Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

H παράσταση που με συγκλόνισε!




Tί να πω για μια παράσταση που με συγκλόνισε;
Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω;
Να ξεκινήσω από τον κόσμο που έβλεπα στα θεωρεία να γέρνει μπροστά για να μη χάσει ούτε λέξη από τα λόγια των ηθοποιών; Από τη συγκίνηση που ήταν διάχυτη – σε διαπερνούσε – καθ΄ όλη τη διάρκεια της παράστασης; Από την απόλυτη ησυχία που επικράτησε ακόμα και στα διαλείμματα; Οι θεατές δεν μιλούσαν. Ή έσκυβαν το κεφάλι ή κοιτάζονταν αμίλητοι.
Να πω για τη μουσική του έργου που ξυπνούσε μέσα σου ό,τι βαθύτερα απωθημένο υπήρχε; Και όλα αυτά για να φθάσω στην ουσία: Το λόγο του Τσέχωφ ειπωμένο από τον Ιβάν Πετρόβιτς Βοϋνίτσκι – Βάνια (Γιώργος Κιμούλης) και τον Μιχαήλ Λβόβιτς Άστροφ (Τάσος Νούσιας).


Πρόκειται βέβαια για το έργο του Αντόν Τσέχωφ, «Θείος Βάνια», το έργο που μιλάει για την γελοιότητα της ανθρώπινης παραίτησης: το μακρύ, άδειο, πραγματικό χρόνο που περνάει χωρίς την παραμικρή αντίδραση, χωρίς την παραμικρή επιθυμία και μας αφήνει παραιτημένους.

Ο κ. Κιμούλης έκανε την μετάφραση και την σκηνοθεσία της παράστασης και κράτησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Προσάρμοσε το έργο στην εποχή μας χωρίς όμως να το προδώσει με άκυρους νεωτερισμούς και δήθεν μοντερνισμούς τόσο στα σκηνικά όσο και στο ύφος της παράστασης. 
Βρήκα ευφυέστατο τον τρόπο που μετέφερε το έργο στις μέρες μας για να μας θυμίσει πως ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί –ως κοινωνία- ζούμε κάτω από το ίδιο καθεστώς αδράνειας κρύβοντας μέσα μας τις σπίθες μιας δημιουργικής ζωής που μας κάνει πρωταγωνιστές, οραματιστές.




Ο κ. Κιμούλης ξεπέρασε τον εαυτό του και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης κάνοντας ένα βήμα σπάνιο στα σύγχρονα θεατρικά δεδομένα. Άφησε στην άκρη τον εαυτό του και το ρόλο του και έδωσε χώρο στο ρόλο του Άστροφ που ήταν πιο ουσιαστικός και επίκαιρος.
Γιατί ο Θείος Βάνια είναι ο εξηντάρης παραιτημένος από τις επιθυμίες και τη ζωή, ο συμβιβασμένος και παγιδευμένος στην αδράνεια. Ο Άστροφ όμως - ο γιατρός και οικολόγος και ανήσυχος νους - είναι εκείνος που δίνει το πραγματικό όραμα μέσα στην ιστορία. 
Είναι ο άνθρωπος που πιστεύει στο μέλλον και προσπαθεί να βελτιώσει το παρόν για τις επόμενες γενιές. 



Ώσπου έρχεται η στιγμή που ακόμα και ο αφημένος νους του Θείου Βάνια εγείρεται με απελπισία και διαμαρτύρεται έναντι του ίδιου του του εαυτού που δεν έζησε τη ζωή του πραγματικά. 
Και εκεί, βλέπουμε τον σερνάμενο, περιφερόμενο, αστειευόμενο, τραγικό Ιβάν Πετρόβιτς (Βάνια) να στέκεται στο κέντρο της σκηνής με τον κεντρικό προβολέα πάνω του, και να ξεδιπλώνει την ψυχή του όπως ξεδιπλώνει και υψώνει το κορμί και τα χέρια του και να φωνάζει με όλη του τη δύναμη 
«Απέτυχα!! Δεν θέλω να ζω άλλο έτσι. Δεν αντέχω να ζήσω τα υπόλοιπα χρόνια μου έτσι!»
 Πολλές οι δυνατές στιγμές, συγκλονιστικές οι ερμηνείες που επιβεβαίωσαν μέσα μου την άποψη πως η ζωή αξίζει μόνον όταν συνταράσσεται από οράματα και επιθυμίες.

