Αναρτήσεις

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2019

Ρενουάρ και Ρενουάρ








"Ποια πιστεύω ότι πρέπει να είναι τα δύο χαρακτηριστικά ενός έργου τέχνης; Πρώτον, πρέπει να είναι απερίγραπτο και δεύτερον πρέπει  να είναι μοναδικό." Πιερ Ογκίστ Ρενουάρ.


Kυανή Ακτή 1915.  
Ένα κορίτσι ντυμένο στα κόκκινα, οδηγεί το ποδήλατό του σ’ ένα επαρχιακό δρόμο πνιγμένο μέσα σε πυκνή βλάστηση. 
Φθάνει σ’ ένα κτήμα, ανοίγει την σιδερένια αυλόπορτα και διασχίζει πεζή την απόσταση μέχρι το σπίτι του ζωγράφου Πιέρ Ογκίστ Ρενουάρ. 
Είναι η Αντρέ (Ντεντέ), μια άνεργη ηθοποιός, που έχει αναλάβει να ποζάρει στον ηλικιωμένο και άρρωστο ζωγράφο.  
Διαπερνώντας το αιωρούμενο σύννεφο της σκόνης, βλέπει να ανοίγεται εμπρός της λίγο-λίγο ένας άλλος κόσμος. 
Απλωμένα ασπρόρουχα στεγνώνουν στον ήλιο. 
Ένα ξύλινο τραπέζι στην αυλή γεμάτο πουλερικά που κάποιες γυναίκες τα μαδούν με σχολαστικότητα. 
Ένα μικρό αγόρι τρέχει ανάμεσα στους σκονισμένους θάμνους και κρύβεται στις σκιές τους. 
Ο ήλιος παίζει κρυφτό πίσω απ' το φύλλωμα της λεύκας. 
Μια πόρτα τρίζει.
Ένα ελαφρύ αεράκι παρασύρει τα πούπουλα απ’ το τραπέζι και τα στροβιλίζει ψηλά.
Το κορίτσι χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας.
Μια γυναίκα της ανοίγει και την οδηγεί στο εσωτερικό του σπιτιού. 
Εκεί, σε λίγο, θα συναντήσει το πεπρωμένο της και το πεπρωμένο των ανθρώπων που θα επηρεάσει.








Kυανή Ακτή 1915.
Ο διάσημος Γάλλος ζωγράφος Πιέρ Ογκίστ Ρενουάρ, σε προχωρημένη ηλικία, ζει σ’ ένα «κουκλόσπιτο», γεμάτο φως, πίνακες και γυναίκες, που μοναδικό τους μέλημα είναι να τον υπηρετούν. Μαζί του ζει ο Κλοντ, ο μικρότερος γιος του.  Οι δύο μεγαλύτεροι, ο Πιέρ και ο Ζαν πολεμούν. 
Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος μαίνεται.
Βρίσκεται βυθισμένος στη θλίψη λόγω του πρόσφατου θανάτου της συζύγου του, που υπεραγαπούσε ενώ παλεύει συγχρόνως με την παραμορφωτική αρθρίτιδα και τους φρικτούς πόνους που του προκαλεί. Λόγω της ασθένειας είναι αναγκασμένος, για να ζωγραφίσει, να δένει στο χέρι του το πινέλο. 
Παρ' όλα αυτά δεν σταματάει να ζωγραφίζει.

Μια μέρα καταφθάνει στο σπίτι του μια κοπέλα, η Αντρέ. Θα είναι το τελευταίο του μοντέλο. Ο ηλικιωμένος Ρενουάρ «ανασταίνεται». Αυτό το κορίτσι με τη ζωντάνια  του και το εκρηκτικό του ταμπεραμέντο δίνει ξανά ζωή και έμπνευση στον ηλικιωμένο ζωγράφο. Γίνεται η τελευταία μούσα του και του ποζάρει γυμνή.





