Αναρτήσεις

Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Το νου σας ρεμάλια...



                                         
                                              Tραγούδι και βίντεο...ΥΠΕΡΟΧΑ!!!


Οι καιροί δε σηκώνουν αστεία.
Σε λίγες μέρες θα πάμε να ασκήσουμε το εκλογικό μας δικαίωμα. 
Να μη γίνουν πάλι ατασθαλίες. 
Να σκεφτούμε πρώτα τον τόπο και μετά το στενό προσωπικό μας συμφέρον.
Πριν ξεκινήσετε για το εκλογικό σας κέντρο, πιείτε μια τσικουδιά, ένα τσίπουρο, ρίξτε και ένα πεντοζάλι, ή ένα τσάμικο ή ένα σέρα πολεμικό, ξέρετε,  τον πολεμικό πυρρίχιο των αρχαίων Ελλήνων για να ανάψουν τα αίματα.

 Μετά τη μεγάλη προδοσία του 2015 είμαστε πιο θυμωμένοι, πιο αποφασισμένοι, πιο έτοιμοι για άλματα.
Έτσι δεν είναι;
ΕΤΣΙ  ΔΕΝ  ΕΙΝΑΙΙΙΙΙΙ;  


Σ.Σ 
"Το νου σας ρεμάλια..."   (λίγο κλεμμένο από τη Μάνια που, με τη σειρά της, δανείστηκε λίγο την ατάκα του Κωνσταντάρα :)


Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

Παλίρροια



Πηγή  Tom van Hoogstraten



Το κυματάκι έσκαγε στα πόδια του.
Xωμένα μέχρι τον αστράγαλο στο ψιλό βότσαλο της ακτής και ακίνητα όπως τα κρατούσε με τις ώρες, άφηνε τις διάφανες γαριδούλες να κάνουν πάρτι πάνω τους. Τα μικρά τους τσιμπήματα δεν έφταναν για να τον αποσπάσουν από τους λογισμούς του.
Ήταν χαμένος στον κόσμο του. Κρατούσε το βλέμμα του σταθερά στο βάθος εκεί όπου ο ουρανός και η θάλασσα γίνονται ένα και μιλούσε ακατάπαυστα. Ασυνάρτητα λόγια για μας απόλυτα συγκροτημένες σκέψεις για εκείνον. Όσο μονολογούσε δυνατά, τα χέρια του έφερναν γύρους στον αέρα σα θαλασσοπούλια. Που και που το ένα ξεχνιόνταν πάνω στο κεφάλι του ενώ το άλλο χτυπούσε με δύναμη το μηρό του. Μια εικόνα απόγνωσης για ένα άγνωστο κακό που ερχόταν. Ερχόταν;
Όχι, δεν ερχόταν τίποτα. Ο γεράκος ήταν ασφαλής εκεί, καθισμένος πάνω στην παλιά πολυθρόνα, το “θρόνο” του, που είχε μαζέψει μάλλον απ’ τα σκουπίδια. Διακρίνονταν ακόμα στα ποδάρια της οι βαθιές  ξεθωριασμένες χαρακιές κάποιων διακοσμητικών σχημάτων, που σκλάβωσε το σκαρπέλο του ξυλουργού. Απ’ αυτόν τον ιδιαίτερο θρόνο του επιτηρούσε ο γεράκος κάθε πρωί τα πλοία της φαντασίας του που έφευγαν χωρίς αυτόν.

Πλησίασα και κάθισα - όσο αθόρυβα γινόταν- πάνω στα βρεγμένα βότσαλα, δίπλα του. Με αγνόησε. Προσπάθησα να καταλάβω τι έλεγε αλλά τα λόγια του δεν είχαν ειρμό.
«Εεεε…φύγε από ‘κει! Άστονε ήσυχο!»
Γύρισα να δω ποιος μου φωνάζει. Μια ηλικιωμένη στα κατάμαυρα φορτωμένη ένα βαρύ τενεκέ  στην πλάτη, φανερά καταβεβλημένη,  στεκόταν όρθια στο χωματόδρομο με την παλάμη της σκίαστρο στα μάτια. Σηκώθηκα και πήγα κοντά της. Με περίμενε.
«Γιατί να τον αφήσω;» ρώτησα χαμογελώντας.
«Δε νογάει μάνα μ'.  Είναι βλαμμένος ο έρμος.»
«Τι έχει δηλαδή;»
«Τι να’χει ο καψερός; Τον έφαε τ’ ορυχείο. Σε δαύτονε χάρισε μέρες ο Θεούλης. Αλίμονο στον Πέτρο μου που σχωρέθηκε... Εσύ τίνος είσαι;»


 Έτσι απότομα άλλαξε θέμα και ύφος αλλά μετά ξεχάστηκε,  ίσιωσε τον τενεκέ που είχε γείρει στο πλάι,  προχώρησε δυο βήματα μπροστά και πάλι κοντοστάθηκε σα να θυμήθηκε κάτι. Έριξε δυο ματιές, μια στο «θρόνο» με το γέρο και μια σε μένα.
«Άστονε... Δεν έχει ανάγκη... Ετούτο ήθελε πάντα. Να χαζεύει.»

Αυτή ήταν η μοναδική φορά που είδα τον γέροντα στην παραλία. Το επόμενο πρωί, περνώντας από κει, βρήκα το «θρόνο» του άδειο. Ψαράδες είχαν μαζέψει το κορμί του απ’ τα βαθιά. Το βρήκαν να πλέει με το πρόσωπο βυθισμένο. 
«Ευτυχώς που ‘χε παλίρροια. Αν τον έπαιρνε το ρεύμα ένας θεός ξέρει που θα βρισκόταν το κουφάρι του» σχολίασε κάποιος απ’ τους συγκεντρωμένους. Αυτοκτονία ή ατύχημα; Το δίλημμα ξεπεράστηκε με ευκολία. Δεν είχε σημασία πια.
Το θρόνο δεν τον πείραξε κανείς. Τον άφησαν εκεί, στο αντιμάμαλο, να αγναντεύει άδειος τη θάλασσα.