Bιογραφικά στοιχεία:

ΑΝΤΟΝ  ΤΣΕΧΩΦ

     





Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

Οι κλασσικοί συνθέτες στο ..."παράθυρό"σας



Peder Mørk Mønsted (Danish painter, 1859-1941)  Sunset over a Danish Fjord, 1901

Μπορείτε να μπείτε στον παρακάτω σύνδεσμο και με ένα κλικ πάνω στη φωτογραφία του συνθέτη που αγαπάτε και ένα δεύτερο κλικ πάνω στην εκτέλεση που προτιμάτε, να ακούσετε κλασσική μουσική. 
Συνιστώ να το αποθηκεύσετε στο Αρχείο σας.

http://www.thinglink.com/scene/356894836550270976

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

Πρώτη μέρα του 2019: Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς :) :)



ΚΑΛΗ  ΧΡΟΝΙΑ


Το ημερολόγιο  της χρονιάς βρίσκεται κολλημένο πάνω σ’ ένα κεραμικό ρόδι στον τοίχο της κουζίνας.
Κάθε χρόνο, μετά την αλλαγή του χρόνου, αλλάζω και το ημερολόγιο. Ξεκολλάω το παλιό και κολλάω το καινούργιο.
Μέχρι τώρα αγόραζα ημερολόγια με συνταγές ή με στίχους τραγουδιών. Μια χρονιά θυμάμαι αγόρασα ένα με ανέκδοτα.
Φέτος –εθισμένη πλέον με την ποίηση ( να 'ναι καλά η Αριστέα και το Συμπόσιο https://princess-airis.blogspot.com/) - είπα να αγοράσω ένα με ποιήματα.
Φτάνει το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, στρώνω τραπέζι, τρώμε, ανεβαίνουμε στην ταράτσα για να δούμε τα πυροτεχνήματα, ξεστρώνω το τραπέζι, πλένω τα πιάτα, τα βάζω στη θέση τους –έχει σημασία η σειρά – σε μια πεντακάθαρη και τακτοποιημένη κουζίνα, νιώθω επιτέλους έτοιμη να κάνω την τελευταία μου κίνηση: να ξεκολλήσω το ημερολόγιο του 2018 και να το αντικαταστήσω με το ημερολόγιο του 2019. Περιέργεια...συγκίνηση...τί να γράφει άραγε...με ποιό ποίημα ξεκινάει ο χρόνος, ποιό μήνυμα μου δίνει - ερωτήσεις ανάκατες "ατάκτως ερριμμένες" με ωθούν προς την κουζίνα.  Αφού κάνω με «ευλάβεια» τα δέοντα, φθάνει η πολυπόθητη στιγμή να διαβάσω το ποίημα της 1ης  μέρας του 1ου  μήνα του χρόνου.

Πρώτη μέρα του 2019 στο νέο μου ημερολόγιο είναι καταχωρημένος ο…Θούριος του Ρήγα!!
 Πρώτη μέρα του νέου χρόνου, ο Θούριος του Ρήγα!!
Γιατί;
Τι θέλει να μου πει το Σύμπαν; 
Η μόνη ελπίδα που μου απομένει είναι να λειτουργούν τα μηνύματα ..αναδρομικά. Διαφορετικά φέτος πρέπει ζωστώ τα φυσεκλίκια και να βγω στο κλαρί  :) 
Και για να μη νομίζετε πως αστειεύομαι , ορίστε και οι αποδείξεις:




Σας χαιρετώ και σας εύχομαι ΨΥΧΗ  ΒΑΘΙΑ!!
Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς 
Μαρία Γ.

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

Το πρώτο μυστικό




-Υπάρχει ο Άγιος Βασίλης; ρωτούσε συχνά όσο μεγάλωνε η μικρή Σοφία (τριών ετών)
-Υπάρχει παιδί μου, απαντούσε η Άλλη, κι απ’ τις πολλές φορές που το επανέλαβε το πίστεψε κιόλας.
-Η κυρία Ελένη μας είπε (στον παιδικό σταθμό) πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και τα δωράκια τα φέρνουν οι γονείς στα παιδιά.
-Υπάρχει παιδί μου ο Άγιος Βασίλης.
-Γιατί η κυρία Ελένη είπε πως δεν υπάρχει;
-Επειδή δεν τον έχει δει ποτέ.
-Εσύ τον έχεις δει;
-Δεν τον έχω δει αλλά πιστεύω πως υπάρχει.
-Γιατί;
-Θα σου πω. Κάνουμε την προσευχή μας και ζητούμε από το Θεό να μας έχει καλά. Εκείνος μας κάνει αυτή τη χάρη. Τον έχουμε δει ποτέ το Θεό;
-Όχι.
-Έτσι είναι κι ο Άγιος Βασίλης. Υπάρχει επειδή πιστεύουμε πως υπάρχει και φέρνει δωράκια στα παιδιά.
-Τότε γιατί η Πασχαλίτσα δεν πήρε δωράκι;
-Χμμ… γιατί έλειπε από το σπίτι και ο Άγιος Βασίλης δε βρήκε κανένα να το αφήσει.
-Γιατί έλειπε αφού περίμενε τον Άγιο Βασίλη;
-Χμμ... μάλλον κάτι θα της έτυχε και έπρεπε να φύγει.
-Γιατί δεν της το άφησε εκεί πού πήγε;
-Μάλλον ξέχασε να του γράψει πού θα πήγαινε.
- H Πασχαλίτσα δεν ξέρει να γράφει. 
-Τότε έπρεπε να του γράψει ο μπαμπάς της αλλά το ξέχασε φαίνεται.
- Παρεξήγηση δηλαδή.
-Μεγάλη παρεξήγηση! (πού την έμαθε αυτή τη λέξη;)