Το σπίτι όμως αναστατώνεται. 
Η «ιερή» τελετουργική καθημερινότητα που είχε επιβάλλει η γυναίκα του ζωγράφου, όσο ζούσε, ανατρέπεται από την ατίθαση και ελευθεριάζουσα Αντρέ.΄

Ο Ζαν τραυματίζεται σοβαρά και επιστρέφει στο σπίτι για να αναρρώσει. Εκεί γνωρίζει την Αντρέ και την ερωτεύεται με πάθος. 
Καθηλωμένος από τα τραύματά του, μακριά από το μέτωπο του πολέμου, αποφασίζει να ασχοληθεί περισσότερο με αυτό που αγαπά περισσότερο: τον κινηματογράφο.
Η επιρροή της Αντρέ σ' αυτό είναι καταλυτική. Γίνεται η μούσα του.Τον παροτρύνει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε κάτι που ο πατέρας του απεύχεται. 

"Ρενουάρ -Έχω ένα γιο ηθοποιό. Τον Πιερ.
Αντρέ - Ναι;
Ρενουάρ - Εδώ και ένα χρόνο.
Αντρέ - Έχει παίξει στο σινεμά;
Ρενουάρ - Δόξα Τω Θεώ, όχι. Στο θέατρο! Αλλά δεν είναι και πολύ καλύτερο.
Αντρέ - Γιατί το λέτε αυτό;
Ρενουάρ - Δεν είναι κανονική δουλειά. Η δεξιοτεχνία του να χρησιμοποιείς τα χέρια σου, για να φτιάξεις κάτι…που να έχει διάρκεια.
Αντρέ - Πού να μείνει στο μυαλό του κόσμου;
Ρενουάρ - Ακριβώς. Για παράδειγμα… μια καρέκλα.  Ένα σπίτι. Ένα ζευγάρι παπούτσια. Ένα πιάτο.
Αντρέ - Πάντα έτσι είσαι;
Ρενουάρ - Πώς;
Αντρέ - Ένας γέρος γκρινιάρης.
Ρενουάρ - Ποτέ όταν δουλεύω.
Αντρέ - Και ο τρίτος γιος σου;
Ρενουάρ - Ο Ζαν;
Αντρέ - Τι κάνει;
Ρενουάρ - Τα πάντα και τίποτα..."


Ο Ζαν Ρενουάρ που μικρός "...έκανε τα πάντα και τίποτα!" έγινε στην πορεία της ζωής του "...Ο σημαντικότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών. Ένας Ρενουάρ στο λευκό πανί είναι όπως μια Ρολς Ρόις στο γκαράζ." όπως έγραψε λίγες μέρες μετά ο θάνατό του, το Φεβρουάριο του 1979, ένας γίγαντας του κινηματογράφου, ένας ιδιοφυής δημιουργός, αντάξιός του, ο Όρσον Γουέλς.
  
Για πολλούς ιστορικούς και θεωρητικούς του κινηματογράφου ο Ζαν Ρενουάρ είναι ο κινηματογραφιστής που μίλησε μέσα από τις ταινίες του για τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχόλησαν την Ανθρωπότητα και την εποχή του: τη φτώχεια, τον έρωτα, το θάνατο, τη διαφθορά, τον πόλεμο, τον ξεπεσμό των αστών και των κτηματιών, και όλα αυτά με έναν μοναδικό, ποιητικό τρόπο - παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές κινηματογραφιστών. Το στίγμα που άφησε στην ιστορία του κινηματογράφου διακρίνεται από τις έντονες επιρροές του εικαστικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγάλωσε.

"...Ως παιδί μεγάλωσα με τους γονείς μου, ανθρώπους ανίκανους να κάνουν τα στραβά μάτια μπροστά στην αλήθεια που κρύβεται κάτω από τη μάσκα. 
Ήμουν πολύ τυχερός που διδάχτηκα να βλέπω τα πράγματα ξεπερνώντας τις αυταπάτες της νιότης. Αυτό όμως δυσαρεστεί τους ανθρώπους. Η αλήθεια τους κάνει να νιώθουν άβολα." είπε αναφερόμενος στην σπουδαία ταινία του "Ο Κανόνας του Παιχνιδιού" ( The Rooles of the Game- 1939)

Ο Κανόνας του Παιχνιδιού και η Μεγάλη Χίμαιρα, του Ζαν Ρενουάρ αποτελούν κλασσικά αριστουργήματα της 7ης τέχνης. Ειδικά ο Κανόνας του Παιχνιδιού θεωρείται η δεύτερη καλύτερη ταινία όλων των εποχών μετά τον Πολίτη Κέιν του Όρσον Γουέλς.