Το καλοκαίρι τελείωνε, μαζί και οι μέρες της ξενοιασιάς μου. Ετοιμάστηκα να επιστρέψω στη βάση μου, στις δουλειές μου.
Πριν φύγω, ένιωσα την ανάγκη να περάσω πάλι από κει. 

Ήταν προχωρημένο απόγευμα κι ο ήλιος έφτιαχνε πορφυρό δρόμο πάνω στο νερό που ησύχαζε μπροστά μου.
Προς μεγάλη μου έκπληξη ο "θρόνος" δεν ήταν άδειος.
Ένα ζευγαράκι καθόταν και χάζευε αγκαλιασμένο το ηλιοβασίλεμα. Το κορίτσι - στα γόνατα του αγοριού -με γερμένο το κεφάλι στον ώμο του. Τα μαλλιά της, νοτισμένα απ' την υγρή αλμύρα απλώνονταν σαν πλοκάμια στην πλάτη του. Ένα τρανζίστορ αφημένο πάνω στο χαλίκι έπαιζε μια ερωτική μπαλάντα. Χαμογέλασα, έκανα μεταβολή και έφυγα.
 Να που ο "θρόνος" χρησίμευε ακόμα στα όνειρα!


Τζερμιάς-4-1024x517 



Το παιχνίδι έχει ως εξής: σου δίνω μια φωτογραφία και μια λέξη κι εσύ γράφεις μια ιστορία.


Την υπέροχη φωτογραφία του  Tom van Hoogstraten παρέδωσε σε μένα η Μαρίνα από το e- periodiko mas με τη λέξη ΘΡΟΝΟΣ και όλα αυτά τα όμορφα γίνονται χάρις στην Μαίρη μας που διοργανώνει τη Φωτογραφική Σκυτάλη ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ (εδώ μπορείτε να βρείτε και τις υπόλοιπες συμμετοχές)


Σ'ευχαριστώ για την ευκαιρία Μαίρη.  
Σ' ευχαριστώ Μαρίνα για την υπέροχη φωτογραφία και τη λέξη που μου διάλεξες. 


Με τη σειρά μου παραδίδω τη σκυτάλη στην Christina Andromeda  με τη λέξη ΑΙΣΘΗΣΗ και την παρακάτω φωτογραφία που ελπίζω να της αρέσει.  
Καλή έμπνευση Χριστίνα :)




Serge Marshennikov, 1971






Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

Η κρυφή γοητεία της διαδικτυακής επικοινωνίας





Έχω ένα φίλο που δε συνάντησα ποτέ.
Τον γνώρισα πριν 12 χρόνια στο διαδίκτυο. Πολύ γρήγορα κατάλαβα πως είμαστε διαφορετικά ίδιοι. Αν και ερχόμαστε από τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις, απ’ την πρώτη στιγμή αναπτύχθηκε  μεγάλη οικειότητα μεταξύ μας, σα να γνωριζόμασταν από παλιά.  
Αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε μηνύματα  που εκείνος ονόμασε «σεντόνια».
Γράφαμε…γράφαμε…και τι δε γράφαμε! λογοτεχνία, ψυχολογία, φυτολογία, μελισσοκομία, φιλοσοφία, κουβέντες με ποίηση μέσα τους, περιγραφές εικόνων άπειρης ομορφιάς για μέρη που δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να δω από κοντά.

Ευθυτενής Πόντιος, περήφανος, με ηθικές αξίες και ζεστή καρδιά, έκανε τις επιλογές του με το χέρι στην καρδιά και ποτέ δε μετάνιωνε γι’ αυτές.
«Έτσι έπρεπε να γίνει. Το Σύμπαν ξέρει» μου έγραφε όποτε κάτι -απ’ όσα σχεδίαζε -δεν έβρισκε το δρόμο που ήθελε.

Ταξιδεμένος, με τυχοδιωκτικό, ανήσυχο πνεύμα δεν δίσταζε να κάνει πολλά και διαφορετικά πράγματα στη ζωή του.
«Αυτό που μου έκανε τη ζωή εύκολη στη Γερμανία, ήταν που ήμουν ξανθός και με περνούσαν για δικό τους» 

Άλλοτε μου έστελνε βίντεο για να μάθω πώς γίνεται η βιολογική καλλιέργεια, πώς πρέπει να ετοιμάζεται με σεβασμό η γη για να καρπίσει,  άλλοτε μου μιλούσε με ενθουσιασμό για την κβαντική φυσική, θαύμαζε τον Λιαντίνη, ξεσήκωνε φιλοσοφημένες ατάκες από τον Πλάτωνα και τον Διογένη και μετά άλλαζε ύφος και μιλούσε για τις βουνίσιες πλαγιές με τους κρόκους, τα παιδικά χρόνια, τον παππού του που καθόταν στην πιο καλοστρωμένη θέση της καρδιάς του.
«Άκουγε τραγούδια στο ραδιόφωνο και την ίδια στιγμή μύριζε το βασιλικό που είχε περασμένο στη βέρα του»

Γράφαμε και για τα παιδιά μας και τις αγάπες μας, τα ζώα μας, τα ηλιοβασιλέματα στο χωράφι του, τα απογεύματα στο μπαλκόνι μου, τη θάλασσα που πήγαινε για ψάρεμα αλλά και για τα πουλιά που κρύβονταν στα κλαδιά τη νύχτα, τη λίμνη με τα χρυσόψαρα που σχεδίαζε να φτιάξει στον κήπο του, τις μέλισσες που υπεραγαπούσε.