Η μικρή, μετά από αυτό έδειξε ικανοποιημένη από τις απαντήσεις που πήρε και ζήτησε από την Άλλη να της ανοίξει την τηλεόραση για να δει το Ντάμπο το ελεφαντάκι.
Λίγα λεπτά αργότερα και ενώ φαινόταν απορροφημένη απ’ αυτό που έβλεπε:
-Nα της το άφηνε στην καμινάδα!
-Δεν έχουν καμινάδα στο σπίτι τους.
-Να άνοιγε την πόρτα και να το άφηνε στο πατάκι!
-Την κλείδωσε ο μπαμπάς της όταν έφυγαν. Όταν φεύγουμε από το σπίτι μας, πάντα κλειδώνουμε την πόρτα.
-Να το άφηνε στο παράθυρο!
- Θα το έπαιρναν οι γάτες.
-Α!..Η ασχημούλα παίρνει πράματα!
-Ναι... μπορεί να το έπαιρνε η ασχημούλα.  
- Για τα παιδάκια της;
- Τα γατάκια δεν παίζουν με τα παιχνίδια των ανθρώπων.
- Ο Άγιος Βασίλης φέρνει δώρα και στα ζωάκια;
-Δεν έχω ακούσει κάτι τέτοιο.
- Θα ρωτήσω τη Μιμή μας να μου πει.

Για λίγα λεπτά η Άλλη γλύτωσε από το στενό μαρκάρισμα της μικρής που στο μεταξύ χτένιζε ένα μικρό πόνυ με μακριά ροζ χαίτη και φιόγκο στην ουρά.
-Εσύ έγραψες στον Άγιο Βασίλη να του ζητήσεις το δώρο σου; ρώτησε κάποια στιγμή τη μικρή.
-Δεν ξέρω να γράφω. Το ξέχασες;
-Σωστά. Πες μου τί θέλεις, να σου το γράψω εγώ.
-Όχι. Είναι μυστικό.
-Καλά, τότε πες το στον Άγιο Βασίλη που κρέμεται στο δέντρο.
-Αυτός δεν είναι αληθινός. Είναι παιχνίδι.
-Είναι μαγικό παιχνίδι. Θα σε ακούσει  και θα του το πει.

H μικρή παράτησε το πόνυ, και στάθηκε διστακτική μπροστά στον Άγιο Βασίλη του δέντρου που της χαμογελούσε καθισμένος πάνω στο έλκηθρο του.

-Θα του πω να φέρει και το δώρο της Πασχαλίτσας.  
-Τί δώρο θα του πεις να φέρει στην Πασχαλίτσα;
-To ίδιο με το δικό μου.
-Α..ναι; Και είσαι σίγουρη πως θέλει το ίδιο;
-Ναι είμαι. Και σε κείνη αρέσει που σφυρίζει όταν τρέχει και αναβοσβήνουν τα φώτα του. 
-Ω ναι! Και τρέχει πάνω στις ράγες και περνάει και κάτω από τη γέφυρα και έχει σταθμό στο μικρό χωριό!
-Σου αρέσει και σένα μαμά;
-Πολύ Σοφία μου!
-Του είπα να το αφήσει σε μας να της το δώσουμε. Ε μαμά;
-Ναι Σοφία μου, είπε η Άλλη και χαμογέλασε στη σκέψη πως αυτό ήταν το πρώτο, ολόδικό τους μυστικό.











Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Χορεύετε;



                             
Τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα ήταν εγκλωβισμένα μέσα σε μια επιπόλαια, μακρινή μα άπειρα γοητευτική μελωδία. 
Γαλλικό Ινστιτούτο. Παραμονές Χριστουγέννων στη μικρή επαρχιακή πόλη. Η καθιερωμένη ετήσια γιορτή.
Σε μια αίθουσα διδασκαλίας του πρώτου ορόφου, μια σειρά ξύλινες καρέκλες  κολλημένες γύρω - γύρω στον τοίχο. Στη μέση...η πίστα. Το πικάπ έπαιζε άγνωστα γαλλικά τραγούδια. Στην έδρα αναψυκτικά για τα μικρά και βερμούτ για τους μεγάλους.
Η "μαντεμουαζέλ", μικρόσωμη ξανθιά, φορτωμένη κοσμήματα. Ένα κόκκινο φουλάρι άγγιζε σα σύννεφο την πλάτη και το στήθος της. Μιλούσε και χειρονομούσε. Πάλλονταν τα λεπτά δάχτυλά της στον αέρα. Στο δεξί της χέρι ένα δαχτυλίδι chevalier με την ανάγλυφη προτομή μιας δούκισσας από ελεφαντόδοντο πάνω σε ροζ χρυσό. 
Φαινόταν άπιαστη. 