Ο κόσμος του Ζαν Ρενουάρ στη ιστορία του σινεμά


  






Ζαν Ρενουάρ, ο σημαντικότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών και πατέρας του ποιητικού ρεαλισμού.


 Πιέρ Ογκίστ Ρενουάρ, ένας από τους κύριους ζωγράφους του Ιμπρεσιονισμού (= η αποτύπωση του φευγαλέου, της εντύπωσης που δημιουργείται περισσότερο παρά της φόρμας. Είναι η επανάσταση κατά του κλασικισμού, μια προσπάθεια απεικόνισης της εντύπωσης μόνο με χρώμα.)
ΙΜΠΡΕΣΙΟΝΙΣΜΟΣ

Ο Ζαν με τον ζωγράφο πατέρα του.





       Αντρέ Χόεσλινγκ (1900-1979)

Ήταν πρόσφυγας από την Αλσατία. Δέχτηκε να ποζάρει στον Πιέρ Ογκίστ Ρενουάρ μετά από πρόταση της γυναίκα του, λίγο πριν το θάνατό της. 
Ο Ζαν Ρενουάρ, παντρεύτηκε την Αντρέ, απέκτησε μαζί της ένα γιο και της έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις πρώτες βουβές ταινίες του αλλάζοντας το όνομά της σε Catherine Hessling.



Η γυναίκα στους πίνακες του Ρενουάρ είναι η ίδια η Φύση.



"...Κάποια μέρα ένας από μας που δεν είχε μαύρο χρώμα, χρησιμοποίησε το μπλε. Ο ιμπρεσιονισμός είχε γεννηθεί."





"...Είναι με το πινέλο μου που κάνω έρωτα."



"Ο πόνος φεύγει. Η ομορφιά μένει." 








"...Άν ο Θεός δεν είχε πλάσει τα στήθη των γυναικών, δεν ξέρω αν θα είχα γίνει ζωγράφος."




"...Να είσαι καλός τεχνίτης. Αυτό δε σε εμποδίζει να είσαι μεγαλοφυΐα."



Όλα τα πλάνα της ταινίας είναι σαν ζωντανοί πίνακες (tableaux vivants) του Ρενουάρ.


"...Πλησιάζεις τη Φύση με θεωρίες... και η Φύση τις πετάει κάτω."







Οι διάλογοι και οι φωτογραφίες είναι από την ποιητική βιογραφική ταινία "Renoir" του Ζιλ Μπουρντό, που αποτέλεσε την επίσημη υποψηφιότητα της Γαλλίας για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 2014.





Η υπέροχη μουσική του έργου ανήκει στον πολυβραβευμένο συνθέτη κυρίως μουσικής ταινιών Αλεξάντρ Ντεσπλά  (το γένος Αλέξανδρος Λαδόπουλος με καταγωγή από το Βόλο). Έχει ήδη δύο Όσκαρ στο ενεργητικό του. 

Αλεξάντρ Ντεσπλά


Μια μουσική βόλτα μέσα από ταινίες: Alexandre Desplat



Alexandre Desplat "Renoir"



Ο Γάλλος ζωγράφος και εκπρόσωπος του ιμπρεσιονισμού Πιερ Ογκίστ Ρενουάρ, γεννήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του 1841 και απεβίωσε στις 3 Δεκεμβρίου του 1919 ( https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B9%CE%B5%CF%81_%CE%A9%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CF%83%CF%84_%CE%A1%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AC%CF%81)

Ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν Ρενουάρ γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1894 και απεβίωσε στις 12 Φεβρουαρίου του 1979. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%96%CE%B1%CE%BD_%CE%A1%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%AC%CF%81)

Πηγή αποφθεγμάτων: Ογκίστ Ρενουάρ αποφθέγματα

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

Ήσυχες σκέψεις







Πόσο τρελό φαίνεται να προσπαθείς να μάθεις τα μυστικά του Σύμπαντος παρατηρώντας απλά ένα μυρμήγκι να περπατάει στωικά κουβαλώντας ένα, δυσανάλογα μεγαλύτερο απ' το μέγεθός του ψίχουλο ή μια μέλισσα να κάνει τους επίμονους κύκλους της πετώντας πάνω από το μοναδικό λουλούδι της ξεμεινεμένης  γλάστρας του μπαλκονιού!


