν δίπλα στη φωτιά και της τα είπε όλα. 

" Μ' έμπλεξαν άσχημα. Κατηγορούμαι για πράγματα που δεν έκανα και δεν μπορώ να τ' αποδείξω. Έχω πατέρα και παππού αριστερό. Καταλαβαίνεις. Δε χρειάζεται να μάθεις περισσότερα. Είναι καλύτερα για σένα. Θα μείνω λίγες μέρες  και μετά, σου το υπόσχομαι, δε θα με δείς ξανά μπροστά σου".

" Και πού θα πας;"

" Στην Αυστραλία. Έχω συγγενείς εκεί. Με περιμένουν." 

" Χωρίς χαρτιά;" Ο Ηλίας, έτσι έλεγαν τον φαντάρο, έσκυψε το κεφάλι του δίχως ν' απαντήσει.

Πέρασαν πέντε μέρες ακόμα. Ο Ηλίας και η Ευανθία, κλεισμένοι στο σπίτι της, ταξίδεψαν σ' όλο τον κόσμο. Της μίλησε για όλα όσα ήξερε. Της εμπιστεύτηκε τα όνειρά του. Της απήγγελε ποιήματα του Παλαμά, της Πολυδούρη κι εκείνη δάκρυζε. Σχεδίασε πάνω στα ρυζόχαρτα σημαίες των χωρών που ήθελε να πάει κι εκείνη τις ονειρεύτηκε μαζί του. Της απήγγειλε εδάφια απ' την Οδύσσεια και εκείνη μαγευότανε απ' τον ρυθμό τους και διασκέδαζε όταν τον παράσταινε για να την κάνει να γελάσει. Τότε ήταν που τον διέκοψε και του είπε:  "Οδυσσέα θα σε λέω, γιατί του μοιάζεις". 

Έβλεπε τον εαυτό του αλλιώς, μέσα απ' το βλέμμα της Ευανθίας. Το είδωλό του, μες τα μάτια της, είχε το μεγαλείο που του χάριζε ο έρωτάς της. Ψήλωνε σε ανάστημα ο Ηλίας. Έπαιρνε ηρωϊκές διαστάσεις. Τύφλωνε με πανουργία τον Κύκλωπα. Περνούσε με γενναιότητα τις Συμπληγάδες κι ονειρευόταν την Πηνελόπη του να περιμένει εκείνον, αμόλυντη απ' τους μνηστήρες. Την ξάπλωνε στο στρώμα και γινόταν σώμα της. Της χάριζε ψυχή και φλόγα. Και σαν ταπεινός προσκυνητής, έφερνε κάθε βράδυ στα πόδια της, λιβάνι χρυσό και σμύρνα. 

Οκτώ μέρες κρυβότανε στο σπίτι της. 

"Πόσο κρατάει η ευτυχία;" αναρωτιότανε χωμένη στην αγκαλιά του.

"Λίγο" της απαντούσε μια φωνή που εκείνη αρνιότανε ν' ακούσει. Η ψυχή και το σώμα της ένιωθαν άλλα. Μετρούσαν την ευτυχία με τον ρυθμό της ανάσας της, το λίγωμα των ματιών της, με τα μαλλιά της απλωμένα - σαν φωτοστέφανο - πάνω στο μαξιλάρι του Ηλία. Οκτώ μέρες. Τόσο κράτησε τελικά η ευτυχία.

 

Την ένατη μέρα, το πρωί, δεν είδε δίπλα της τον Ηλία. Είδε όμως το δώρο του,  στο παράθυρό της. Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο από κλαδιά λεμονιάς, στολισμένο με ό,τι βρήκε στο μοδιστράδικο: κουρελάκια από διάφορα υφάσματα, χρυσές κι ασημένιες τρέσες, κουμπιά περασμένα σε χρωματιστές κλωστές, υπολείμματα από δαντέλες και κορδέλες πολύχρωμες. Μια αράχνη, που είχε ξεκινήσει από ώρα να πλέκει τον ιστό της, κάλυπτε τα κλαδιά με τα πρωτότυπα στολίδια τους και ο χλωμός ήλιος που τρύπωνε απ' τις μισόκλειστες γρίλιες, φώτιζε το δεντράκι σαν το αστέρι πάνω απ' τη φάτνη του Χριστού, που θα γεννιόταν σε λίγο.