Έμπαινα με αδημονία στο ταχυδρομείο μου και έβρισκα τα μακροσκελή μηνύματά του (τα σεντόνια του), όλα γραμμένα σε greek english.
«Ρώτα με ό,τι θέλεις. Αποφάσισα να σου αναθέσω τη βιογραφία μου» μου έγραφε με γελαστές φατσούλες στη σειρά.

Την πρώτη φορά που τα αντίκρισα έπαθα σοκ. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Έκατσα και έκανα μετάφραση των «σεντονιών» στα ελληνικά λέξη- λέξη. Κάθε φορά ένιωθα σαν τον Άρθουρ Έβανς όταν αποκρυπτογραφούσε τη Γραμμική γραφή Α.
Μεγάλη η χαρά όταν ολοκλήρωνα την αποκωδικοποίηση των ιδεογραμμάτων του.
Μεγάλη η χάρη σου φίλε μου αλλά λαχταρούσα τόσο πολύ να δω τί γράφεις, να νιώσω όχι μόνο στο δέρμα μου αλλά και μέσα μου τις περιγραφές σου, την τεράστια ψυχή σου που ξεδίπλωνες στην οθόνη μου.

Δεν του είπα ποτέ πόσο με ταλαιπωρούσε αυτή η «μετάφραση». Το κατάλαβε μόνος του.
«Θα μάθω να γράφω σωστά» μου ανακοίνωσε αποφασιστικά και μάλλον στρώθηκε στη δουλειά γιατί τα greek english σιγά-σιγά εξαφανίστηκαν.

Πέρασαν 11 χρόνια γράφοντας. Tα γράψαμε όλα. Tι να πούμε πια από ‘δω και πέρα; 
Πάνω ‘κει εξαφανίστηκε. Μου άφησε ένα τελευταίο μήνυμα που έλεγε πως πάει να βρει τη γυναίκα που ερωτεύτηκε και το κεφάλαιο αυτό έκλεισε μέσα στα πυροτεχνήματα του ενθουσιασμού του. Τον έχασα. Καμιά επαφή ώσπου ξαφνικά μετά από τρία χρόνια έδωσε σημείο ζωής.
Ένα απόγευμα είδα στην οθόνη του υπολογιστή μου μια  «πειρατική μπρατσέρα» που είχε γραμμένο πάνω της: «O Εραστής της Γης».

Κούνησα τα χέρια ψηλά, πέταξα φωτοβολίδες, άναψα φωτιά να δει τον καπνό να μην πελαγοδρομήσει.
«Γεια σου Γυφτοπούλα της πόλης!!» μου φώναξε κουνώντας πάνω κάτω το πειρατικό καπέλο του.

Αρχίσαμε πάλι τα μηνύματα. Η επικοινωνία μας αναβαθμίστηκε. Είχαμε καινούργια νέα να ανταλλάξουμε.
«Χώρισα…» μου έγραψε,  «…δεν πρόκειται να ξαναμπλέξω.» 
Ναι καλά, σκέφτηκα και γέλασα. Να σε δω μετά από λίγους μήνες.

Έριξε άγκυρα αυτή τη φορά. Έμεινε στο χωριό του, όργωσε τα χωράφια του έσπειρε τα καρπούζια του, τα πεπόνια, τα ζαρζαβατικά, μεγάλωσε το μελίσσι του. Μου έστελνε συχνά στιγμιότυπα από την ζωή του, μου περιέγραφε τους ανθρώπους που συναναστρεφόταν, τις κουβέντες τους. Καμιά φορά θύμωνε αλλά πάντα προσπαθούσε να τους αλλάξει μυαλά, να τους κάνει να δουν τη ζωή με τα δικά του μάτια, πιο δημιουργικά. 

Κατέβαζε ιδέες και προσπαθούσε να τις υλοποιήσει. Είχε όραμα και ομορφιά μέσα του. Η εσωτερική του ομορφιά ήταν εκείνη που τον έκανε να βλέπει την ομορφιά στα πράγματα γύρω του.
«Ξύλα με πληγές!!»
« Πριν μια ώρα είχα ένα ξύλο στο χέρι που το προόριζα για τη θερμάστρα και ενώ το κρατούσα και ήμουν έτοιμος να το πετάξω στην πυρά, κάτι μου είπε και το άφησα στην άκρη. Το απόγευμα άρχισα να το επεξεργάζομαι. Αν το δεις θα καταλάβεις γιατί.. Είναι γεμάτο πληγές. Μια ομορφιά!. Οι πληγές του ξύλου ομορφιά!!»

Πώς να μείνεις αδιάφορος μπροστά σε κάποιον που βλέπει την ομορφιά στις πληγές του ξύλου; Είναι ο πιο αισιόδοξος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ. Τόσο αισιόδοξος που καμιά φορά αναρωτιέμαι ποιους ανομολόγητους πόνους κρύβει βαθιά μέσα του.

Ξέρω πως δε θα τον συναντήσω ποτέ. Δε με νοιάζει. 
Τον έχω δει  με τα μάτια της καρδιάς μου. Όταν γνωρίζεις έναν άνθρωπο τόσο καλά με τα μάτια της καρδιάς δεν σου είναι απαραίτητο να μπει και στο οπτικό σου πεδίο.