Κι όμως, το μυστήριο της ζωής κλείνεται σε κάτι τόσο μικρό όσο μια φευγαλέα σκέψη, μια κοφτή ανάσα, ένα βλέμμα στον ουρανό.

Παρατηρώ από ώρα την επίμονη μέλισσα - που δεν ξέρω από πού μπορεί να ήρθε στον αφιλόξενο τόπο μου. 
Τι την έκανε να ψάξει και να βρει το μοναδικό λουλούδι της γλάστρας μου;
Η φτώχεια του περιβάλλοντος σε πράσινο ή η βεβαιότητα  πως κάπου μέσα σ’αυτό το γκρίζο πλήθος, σ’ αυτόν τον πολυσύχναστο δρόμο, σ’ αυτό το στριμωγμένο μπαλκόνι –ανάμεσα σε τόσα άλλα – υπάρχει ένα λουλούδι που την περιμένει;

H ελπίδα είναι σαν τη μέλισσα. 
Πάντα αναζητάει μέσα μας το νέκταρ της ζωής: την ευτυχία...

Καληνύχτα ονειροπόλοι μου...


Quiet Resource










Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2019

Φθινοπωρινοί τύποι...


(Σεπτέμβριος 2019 -από τις διακοπές μου- )




 σόι φθινοπωρινοί τύποι είμαστε αν... 

-  δεν ξεχωρίζουμε τα φύλλα των δέντρων

- δεν φτιάχνουμε μια μηλόπιτα που να τρώγεται

- δεν ξέρουμε να ψήνουμε σωστά τα κάστανα

- δεν διακρίνουμε όλες τις αποχρώσεις του κίτρινου, του καφέ και του κόκκινου

- δεν σκαρώνουμε δυο –τρεις στίχους της προκοπής

- δεν καταλαβαίνουμε γιατί η γάτα μας -σώνει και καλά- θέλει να τρυπώσει στο κρεβάτι

- δεν θυμόμαστε ξαφνικά όλους τους πρώην

- δεν γυρίζουμε νοερά πίσω, στα παιδικά μας χρόνια

- δεν περπατάμε στη βροχή

- δεν ανάβουμε το βράδυ κεράκια με άρωμα βανίλιας

-  δεν ακούμε ξανά και ξανά το Für Elise τα βροχερά απογεύματα 

- δεν νοσταλγούμε τα σχολικά μας χρόνια

- δεν αγοράζουμε κρυφά μολύβια με ωραία χρώματα, γόμες ζωάκια, ρομαντικά τετράδια και μπλοκ (που θα μείνουν στο ράφι αχρησιμοποίητα μαζί με τα περσινά και τα προ περσινά)
Ε; τι σόι φθινοπωρινοί τύποι είμαστε; Όσοι είμαστε βεβαίως.
Επιτέλους, ήρθε η σειρά μας αδέρφια ! 
Ευτυχείτε! :)




Το πασίγνωστο Für Elise έκανε πρεμιέρα στις 27 Απριλίου του 1810. Οι ειδικοί μελετητές του έργου του Μπετόβεν δεν έχουν καταφέρει να μάθουν την πραγματική ταυτότητα της Ελίζας. Ή μήπως της Τερέζας; Στα σαράντα του χρόνια ο Μπετόβεν έγραψε ένα έργο  που το ονόμασε"Για την Τερέζα" προκειμένου να εντυπωσιάσει την δεκαοχτάχρονη Τερέζα Μαλφάτι φον Ρόρενμπαχ τσου Ντέτσα, στην οποία είχε κάνει και πρόταση γάμου.  Εκείνη τον απέρριψε πανηγυρικά και προτίμησε τη σιγουριά, τα νιάτα και τους τίτλους ευγενείας ενός ανώτερου υπαλλήλου της αυλής των Αψβούργων. Ο Μπετόβεν εκείνη την εποχή ζούσε σε μεγάλη φτώχεια.

Το έργο εκδόθηκε το 1865 και ο μουσικολόγος Λούντβιχ Νολ που μπερδεύτηκε από τον κακό γραφικό χαρακτήρα του Μπετόβεν, αντέγραψε λανθασμένα το όνομα και αντί Τερέζε έγραψε Ελίζε. 