Νύχτωνε... Η αίθουσα γέμισε μαθητές. Οι μικρότεροι καθισμένοι στις καρέκλες γύρω από την "πίστα" έπιναν πορτοκαλάδες και παρακολουθούσαν τους μεγάλους που φλέρταραν μαζί της. Εκείνη γελούσε και ανταποκρινόταν με φινέτσα. 
Κάποιοι έκαναν πηγαδάκια, έλεγαν αστεία και γελούσαν. Οι πιο τολμηροί ξεμοναχιάζονταν στο διάδρομο και αντάλλασσαν φιλιά και άλλοι κάπνιζαν κρυφά στο μπαλκόνι. 

Η «μαντεμουαζέλ» προσπαθούσε να βάλει μια τάξη. Μάζευε τους άτακτους απ' το μπαλκόνι, ησύχαζε τους μικρούς. Έκανε τα στραβά μάτια στα ζευγαράκια. Μετά όμως τα παράτησε. Παρασύρθηκε κι αυτή από τη γλυκιά ελαφρότητα της νύχτας...
Στις οκτώ σταματούσε η κυκλοφορία. Οι μικροί έφευγαν. Έμεναν όμως οι μεγάλοι. Χαμήλωναν τα φώτα και χόρευαν...


Τέλη δεκαετίας 1940 σε αίθουσα του Alliance Française, το μετέπειτα Γαλλικό Ινστιτούτο


Γαλλικό ινστιτούτο. Μια κοφτή, δυνατή ανάσα ελευθερίας μέσα στη μαυρίλα της Χούντας και των απαγορεύσεων.
Ο έρωτας- σαν εικόνα, σα ζευγάρωμα, σαν "αμαρτία", σα γοητευτική παρατυπία- φορούσε ένα κόκκινο σύννεφο στο λαιμό, σιγοτραγουδούσε Ανταμό, χόρευε μπλουζ  και αδιαφορούσε εντελώς για τον περιορισμό της κυκλοφορίας.

Χρόνια μετά, περνώντας από 'κει, είδα το εγκαταλειμμένο νεοκλασικό, καλυμμένο με ένα πανό που έγραφε  με κόκκινα γράμματα "Προσοχή κατεδάφιση"...


Salvatore Adamo - Ensemble



Salvatore Adamo - Mon Cinema





Salvatore Adamo - Inchallah






Επαναφορά μιας παλαιότερης ανάρτησης μου στο Pathfinder (2015)

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Μυθιστορηματικές εικόνες




Η Ρωσία που γνώρισα μέσα απ’ τη λογοτεχνία της έχει κερδίσει ένα μέρος της ψυχής μου, το πιο βαθύ και στέρεο γιατί σχηματίστηκε σε μικρή ηλικία, τότε που ακόμα φανταζόμουν τον κόσμο. 

Οι απέραντες χιονισμένες στέπες των Τατάρων στο «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι, η περιπετειώδης πορεία μέσα στα χιόνια προς το Ιρκούτσκ του Μιχαήλ Στρογκόφ –άσχετα αν το βιβλίο το έγραψε ο Ιούλιος Βερν- ο έρωτας της Λάρα και του δόκτορα Ζιβάγκο στην παγωμένη ύπαιθρο και τόσες άλλες μυθιστορηματικές εικόνες, αναβίωσαν μέσα μου όταν είδα τις φωτογραφίες από τη φύση του Valaamskie.       