Εύχομαι να συνεχίσει τα ταξίδια του - με τα σμήνη των μελισσών του αυτή τη φορά- ξαπλωμένος πάνω στα φτερά του πελεκάνου που μέχρι τώρα κοσμεί τη γη του.
 «Μη φοβάσαι τίποτα ρε γυφτοπούλα της πόλης. Να  κάνεις το φόβο να σε φοβάται. Αυτό να κάνεις κι εγώ δε θα σε πω «κουνούπι» ποτέ ξανά!».

Στον Σπύρο. Ξέρει εκείνος...


Bebe - Diferentemente iguales (Videoclip Oficial) 

(Διαφορετικά ίδιοι)




Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Μια μαργαρίτα στο σπίτι μου


Μια μαργαρίτα στο σπίτι μου

Η θλίψη είναι αυτό με τα φτερά.

"Η θλίψη είναι σαν παχιά γλυκιά κρέμα" είπε ο άγγελος κοιτάζοντας την Άλλη κατάματα. Μετά, άπλωσε τις φτερούγες του νωχελικά πάνω στο κλαδί της κερασιάς που έγερνε γεμάτο ανθούς και συνέχισε:
"Όσο τρως, τόσο θα θέλεις κι άλλο. Όσο βουλιάζεις μέσα της, τόσο θα νιώθεις ασφαλής. 
Σιγά-σιγά θα σου γίνει συνήθεια και μετά εμμονή. Δε θα μπορείς χωρίς τη γλυκιά κρέμα. 
Όλα θα τα ντύνεις με θλίψη. Όλα θα τα διυλίζεις μέσ' απ' τη θλίψη σου.
Θα σε κατακλύσει. Θα σε καθορίσει και στο τέλος θα σε καθηλώσει μέσα στην γλυκιά της σκλαβιά.
Θα τη συνηθίσεις τόσο που τίποτα άλλο δε θα σου αρέσει.
Όταν καταλάβεις την παγίδα της, θα είναι πια αργά. Θα σ' έχει νεκρώσει και θα 'χει βαλσαμώσει την ψυχή σου. 
Αποφάσισε λοιπόν. Τι θα κάνεις;" 

H Άλλη, όσο τον άκουγε να της μιλάει, κοίταζε σιωπηλή τα ζούδια πάνω στα χαμόχορτα σπρώχνοντας αμήχανα με το παπούτσι της τα πεσμένα άνθη.  Για λίγο. Mετά, ξαφνικά, χαμογέλασε και είπε: 
" Φίλησέ με..." 
Δεν την άκουσε. Πετούσε ήδη ψηλά χτυπώντας ρυθμικά τα φτερά του. Τον κοίταζε -όσο αυτός απομακρυνόταν - μ' εκείνο το χαμόγελο σφραγισμένο στα χείλη της. 
Ένα ντελικάτο πούπουλο,  σπρωγμενο από το αεράκι, ήρθε και βολεύτηκε κομψά στην ποδιά της. Στο βάθος του δρόμου, ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε. 
Ήταν η άνοιξη που ορμητικά ερχόταν κατά πάνω της.

σ.σ  Ο τίτλος είναι παράφραση του στίχου της Έμιλι Ντίκινσον "Η ελπίδα είναι αυτό με τα φτερά." από το ποίημά της "Ελπίδα" 



" Η "Ελπίδα" είναι αυτό με τα φτερά
που μέσα στην ψυχή κουρνιάζει
και μελωδία δίχως λέξεις τραγουδά,
και που ποτέ - στιγμή - δεν ησυχάζει

Γλυκά στη Θύελλα ολόγλυκα ηχεί
ανάθεμα στην καταιγίδα που θα κάνει
να πάψει το πουλάκι που ζεστή 
κρατά κάθε καρδιά που 'χει αποκάμει

Στη γη του πάγου τ' άκουγα για ώρα
και σε νερά ανοίκεια μακρυσμένα
μ' ακόμα και στης Ένδειας τη χώρα,
ούτ' ένα ψίχουλο δε ζήτησε από μένα."

Έμιλυ Ντίκινσον, ποιήματα, Μετάφραση Μαρία Δαμολή, εκδόσεις "γιαλός"
Αθήνα 2011

Leonard Cohen - Steer Your Way (Audio)












Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

Ένα διήγημα - ψαλμός

ΚΑΛΗ  ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Γιατί αξίζει να διαβάζει κανείς ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη τη Μ.Εβδομάδα;
Επειδή η ανάγνωση ενός τέτοιου κειμένου είναι σα να διαβάζεις έναν ψαλμό, ένα ιερό κείμενο και γεμίζει η ψυχή σου με γαλήνη και άπειρη ομορφιά και συγκίνηση για τους απλούς ανθρώπους μιας άλλης εποχής που σκέφτονταν πιο κοντά στη γη και στην ψυχή της.

Ο Αλιβάνιστος, είναι ο γέροντας που ζει πολλά χρόνια μόνος, σε μια καλύβα απόμερης παραλίας. Είναι ο ερημίτης του έρωτα, του πληγωμένου έρωτα που τον έσπρωξε να σιχαθεί τα ανθρώπινα και να αγκαλιάσει την ταπεινότητα και τη μοναξιά.
 Μιαν άνοιξη όμως,  Μ. Σάββατο, έγινε ένα μικρό θαύμα, από εκείνα τα θαύματα που μόνον ο Παπαδιαμάντης μπορεί να μας ιστορήσει...