Πριν καταλάβει καλά-καλά τι γίνεται, ακούστηκαν φωνές απ' έξω. Έτρεξε αλαφιασμένη στο παράθυρο. Στρατιώτες είχαν αρπάξει τον Ηλία και τον έσερναν στο χώμα. Ο ένας τον κρατούσε απ' τον λαιμό κι ο άλλος τον κλωτσούσε με δύναμη. Πετάχτηκε έξω, τρελή από φόβο. Εκείνος μόλις την είδε, της έκανε νόημα να μη μιλήσει. Ένας τρίτος την έσπρωξε με δύναμη. Έπεσε δίπλα στον Ηλία. Τα  βλέμματά τους συναντήθηκαν για δευτερόλεπτα. Το δικό του είχε μια ανεξήγητη γαλήνη. Τον σήκωσαν με βρισιές. Τον φόρτωσαν σ' ένα καμιόνι κι έφυγαν.

Δεν έκατσε με σταυρωμένα χέρια η Ευανθία. Έβγαλε την προίκα από το στρώμα κι έφερε τον καλύτερο δικηγόρο απ' την Αθήνα. Στο τέλος, κατάφερε να τον ξεμπλέξει. Αντί για την "εσχάτη των ποινών", τη γλύτωσε με δυσμενή μετάθεση στην Κύπρο. 

Δεν τον ξανάδε. Όπως της το είχε υποσχεθεί. Ένα ευχαριστήριο γράμμα στην αρχή και μετά τίποτα.


Πέρασαν τα χρόνια. Άλλαξε η μόδα. Βγήκαν τα έτοιμα στην αγορά κι έκοψαν τις δουλειές της. Η ραπτομηχανή της πάλιωσε. Μεγάλωσε κι εκείνη. Πάτησε τα πενήντα. Χωρίς δουλειές, τι χρειαζόταν το μοδιστράδικο; Το έκλεισε κι έκανε επιδιορθώσεις "κατ' οίκον".  

Η ζωή της κυλούσε φτωχικά αλλά ήσυχα, χωρίς εκπλήξεις. Σηκωνόταν νωρίς το πρωί, πότιζε τα λουλούδια, έστρωνε το κρεβάτι, κι έπιανε το εργόχειρο στο κατώφλι του σπιτιού που λουζόταν στον ήλιο. 

Κάθε Χριστούγεννα στόλιζε ανελλιπώς το δέντρο της, που δεν είχε καμιά ομοιότητα με τα άλλα. Τα στολίδια του ήταν εκείνα που κράτησε από το πρώτο της, το αληθινό, δέντρο της Αγάπης. Κουρελάκια, τρέσες, κορδέλες και κουμπιά. Το στόλιζε και το χαιρόταν μόνη, αναβιώνοντας τη θαλπωρή που της χαρίστηκε και χάρισε τότε. 

Ένα πρωί, πέρασε ο ταχυδρόμος κι άφησε στην ποδιά της ένα φάκελο. 

"Είναι απ΄την Αυστραλία", της πέταξε βιαστικά κι έφυγε. Παραξενεύτηκε η Ευανθία που δεν καλόβλεπε πια. Δεν είχε κανέναν σ' εκείνο το μέρος. Τον γυρόφερε για λίγο στα χέρια της. Αποστολέας και παραλήπτης γραμμένοι στα ξένα. 

"Δεν ξέρω κι εγγλέζικα..." μουρμούρισε.

 Έσκισε τον φάκελο προσεκτικά κι έβγαλε από μέσα ένα γράμμα. Τ' ακούμπησε στα γόνατα, φόρεσε τα γυαλιά της κι άρχισε να συλλαβίζει αργά - αργά τις πρώτες λέξεις.

"Αγαπημένη μου Ευανθία..." 

Ταράχτηκε. Ο νους της αρνιόταν να δεχτεί την πιθανότητα. Η καρδιά και το σώμα της όμως καταλάβαιναν άλλα. Προσπέρασε γρήγορα τις υπόλοιπες γραμμές και στάθηκε στην τελευταία. Συλλάβισε ξανά: "Με αγάπη και εκτίμηση πάντα δικός σου, Οδυσσέας".

"Οδυσσέας;"

Μετά θυμήθηκε... 

Μια γλύκα απλώθηκε γύρω της και την τύλιξε. Το πρόσωπό της παρέμενε ατάραχο αλλά η κουρασμένη ματιά της περιπλανήθηκε στην καμαρούλα. Σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. Μετά στάθηκε στο παράθυρο. Στο παράθυρο...

Τι γλυκός που ήταν ο ήλιος εκείνη την ώρα!