Νησί Βάλααμ, το μεγαλύτερο του Αρχιπελάγους στο βόρειο τμήμα της λίμνης Λάντογκα

Στο μακρινό Βορρά, στα σύνορα Ρωσίας-Φινλανδίας υπάρχει η μεγαλύτερη λίμνη της Ευρώπης -λίγο μικρότερη από την Πελοπόννησο- η Λάντογκα, "Ο παγωμένος δρόμος της ζωής"  (Ντορόγκα ζίζνι) όπως την ονόμασαν αργότερα επειδή από εκεί διασώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, εργαλεία και έργα τέχνης, κατά τη διάρκεια της ηρωικής υπεράσπισης του Λένινγκραντ από την πολιορκία των Ναζί.

http://www.katiousa.gr/istoria/limni-lantogka-o-pagomenos-dromos-tis-zois/



Νησί Βαλαάμ στους πάγους

Σε μια συστάδα νησιών, στο βόρειο τμήμα της Λάντογκα που ονομάζεται Αρχιπέλαγος Βαλαάμ, με τη σκληρή αλλά τόσο μαγευτική ομορφιά ιδρύθηκε - γύρω στο 1300 μ.χ.- η μονή Βαλαάμ, ως τελευταίος προμαχώνας της Ορθοδοξίας κατά του Σουηδικού Καθολικισμού. 
Η μονή υπάρχει μέχρι σήμερα. 




Εκεί, έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ο επίσκοπος Епископ Панкратий    που, όταν βρίσκει χρόνο παίρνει τη φωτογραφική μηχανή του και απαθανατίζει τα υπέροχα τοπία του νησιού. Επίσης ανεβάζει και φωτογραφίες ρωσικών εκκλησιών που μοιάζουν παραμυθένιες έτσι όπως ξεπροβάλλουν μέσα στο χιονισμένο τοπίο.




«…Ο ήλιος ανάτελλε και στο πάρκο το χώμα ήταν καλυμμένο από μια μακριά, δαντελωτή και υγρή από τη δροσιά, σκιά, μια σκιά που δεν ήταν μαύρη. Σκούρα γκρίζα, έμοιαζε με δέρμα βρεγμένο. Η αποχαυνωτική ευωδιά του πρωινού, λες και προερχόταν απ’ αυτή την υγρή σκιά, που οι φωτεινές γραμμές που σχημάτιζε, έτσι όπως απλώνονταν στο έδαφος θύμιζαν δάχτυλα κοριτσιού."
( Μπόρις Πάστερνακ "Δόκτωρ Ζιβάγκο")


«…Τη νύχτα ο Γιούρα ξύπνησε από ένα χτύπημα στο παράθυρο. Το σκοτεινό κελί έλαμπε από ένα λευκό υπερφυσικό φως. Ο Γιούρα έτρεξε με το πουκάμισο στο παράθυρο και κόλλησε το πρόσωπό του στο κρύο τζάμι. Δεν μπορούσε να διακρίνει ούτε το δρόμο ούτε το νεκροταφείο ούτε τον κήπο. Έξω, μονάχα η μανιασμένη θύελλα κι ο αέρας, που έκανε το χιόνι να καπνίζει. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως η θύελλα γινόταν επίτηδες τόσο φοβερή. Σφύριζε κι ούρλιαζε και με κάθε τρόπο προσπαθούσε να κινήσει το ενδιαφέρον του Γιούρα σα να διασκέδαζε προκαλώντας τον. Από τον ουρανό, ατέλειωτα νήματα από άσπρο ύφασμα έπεφταν ασταμάτητα στη γη. Η θύελλα ήταν μονάχη στον κόσμο. Κανένας δεν μπορούσε να την ανταγωνιστεί.»
( Μπόρις Πάστερνακ "Δόκτωρ Ζιβάγκο")






«Ένα ήσυχο πάρκο περικύκλωνε τη διαδρομή. Πάνω στα έλατα τα κοράκια τίναζαν την πάχνη απ’ τα λυγισμένα κλαδιά  και τα κρωξίματά τους αντηχούσαν σαν ξερόκλαδα που σπάνε. Τα φώτα ήταν αναμμένα. Η νύχτα απλωνόταν.»
Μπόρις Παστερνάκ "Δόκτωρ Ζιβάγκο"


Αρχιπέλαγος Βαλαάμ

«…Όταν κανείς κοιτούσε το ποτάμι, τα μάτια του πονούσαν. Ορμούσε στο φως του ήλιου και σπινθήριζε σα φύλλο από μέταλλο. Ξαφνικά το νερό φούσκωσε. Ένα μεγάλο πλεούμενο τραβούσε από τη μιαν όχθη στην άλλη φορτωμένο με άλογα, κάρα, χωρικούς.»
Μπόρις Παστερνάκ "Δόκτωρ Ζιβάγκο"



«…Κάτω από το φως όλες οι κινήσεις έμοιαζαν υπολογισμένες μια προς μια. Κι όμως ήταν, σε τελική ανάλυση, ανεξέλεγκτες, μεθυσμένες μέσα στο χείμαρρο της ζωής που τις ένωνε.»
Μπόρις Παστερνάκ "Δόκτωρ Ζιβάγκο"





"Όλες οι ζωές έχουν κάνει τον θλιμμένο κύκλο τους, έχουν πεθάνει. Ήδη έχουν περάσει χιλιάδες αιώνες απ’ όταν η Γη γέννησε ένα ζωντανό οργανισμό. Και άδικα το καημένο φεγγάρι φωτίζει..." 