― Εἶδες κεῖνον ἄθλωπο;
― Ποιόν;
― Κόλια;
― Τὸν Ἀλιβάνιστο; Ἔ, τί;
Ἡ Μολώτα ἔκυψεν, ἐταπείνωσε τὴν φωνὴν καὶ εἶπε:
― Σὰν ἤμουν ἐγὼ μικλὸ κολίτσι, αὐτὸς μ᾽ ἤθελε γυναῖκα. Πλὶν ἀλλωστήσω, κὶ πιαστῇ φωνή μου, μ᾽ ηὗλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενὸ σοκάκι, μ᾽ ἐ… (ἔκυψεν εἰς τὸ οὖς τῆς Ἀφέντρας, κ᾽ ἐψιθύρισε μὲ φωνὴν μόλις ἀκουομένην)· μ᾽ ἐφίλησε…
Ἡ Ἀφέντρα ἔπνιξε βαθύν, ἀργυρόηχον γέλωτα. Ἡ γραῖα ἐπανέλαβε:
― Πατέλας δὲν τὸν ἤθελε γαμπλό. Πῆλα ἄλλον. Χήλεψα. Αὐτός, εἶπαν, πῆλε καημό, πῆγε βουνά, ἀγλίεψε, δὲν πάτησ᾽ ἐκκλησιά… Ἐγὼ ἔχω τὸ κλῖμα (τὸ κρῖμα);
Ἡ Ἀφέντρα ἐνόησεν ἀμέσως τὴν ἁπλοϊκὴν εὐσυνειδησίαν τῆς γραίας.
―Ἔ, καλά, εἶπε, νὰ ποὺ τὸν ηὗρες τώρα, στὴν Ἀνάσταση. Ὥρα τοῦ Ἀσπασμοῦ, τῆς ἀγάπης εἶναι. Νὰ σχωρεθῇς, νὰ τὸ πῇς τοῦ παπᾶ καὶ θὰ σ᾽ ἀφήσῃ νὰ μεταλάβῃς.

Ας μη μείνουμε κι εμείς "αλιβάνιστοι". Υπάρχει μια θέση για όλους τους ερημίτες του Κόσμου μέσα στο ναό της Ανάστασης, όπου κι αν βρίσκεται αυτός.
Ένα κεράκι, ένα χαμολούλουδο, μια όμορφη σκέψη κι ένα φιλί είναι το Πάσχα της ελληνικής παράδοσης που φέρνει την ανάσταση στην ψυχή.
Η άνοιξη, η αναγεννημένη γη, η αγάπη των συνανθρώπων δεν αφήνουν περιθώρια να μένουν μόνες οι αγαθές ψυχές.

"...Ἡ Μολώτα ἠκολούθησε κατὰ γράμμα τὴν συμβουλὴν τῆς Ἀφέντρας. Εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἠσπάσθη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἀνάστασιν, εἶτα ἐζήτησε συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Κόλιαν. Ἀκολούθως, τὴν ὥραν τοῦ Κοινωνικοῦ, ἐπλησίασε μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας εἰς τὴν βορείαν πύλην τοῦ ἱεροῦ, ὅπου ὁ ἱερεὺς ἀνέγνωσεν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν, ἐνῷ ὁ μικρὸς ψάλτης ἐμινύριζε τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε».
Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν, ἅμα οἱ ἄνδρες ἐξῆλθον, ὁ Σταμάτης συναντήσας τὸν Κόλιαν τὸν ἐχαιρέτισε:
― Χριστὸς ἀνέστη, μπαρμπα-Κόλια! Καλὴ ὥρα ἦτον ποὺ σ᾽ ηὗρα χτές.
Καὶ ὁ γέρων ἐρημίτης ἀπήντησεν:
―Ἀληθῶς ἀνέστη, βρέ! Δὲν εἶμαι ἀλιβάνιστος! "

Ὁ Ἀλιβάνιστος (1903)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1984
Ολόκληρο το διήγημα, στον παρακάτω σύνδεσμο:





Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

Όσο γεμίζει το φεγγάρι...



...ας αφεθούμε στην ομορφιά :)






Παρακολουθούμε τον πολυβραβευμένο Ουκρανό χορευτή μπαλέτου Σεργκέι Βλαντιμόροβιτς Πολούνιν (20/11/1989), τον νεώτερο κύριο χορευτή του The Royal Ballet (2010), 
σήμερα, κύριο χορευτή του Μουσικού Θεάτρου της Μόσχας.

To 2014, συνεργάστηκε με τον Αμερικανό φωτογράφο και σκηνοθέτη Ντέιβιντ ΛαΤσάπελ και πήρε μέρος στο χορευτικό βίντεο του Take Me to Church, χάρις στο οποίο έγινε ευρέως γνωστός. 






Τρίτη, 16 Απριλίου 2019

Το μελίσσι της Notre Dame



Ας μείνουμε στα θετικά. 
Η Παναγία των Παρισίων επλήγει αλλά το οικοδόμημα σώθηκε.
Κάποιοι θα σκεφτούν, εδώ χάνονται ανθρώπινες ζωές κάθε λεπτό και στιγμή για τα μνημεία θα κλαίμε;
Θα κλαίμε και γι' αυτά, γιατί τα μνημεία, και μάλιστα τα αρχιτεκτονικά, μιλούν κολακευτικά για τον άνθρωπο και τις δυνατότητές του και γίνονται σύμβολα του ανθρώπινου πνεύματος.
Ο υπέροχος αυτός ναός γοτθικής αρχιτεκτονικής έχει συνολική επιφάνεια 4.800 τετραγωνικά μέτρα, 130 μέτρα μήκος, 48 φάρδος, 35 ύψος και μπορεί να χωρέσει 6000 ανθρώπους.
Έχει 4 καμπάνες και η μεγαλύτερη ζυγίζει 4000 κιλά.