Έχουν γραφτεί κι άλλες εκδοχές για την ταυτότητα της μούσας του Μπετόβεν. Όμως δεν έχει και τόση σημασία. Το σημαντικό είναι πως η άγνωστη γυναίκα ενέπνευσε τον μεγάλο συνθέτη ώστε αυτός με τη σειρά του να δημιουργήσει μια υπέροχη μελωδία που παίζεται και θα παίζεται μέσα στο χρόνο και πάντα θα μας μελαγχολεί λιγάκι. Ο Μπετόβεν δυστυχώς υπήρξε άτυχος στον έρωτα και όσες φορές ερωτεύτηκε, απογοητεύτηκε βαθιά. 

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/F%C3%BCr_Elise

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2019

"Τυφλό" ραντεβού με έξι συγχρόνως :) :)




Χρόνια είχα να νιώσω τόσο όμορφα!
Όχι πως δεν είχα τις ευκαιρίες και πριν αλλά εδώ μιλάω για εκείνη την αίσθηση - πυροτέχνημα που σε γεμίζει εκρηκτική χαρά, έκπληξη και χρώματα. Που μένεις μ’ ένα «Αααα!» να κοιτάζεις τον ουρανό και να παρακαλάς από μέσα σου να μην σβήσουν ποτέ. Όμως εκείνα τα άτιμα σβήνουν πάντα και χάνονται, αφήνοντας πίσω τους μόνο κάτι μικρές λαμπερές σταγόνες που συνεχίζουν να στάζουν σαν φωτεινά δάκρυα πάνω στο μαύρο βελούδο του ουρανού έως ότου χαθούν κι αυτές.
Για κάτι τέτοιο μιλάω τέλος πάντων!

Αγίων Ασωμάτων, Αποστόλου Παύλου, πλανόδιοι καλλιτέχνες δεξιά και αριστερά στον πεζόδρομο, ζέστη, απόγευμα Ιουλίου γύρω στις οκτώ.
Το ραντεβού ήταν στο Αθηναίων Πολιτεία, στο Θησείο. Είχα αργήσει  και ένιωθα ήδη πολύ άσχημα γι’ αυτό. Δεν ήξερα ακριβώς ποιόν θα συναντήσω εκτός από τη Μάνια Καληνύχτα  την πιο γλυκιά και σπιρτόζα φωνή του ραδιοφώνου, που ήταν σιγουράκι αφού για το χατίρι της είχε κανονιστεί αυτή η συνάντηση.

Διασχίζοντας βιαστικά το μικρό πανηγύρι του δρόμου άρχισα σιγά-σιγά να προετοιμάζομαι ψυχικά για την συνάντηση με τους υπόλοιπους φίλους bloggers
Η ένταση άρχισε να υποχωρεί  και τη θέση της έπαιρνε μια ελαφρότητα. Βοήθησαν πολύ σ’ αυτό εκείνοι  οι πολύχρωμοι τύποι που χαζολογούσαν μπροστά και πίσω απ’ τις πραμάτειες τους άλλοι καθισμένοι νωχελικά πίνοντας καφέδες και καπνίζοντας και άλλοι περιδιαβαίνοντας μπρος απ’ τα πολύχρωμα τραπεζάκια τους. Ήμουν ξαφνικά σε έναν άλλο κόσμο, ξεχασμένο, από τον καιρό της νεότητας σχεδόν. Όση ώρα προχωρούσα, συνειδητοποιούσα πως είχα από καιρό χάσει την επαφή μου μ' εκείνο το πρωτογενές αίσθημα της γνήσιας χαράς που σου μεταγγίζει η ελαφρότητα.

Έφτασα κοντά στην παρέα που με περίμενε υπομονετικά,  κάμποσα κιλά ελαφρότερη (ψυχικά :) ). Η ψυχή μου ήταν έτοιμη να ζήσει κάθε είδους «τρέλα», γιατί το ένιωθα μέσα μου πως πήγαινα κατευθείαν πάνω σε ένα  déjà vu.