 Αντόν Τσέχωφ "Ο γλάρος" 






"Δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι εγώ αυτή. Περπατούσα και περπατούσα και σκεφτόμουν και ξέρω τώρα πως για μας αυτό που μετράει δεν είναι τα όνειρα για φήμη και δόξα, είναι η αντοχή. Είναι το να ξέρεις πώς να συνεχίζεις ασχέτως όλων των υπολοίπων. Η πίστη στον εαυτό μου με βοήθησε."

Αντόν Τσέχωφ "Ο Γλάρος" 






"...Φτου ξελευτερία και για τα δέκα, σου λέω, καθώς σε αφήνω να με κερδίσεις για μια ακόμη φορά, και ύστερα ολοκληρωτικά χαμένος γύρω από 'σένα, πιάνω τα δυο πόδια σου και φιλάω ένα προς ένα και τα δέκα κάτασπρα δάχτυλά τους. Και όταν τελειώνουν οι μικρές κόκκινες σημαίες των ποδιών σου, ανεβαίνω αργά-αργά όλο και πιο ψηλά, και αφού κάνω έναν μικρό περίπατο ανάμεσα στις ελίτσες του λαιμού σου, φθάνω στη λευκή σου πλάτη, και καθώς αρχίζω να λύνω ένα-ένα τα κορδόνια του γαλάζιου διάφανου νυχτικού σου, εμφανίζεσαι μπρος μου τόσο κομψή και ταυτόχρονα τόσο ανυπεράσπιστη, που μοιάζεις περισσότερο με έναν μικρό γεμάτο αρμύρα γλάρο που κρατά στην αγκαλιά του τις δυο φτερούγες του..."
Αντόν Τσέχωφ "Ο Γλάρος" 










"...Η νύχτα ήταν υπέροχη, ήταν από κείνες τις νύχτες που μπορούν να υπάρχουν μόνο όταν είμαστε νέοι, αγαπητέ μου αναγνώστη. Ο ουρανός ήταν τόσο γεμάτος άστρα, τόσο φωτεινός, που κοιτάζοντάς τον, άθελά σου αναρωτιόσουνα: Είναι δυνατό να ζούνε κάτω από έναν τέτοιον ουρανό άνθρωποι κακοί και παράξενοι; και αυτή η ερώτηση είναι ερώτηση ενός νέου ανθρώπου, αγαπητέ μου αναγνώστη, πολύ νέου μάλιστα, μα μακάρι να την έστελνε και σε σας πιο συχνά ο Κύριος."

Λευκές Νύχτες – Φιοντόρ Ντοστογέφσκι





"... Η φτώχεια δεν είναι κακό πράμα, αυτό είναι αλήθεια. Ξέρω πως και η μέθη δεν είναι αρετή, κι αυτό πολύ περισσότερο είναι αλήθεια. Αλλά η εξαθλίωση, κύριέ μου – αυτή είναι κακό. Στη φτώχεια διατηρείτε ακόμα την ευγένεια των έμφυτων αισθημάτων σας, στην εξαθλίωση ποτέ και κανείς. Για εξαθλίωση δεν κυνηγάνε κανέναν με το μπαστούνι, αλλά τον παίρνουν με τη σκούπα από την ανθρώπινη κοινωνία για να τον ταπεινώσουν έτσι περισσότερο."

‘Έγκλημα και Τιμωρία – Φιοντόρ Ντοστογέφσκι


Η πανσέληνος από το νησί Βαλαάμ






«…Οι πεδιάδες διαδέχονταν άλλες πεδιάδες. Τα δάση τις τύλιγαν αδιάκοπα. Η διαδοχή αυτών των εκτάσεων είχε μια συντονισμένη αρμονία. Το μόνο που επιθυμούσε κανείς ήταν να ονειρεύεται και να συλλογίζεται το μέλλον.»

Μπορίς Παστερνάκ - "Δόκτωρ Ζιβάγκο"





«…Από τον κήπο, η μοσχοβολιά από το αναμμένο σαμοβάρι εξουδετέρωνε τη μυρωδιά απ’ τον καπνό και τα ηλιοτρόπια. Από το παράσπιτο τους έφεραν κρέμα, βατόμουρα και μικρά γλυκίσματα. Ένας αγκαθωτός φράχτης από αγριοφράουλες χώριζε το μικρό κήπο του επιστάτη από το αρχοντικό του ιδιοκτήτη και το υπόλοιπο πάρκο με τις λίμνες και τη βλάστηση. Κάθε τόσο τα σπουργίτια, έκαναν τις αγριοφράουλες να θροΐζουν και ο ήχος αυτός έμοιαζε με ρυάκι κάτω απ’ τα πόδια τους.»
Μπορίς Παστερνάκ - "Δόκτωρ Ζιβάγκο"