Μέσα στο ναό βρίσκονται 37 συνολικά αναπαραστάσεις της Παναγίας σε βιτρό, γλυπτά και ζωγραφιές.
Στα ψηλά σημεία του ναού βρίσκονται οι gargouilles τα διάσημα αγάλματα-δαίμονες που κοιτούν το Παρίσι από ψηλά και προσέχουν το ναό. Στην πραγματικότητα πέρα από διακοσμητικά χρησιμεύουν και ως υδρορροές

Από την άνοιξη του 2013 η Παναγία των Παρισίων φιλοξενεί στη στέγη της ένα μελίσσι ως ένδειξη σεβασμού και ευθύνης του ανθρώπου για τη φύση.


 Όσα έργα Τέχνης σώθηκαν από τη φωτιά μεταφέρονται στο μουσείο του Λούβρου.
Απομένει να γίνει ο απολογισμός και να δούμε τι έχει σωθεί.




Τρίτη, 9 Απριλίου 2019

Το φως μέσα από το φακό του Josef Sudek



Το φως είναι ο πρωταγωνιστής.
Ένας καλός φωτογράφος οφείλει να το ξέρει. Το φως σκηνοθετεί τον υπαρκτό κόσμο. 
Το φως το αντιλαμβάνεσαι καλύτερα από τη σκιά. Κρυμμένος. Πίσω από τον κορμό ενός δέντρου ή έχοντας την προστασία του φύλλου μπροστά στα μάτια σου.
Μεγάλη ικανότητα να μπορείς να περιγράφεις το φως με εικόνες.
Αυτό κατά τη γνώμη μου κάνει τον καλό φωτογράφο.






«Τα πάντα γύρω μας, είτε ζωντανά είτε άψυχα, μπορούν να προσλάβουν στα μάτια ενός τρελού φωτογράφου ποικίλες όψεις, έτσι που ένα φαινομενικά άψυχο αντικείμενο, ζωντανεύει μέσα από το φως ή από το περιβάλλον του.
Κι αν ο φωτογράφος έχει λίγο μυαλό στο κεφάλι του, τότε ίσως  μπορεί να συλλάβει κάτι απ’ όλα αυτά.
Υποθέτω ότι αυτό είναι που ονομάζουμε “λυρισμό”.»

Josef Sudek (1896-1976)




Η Πράγα δεν γέννησε μόνον τον Κάφκα αλλά και τον Josef Soudek
Το 1896, στο Kolin, στην  Ελβετία, στην τότε Βοημία (μέρος της Τσεχικής Δημοκρατίας γεννήθηκε ένας μικρούλης που ονόμασαν Josef .  Στα τρία του  o Josef Soudek έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του τον πήρε και πήγαν στην Πράγα. Στα δέκα πέντε του ήταν μαθητευόμενος βιβλιοδέτης αλλά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος διέκοψε τη μαθητεία του. Τον επιστράτευσαν και τον έστειλαν να πολεμήσει στο Ιταλικό μέτωπο. Εκεί, από λάθος των δικών του, μια οβίδα διέλυσε το δεξί του χέρι με αποτέλεσμα να του το ακρωτηριάσουν. Έτσι η καριέρα του βιβλιοδέτη τέλειωσε πριν καν ξεκινήσει.
Η Κυβέρνηση του πρότεινε να γίνει πλανόδιος πωλητής καπνού και τσιγάρων (κρατικό μονοπώλιο)
Απέρριψε αυτή την προοπτική και όπως συμβαίνει συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις που ο άνθρωπος μηδενίζει και ξεκινάει απ’ την αρχή, άρχισε να «ξεθάβει» τις καταχωνιασμένες αγάπες του. Για τον Σούντεκ ήταν η φωτογραφία. Είχε μάλιστα αποκτήσει με αιματηρές οικονομίες μια φωτογραφική μηχανή.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά ο νεαρός Σούντεκ άρχισε τη ζωή του μέσα από το φακό. Γύριζε και φωτογράφιζε οτιδήποτε του κέντριζε το ενδιαφέρον στην πόλη του την Πράγα και αυτή τη φορά ήταν οι δικές του φωτογραφίες που πούλαγε στο δρόμο. 
Όμως η Κυβέρνηση τον ανάγκασε να σταματήσει να τις πουλάει γιατί δεν είχε άδεια.

Τότε, ένας καλός άγγελος, γιατί ακόμα και στα πιο δύσκολα της ζωής πάντα υπάρχουν τέτοιοι, ο γιατρός στο νοσοκομείο παλαιμάχων δόκτωρ Νεντόμα, που είχε δει τη δουλειά του και είχε πιστέψει σ’αυτήν μεσολάβησε ώστε ο Josef να γίνει δεκτός στο τμήμα φωτογραφίας της Σχολής Γραφικών Τεχνών.






Ο δάσκαλός του εκεί καθηγητής Νόβακ ασκούσε σκληρή και άδικη κριτική στη δουλειά του και καταρράκωσε την πίστη του Josef στον εαυτό του.
Κατάφερε κακείν κακώς να τελειώσει τη σχολή και με χίλια ζόρια να στήσει ένα μικρό εργαστήριο σε μια παράγκα που βρισκόταν ανάμεσα στη mala strana και το ποτάμι. Γέμισε το χώρο αυτό με παλιές φωτογραφικές μηχανές του περασμένου αιώνα κάτι που ερχόταν να δέσει με την εικόνα που είχε ο ίδιος για τον εαυτό του ώσπου το 1940 βρήκε τη μηχανή με την οποία έδεσε κυριολεκτικά τη ζωή και τη δουλειά του: μια πανοραμική Κοdak του 1894.


Αυτή την ογκώδη μηχανή κουβαλούσε με το γερό χέρι του σε όλη την Πράγα και φωτογράφιζε. Πέρα από το βάρος της που έκανε το διάβημά του άθλο, είχε και ένα δεύτερο μειονέκτημα αυτή η μηχανή. Έπαιρνε μόνο ένα φιλμ. Αυτό τον υποχρέωνε να γυρίζει σπίτι του μαζί με τη μηχανή για να βγάλει το φιλμ στον σκοτεινό θάλαμο και να μην πάρει φως. Έβγαλε εκπληκτικές φωτογραφίες μ’ αυτή τη μηχανή. Μια φίλη του του έδωσε τη λύση. Έφτιαξε ένα τεράστιο μαύρο σάκο και έμπαινε επί τόπου ο ίδιος με τη μηχανή του και έβγαζε το φιλμ χωρίς φόβο.





Η συλλογή του «Πανοραμική Πράγα» του 1959 τραβήχτηκε με την αγαπημένη του Kodak.




Τον καιρό της Ναζιστικής κατοχής απαγορευόταν η λήψη φωτογραφιών σε δημόσιους χώρους με ποινή τουλάχιστον φυλάκισης. Έτσι ο Josef άρχισε να φωτογραφίζει το δικό του χώρο. Το στούντιο, το δωμάτιό του, τον κήπο του.



Αυτό που έκανε κάθε φωτογραφία του μοναδική, πέρα από την προσωπική του οπτική ήταν και η ιδιαίτερη σύνθεση διαλυμάτων που χρησιμοποιούσε για την εμφάνιση. Η σύνθεση ήταν δικής του επιλογής και διαφορετική για κάθε φιλμ με αποτέλεσμα η κάθε φωτογραφία του να είναι μοναδική αφού δεν μπορούσε να αναπαραχθεί.




Τα δάση της Βοημίας και της Μοραβίας που αιχμαλώτισε η κάμερά του κατοικούνταν από τους "Γίγαντες του Ύπνου" όπως αποκαλούσε τα τεράστια νεκρά δέντρα του τοπίου.
Η ελίτ των διανοούμενων της Πράγα του απέδιδαν με ειρωνεία τον χαρακτηρισμό «ρομαντικός» επειδή δεν είχε ανθρώπους στις φωτογραφίες του και έτσι δεν απέδιδε τον αγώνα των ανθρώπων για την καθημερινότητα. Εκείνη την εποχή για τους κομμουνιστές η τέχνη έπρεπε να είναι στρατευμένη.




 Ο Σούντεκ  απαντούσε με την ίδια ειρωνεία λέγοντας πως ήταν λόγω της αναπηρίας του πολύ αργός στο να στήσει τη μηχανή και να τραβήξει τη φωτογραφία και οι άνθρωποι βαριόντουσαν και έφευγαν.





Σε μία από τις Ρωμανικές αίθουσες που βρισκόταν βαθιά κάτω από τον ναό του St. Vitus και ήταν σκοτεινή όπως οι κατακόμβες, από ένα μικρό παράθυρο κάτω από το επίπεδο του δρόμου, μπήκε μια μικρή ακτίδα του ήλιου. Αμέσως άρχισε με το βοηθό του να κουνούν πανιά για να σηκωθεί η σκόνη και να μπορέσει έτσι να φωτογραφίσει το φως όπως ήθελε. Ήξερε πως ο ήλιος έφτανε μέχρις εκεί δυο ή τρεις φορές το χρόνο. Τον περίμενε. 
Το φως άλλωστε ήταν ο πρωταγωνιστής των φωτογραφιών του.








Οι εικόνες του Σούντεκ απεικονίζουν την ίδια αίσθηση της υπομονής. Οι κύκλοι των θεμάτων του όπως οι νεκρές φύσεις και τα τοπία, χρειάστηκαν δέκα και πλέον χρόνια για να ολοκληρωθούν.









Οι φωτογραφίες από την αναστήλωση του Αγίου  Βίτο. 







Τα περισσότερα αστικά τοπία του δείχνουν ερειπωμένους δρόμους.






















































https://loeildelaphotographie.com/en/josef-sudek-1896-1976-a-collection-of-photographs-gg/

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Ο Ταρίκ





Τον Ταρίκ δουλευταρά δεν τον λες. 
Έχει όμως το κατιτίς του. Η ευγένεια, το επίχρυσο μυωπικό γυαλί του, οι τρόποι του, το στήσιμο του κορμιού του όταν σου κόβει τον κιμά ή σου δίνει να δοκιμάσεις τη γραβιέρα Κρήτης, όλα αυτά ή τίποτα από όλα αυτά μα κάτι άλλο που πάντα σου διαφεύγει, τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους υπαλλήλους.
Έπειτα είναι και εκείνη η ευκολία να πιάνει κουβέντα με τους πελάτες. Διαπερνά με τόση άνεση και φυσικότητα τον αδιαφανή τοίχο των λογισμών σου που δεν ξέρεις αν θέλεις να του θυμώσεις ή να του χαμογελάσεις.
Δουλευταρά πάντως δεν τον λες.
Ουρά κάνουν οι πελάτες στο δικό του πόστο όσο εκείνος φλυαρεί με την άνεσή του. Θέματα για φλυαρία άπειρα. Ο καιρός το πιο προσφιλές. Μετά ακολουθεί η κρίση, τα παιδιά του, η αγάπη του για την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα που ομολογουμένως μιλάει άπταιστα.