Οι ξύλινες εκκλησίες της Βόρειας Ρωσίας που προστατεύει η Unesco



Ξύλινες εκκλησίες - προστατεύομενη πολιτιστική κληρονομιά της Ρωσίας
Τα σανίδια με τα οποία είναι φτιαγμένες δεν τοποθετούνται κάθετα αλλά οριζόντια και δεν χρησιμοποιούνται καθόλου καρφιά. Κτίστηκαν με διαταγή του πρίγκιπα Βλαντιμίρ, το 988 όταν αυτός ασπάστηκε τον χριστιανισμό. Όλες βρίσκονται στην Βορειοδυτική Ρωσία στην περιοχή των μεγάλων λιμνών Λάντογκα και Ονέγκα. Αν και πρόκειται για αριστουργήματα αρχιτεκτονικής, σήμερα βρίσκονται στα όρια της καταστροφής, εγκαταλελειμμένες στις άγριες καιρικές συνθήκες.





« Ο Ρασκόλνικοφ βγήκε από το υπόστεγο και πήγε στην άκρη το ποτάμι, κάθισε σ’ ένα σωρό από κούτσουρα, και κοίταζε το πλατύ κι έρημο ποτάμι, αγνάντευε την απεραντοσύνη που απλωνόταν πέρα από την ψηλή όχθη. Εκεί, στην ηλιόλουστη απέραντη στέπα ξεχώριζαν σαν μαύρα στίγματα οι καλύβες των νομάδων. Εκεί πέρα ήταν η ελευθερία και ζούσαν άλλοι άνθρωποι, τελείως διαφορετικοί από τους ντόπιους, τους κρατούμενους, πέρα κει ο χρόνος, λες και είχε σταματήσει, λες και δεν είχε περάσει ακόμα η εποχή του Αβραάμ με τα κοπάδια του.

Έγκλημα και Τιμωρία – Φιοντόρ Ντοστογέφσκι




« Η ποίηση είναι η γλώσσα των θεών!
Αυτό κανείς δεν το επανέλαβε, αυτό το είπαμε όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά, ξανά και ξανά. Ένα κοριτσάκι τριών ετών, έχοντας ακούσει για πρώτη φορά ένα ζωντανό ποιητή, ρώτησε τη μητέρα του: “Είναι ο Θεός που μιλάει;”
Το κοριτσάκι δεν καταλάβαινε τίποτα, αφού ο ποιητής δεν τραγουδούσε. Ο ποιητής μιλούσε, μόνο που μιλούσε διαφορετικά και αυτό το διαφορετικά ήταν που υποχρέωσε το κοριτσάκι να σωπάσει.
Το κοριτσάκι αναγνώρισε την θεότητα.»

Μαρίνα Τσβετάγιεβα – Η ιστορία μιας αφιέρωσης




















«…Τα πάντα ήταν υπέροχα! Ολόγυρα το καθαρό κελάηδισμα των φλώρων, σε τρεις τόνους με παύσεις, υγρό σαν τον ήχο από φλογέρα που διαποτίζει την περιοχή. Κάθετα στερεωμένο, χαμένο στον αέρα το άρωμα των λουλουδιών, καρφωμένο από τον καύσωνα, ακινητούσε στις πρασιές.»

Μπόρις Παστερνάκ "Δόκτωρ Ζιβάγκο"




Μονή του Βαλαάμ 



"...Κι εγώ αγαπούσα, κι η ανάσα
της αϋπνίας νωρίς το πρωί
από το πάρκο κατέβαινε στο φαράγγι, στα σκοτεινά
πετούσε γρήγορα πέρα από το αρχιπέλαγος
των λειμώνων, που βυθίζονταν στην κουρελιασμένη ομίχλη,
στην αψιθιά, στη μέντα και στα ορτύκια.
Και αμέσως δυσκόλευε της λατρείας η ορμή,
μεθούσε, σα φτερούγα, καμένη από σκάγια,
και χτυπιόταν στον αγέρα, και πάθαινε ρίγη,
Και παράσερνε τη δροσιά στα χωράφια..."