Τα χρόνια που πέρασαν και η συνήθεια να ψωνίζω συχνά από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, μας έφεραν πιο κοντά.
Έτσι, μια μέρα, βρήκε το θάρρος να με καλέσει στο σπίτι του.
"Θα χαρώ πολύ να έρθετε από το σπίτι, να σας προσφέρουμε ένα καφέ, να γνωρίσετε και την οικογένεια…"
Δεν πέταξα τη σκούφια μου. Η φύση όμως που με προίκισε με τη δυσκολία του συγχρωτισμού, δεν φρόντισε να με απαλλάξει από τους καλούς τρόπους. Η δυσκολία του συγχρωτισμού και οι καλοί τρόποι δεν πάνε μαζί και όταν πάνε, προκαλούν ολέθριες εσωτερικές συγκρούσεις που σου χαλάνε την ησυχία :)
Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για να αρπαχτώ και να "σωθώ". Τα σπίτια μας βρίσκονταν στο ίδιο τετράγωνο και η συχνή επαφή μας στο σούπερ μάρκετ έκαναν κάθε προσπάθεια υπεκφυγής μου εντελώς προσβλητική και για τους δυο μας.
Έτσι, κανονίσαμε να τον επισκεφθώ το απόγευμα της επόμενης μέρας.

Το διαμέρισμα του Ταρίκ βρίσκεται στον πάνω όροφο μιας παλιάς διώροφης οικοδομής που βλέπει σε πεζόδρομο. Χτύπησα το κουδούνι του με βαριά καρδιά ελπίζοντας πως η επίσκεψη αβροφροσύνης θα κρατούσε λίγο.
Με περίμενε όλη η οικογένεια στο κεφαλόσκαλο. Ο Ταρίκ μου σύστησε τους δικούς του με επισημότητα και με οδήγησε στο μικρό καθιστικό τους.  Τα παιδιά, δύο κοριτσάκια του δημοτικού και η γυναίκα του, μια λιγομίλητη αλλά χαμογελαστή κοπέλα γύρω στα τριάντα, έμειναν στην αρχή μαζί μας, να πούμε τα τυπικά, να αλλάξουμε δυο-τρεις κουβέντες και μετά έφυγαν και μας άφησαν μόνους.
Ήπιαμε τον καφέ μας μιλώντας περί ανέμων και υδάτων ώσπου κάποια στιγμή το βλέμμα μου έπεσε στη μικρή βιβλιοθήκη που βρισκόταν στο χώρο. Τα περισσότερα βιβλία είχαν αγγλικούς τίτλους - ο Ταρίκ έσπευσε να μου εξηγήσει πως ήταν πτυχιούχος Αγγλικής φιλολογίας. Υπήρχαν όμως και αρκετά ελληνικά.  
Με μεγάλη μου έκπληξη έμαθα πως ο Ταρίκ ήταν ήδη είκοσι χρόνια στην Ελλάδα. Η χώρα του είναι το Πακιστάν. Εκεί έχει μια πολυμελή οικογένεια που φρόντισε από πολύ νωρίς να τον αρραβωνιάσει χωρίς βέβαια τη δική του έγκριση. Στα είκοσι δύο ξενιτεύτηκε. Την υπόσχεση γάμου όμως που έδωσε ο πατέρας του για λογαριασμό του, την τήρησε. 
Επέστρεψε μετά από εννέα χρόνια στην πατρίδα του, παντρεύτηκε εκείνο το κορίτσι που δεν είχε δει ποτέ και γύρισαν μαζί στην Ελλάδα. 
Τον ρώτησα γιατί προτίμησε την Ελλάδα από μιαν άλλη Ευρωπαϊκή χώρα και μου απάντησε πως η Ελλάδα ήταν ο προορισμός που ονειρευόταν από παιδί. Στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο τους μιλούσαν πολύ για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και το να έρθει στην Ελλάδα, ήταν γι αυτόν όνειρο ζωής. 
Ακόμα και τώρα, μου τόνισε, που τα πράγματα οικονομικά έχουν χειροτερέψει, δεν μου περνάει καν απ' το μυαλό η σκέψη να φύγω παρ' ότι έχω συγγενείς στην Αγγλία.  

Ο Ταρίκ έμαθε μόνος του να διαβάζει και να γράφει ελληνικά. Διαβάζει για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, παρακολουθεί σχετικά ντοκιμαντέρ και  οτιδήποτε άλλο του δίνει περισσότερες πληροφορίες για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
"Τα διαβάζω και μετά τα λέω στα παιδιά." 
Μου μιλούσε με ενθουσιασμό. Χαιρόμουν το πρόσωπό του που έλαμπε σαν του μικρού αγοριού που διηγείται τα κατορθώματά του.
"Πιο πολύ μου αρέσουν τα νησιά στην Ελλάδα αλλά δεν έχω πάει σε κανένα. Το καλοκαίρι στην άδεια, διαλέγω το νησί που θα ήθελα να πάω και μαζεύω πληροφορίες που τις λέω στα παιδιά όσο βλέπουμε τα βίντεο που βρίσκω στο ΥouTube. Έτσι είναι σα να έχουμε πάει." 
Η έκπληξή μου μεγάλωσε όταν μου ανακοίνωσε με την ίδια χαρά  πως άρχισε να διαβάζει Καζαντζάκη.
"Στο παζάρι, στην πλατεία Κοτζιά, βρήκα βιβλία του Καζαντζάκη με ελάχιστα ευρώ αλλά πήρα στα αγγλικά το "Καπετάν Μιχάλης".
"Γιατί στ' αγγλικά;" απόρησα
"Επειδή έχει δύσκολες λέξεις. Δεν τις καταλαβαίνω."

Ούτε κι εγώ κατάλαβα πώς πέρασαν δυο ώρες στο σπίτι του Ταρίκ. 
Όταν ήρθε πια η στιγμή να φύγω, τον ευχαρίστησα για τη φιλοξενία, χαιρέτισα τη γυναίκα του και τα παιδιά που με συνόδευσαν ως έξω και πριν χωριστούμε τον ρώτησα:  
"Τί σημαίνει "Ταρίκ" στα ελληνικά;"
"Ταρίκ σημαίνει Αυγερινός κυρία. "