"...Κι εγώ αγαπούσα, κι εκείνη προς το παρόν
μπορεί να είναι ζωντανή. Ο καιρός θα περάσει,
και κάτι το μεγάλο, σα φθινόπωρο, μια φορά
(όχι αύριο, ίσως, αλλά κάπως αργότερα)
θ’ ανάψει πάνω από τη ζωή, σαν λάμψη, με ευσπλαχνία
πάνω από το πυκνό δάσος, πάνω από την ανοησία των νερόλακκων, μαραζώνοντας
σα βατράχια από τη δίψα 
πάνω στο κύμα των λάκκων που μοιάζει
με το ρίγος του λαγού, με τα μουστάκια πλεγμένα σα ψάθα
της φυλλωσιάς του προηγούμενου χρόνου 
πάνω από το θόρυβο, που μοιάζει
με ψεύτικο σπάσιμο του κύματος αυτών που ζήσαμε. 
Κι εγώ αγαπούσα, και ξέρω: όπως τα υγρά βοσκοτόπια
από αιώνες υπάρχουν στους πρόποδες του χρόνου,
έτσι και κάθε καρδιά  έχει ως βάση τον έρωτα
την ανατριχιαστική είδηση των κόσμων στο προσκεφάλι..."



Ανατολή ηλίου στον παγωμένο κόλπο του νησιού Βαλαάμ 




"...Κι εγώ αγαπούσα, κι αυτή είναι ακόμη ζωντανή.
Όλα όπως και τότε, κυλούσαν σ’ εκείνο το αρχικό τραύμα,
στέκονται τα χρόνια, εξαφανιζόμενα πίσω από την ακρούλα
της στιγμής. Είναι το ίδιο λεπτή εκείνη η μεθόριος.
όπως και πριν το παλιό φαίνεται παλιότερο.
όπως και πριν, τραβηγμένα από τα πρόσωπα των αυτοπτών
παραλογίζονται τα περασμένα, υποκρινόμενα που δε γνωρίζουν
ότι εκείνη δε ζει πια μαζί μας,
Και είναι νοητό αυτό; Συνεπώς, σημαίνει, και ευθέως
όλη η ζωή απομακρύνεται, και δεν μακραίνει
ο Έρωτας, της έκπληξης ο στιγμιαίος φόρος υποτέλειας; "

Μπόρις Παστερνάκ 1916 - 1928
Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©



Ο ίδιος κόλπος στο νησί Βαλαάμ χωρίς πάγους. 





"Τι να κάνουμε όμως, πρέπει να ζήσουμε !
Θείε Βάνια, θα ζήσουμε. Θα περάσουμε μέρες και μέρες αμέτρητες, τη μια μετά την άλλη, μεγάλα, ατέλειωτα βράδια. Θα υποφέρουμε καρτερικά τις δοκιμασίες που θα μας στείλει η μοίρα. Θα δουλεύουμε για τους άλλους και τώρα και στα γεράματά μας χωρίς ανάσα, και όταν έρθει η ώρα μας θα πεθάνουμε αγόγγυστα, κι εκεί απ’ τον τάφο θα πούμε πως υποφέραμε, κλάψαμε, πικραθήκαμε και ο Θεός θα μας λυπηθεί, κι εμείς θείε, αγαπημένε μου θείε, θα δούμε μια ζωή ολοφώτεινη, υπέροχη, αρμονική, θα χαρούμε, και τις σημερινές μας δυστυχίες θα τις δούμε τότε με συγκίνηση, με χαμόγελο – και θ’ αναπαυτούμε."

Αντόν Τσέχωφ  «Θείος Βάνιας» 








«…Η όχθη της λιμνούλας ήταν γεμάτη νούφαρα. Το πέρασμα της βάρκας τα έσκιζε με ένα θόρυβο ξερό. Στα σημεία που σκίζονταν, το νερό ξεπρόβαλε από κάτω σαν χυμός από καρπούζι, όταν το χαράζεις με το μαχαίρι. Το αγόρι και το κορίτσι άρχισαν να κόβουν τα νούφαρα, τραβώντας μαζί τον ίδιο μίσχο, που ήταν γερός κι ανθεκτικός σαν λάστιχο. Το λουλούδι τους έκανε να πλησιάσουν και τα κεφάλια τους κουτούλησαν. Η βάρκα τραβήχτηκε προς τα έξω όπως το ψάρι στην πετονιά. Οι μίσχοι απ’ τα νούφαρα πλέκονταν μεταξύ τους και βυθίζονταν. Τα λευκά άνθη με τη φωτεινή σα ματωμένο κρόκο καρδιά εξαφανίζονταν κάτω απ’ το νερό και ύστερα αναδύονταν και πάλι.

Ο Νίκα θυμήθηκε τη μαγική μεγαλοπρέπεια της νύχτας, την ανατολή του ηλίου και την πρωινή του παντοδυναμία, όταν έδινε διαταγές στη φύση κι εκείνη υπάκουε. Τι διαταγή να έδινε τώρα; Τι ήταν εκείνο που θα ήθελε περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο; Κατάλαβε πως ήταν να ξαναπέσει κάποτε στο νερό με τη Νάντια.»


Μπόρις Παστερνάκ "Δόκτωρ Ζιβάγκο"