Tραπεζάκι έξω με καρέκλες γύρω-γύρω πρόσωπα άγνωστα αλλά χαμογελαστά. 
Μια divina στο θρόνο της. Σηκώθηκε να με υποδεχτεί και όταν αγκαλιαστήκαμε ένιωσα την αύρα της. Ήταν ένα πανέξυπνο παιδί, ένα αυθόρμητο, παιχνιδιάρικο παιδί με πολλά κρυμμένα μυστικά στις μπλε λίμνες των ματιών της. Το κράτησα αυτό να το ψάξω αργότερα. 
  
Απέναντί μου ο Γιάννης, cinefil  και  Ηδύποτον  ψηλότερος απ’ όσο τον περίμενα, υπερβολικά σοβαρός αλλά όταν τον τσίγκλησα λιγάκι, έλαμψε ολόκληρος και μεταμορφώθηκε σε μια μεγάλη αγκαλιά. Τον κοιτούσα και συγχρόνως τον φανταζόμουν να πληκτρολογεί τις βαθυστόχαστες αναλύσεις του για τις ταινίες που του άρεσαν, τα αστυνομικά του διηγήματά με το ανατρεπτικό τέλος τους.

Αριστερά του το νεαρό ζευγαράκι: η Κατερίνα Mονοπάτια  και ο Νίκος της  Χρεωκοπημένοι Καιροί . Γλυκά παιδιά, πρόσχαρα, πολύ ευγενικά και λίγο απορημένα, μου φάνηκαν, με την δική μας ιλαρότητα.




Η Κατερίνα με αγκάλιασε και μου συστήθηκε : «Είμαι η Φακίδα!»  Η Φακιδούλα με τις όμορφες φιλοσοφημένες αναρτήσεις της που μας έβαζαν σε σκέψεις βαθιές και αναζητήσεις. Ο Νίκος, το ταίρι της, με τις κινηματογραφικές του ανησυχίες, τις εμπεριστατωμένες  αναλύσεις του. 

Πιο κει ο Διονύσης, (Ο κ. Λι συναντάει τους φίλους του) όπως ακριβώς τον είχα φανταστεί μέσα από τα εξαιρετικά κείμενά του που μας λείπουν τόσο. Ο Διονύσης με τον αέρα του διανοούμενου, και με μια εδραιωμένη μελαγχολία στο βλέμμα που όμως όταν άρχιζε να μιλάει εξαφανιζόταν και τη θέση της έπαιρνε μια λάμψη, ένα φως πιο λαμπερό κι από την αστραφτερή σελήνη που ανηφόριζε τραμπαλίζοντας ολόλαμπρη στον βελούδινο, καλοκαιρινό ουρανό.

Δίπλα του η σπιρτόζα, ετοιμόλογη Σμαράγδα Smaragdoula  με την ευθυτενή κορμοστασιά, και το σπινθηροβόλο βλέμμα που γλύκανε τόσο όταν άρχισε να μιλάει για τους αγαπημένους της.
«Εμείς οι δυο είχαμε "νταραβέρι";» τη ρώτησα αστειευόμενη.
«Όχι, ποτέ» μου απάντησε
«Ε, θα αρχίσουμε τώρα» Γελάσαμε.

Γελούσαμε όλο το βράδυ, μιλούσαμε…
Μια απρόσμενη οικειότητα σα να γνωριζόμαστε χρόνια, σα να ξέραμε ο ένας τον άλλον από παλιά.
Απέναντι η φωταγωγημένη Ακρόπολη, ο Κεραμικός πιο πέρα, η αρχαία αγορά...
Το φεγγάρι φλέρταρε γλυκά με τη θερινή νύχτα και την ασφάλεια που ένιωθα ανεξήγητα μέσα μου.
Τους κοιτούσα και σκεφτόμουν πως - με κάποιο τρόπο - τους έψαχνα καιρό. Ένιωθα έντονα πως είχα πολλά να πω και να μάθω μαζί τους.
Οραματίστηκα μια παρέα ονειροπόλων που ο καθένας συμβάλλει με το δικό του τρόπο:  με λέξεις, εικόνες ή τραγούδια σ’ αυτό που όλοι μας επιθυμούμε να έχουμε: τη φιλία.


Υ.Γ Συγγνώμη για το «σπάσιμο» με τις φωτογραφίες. 
Eυχαριστώ πολύ για την κατανόηση.  (Ακόμα κι αυτό εύκολο μου το έκαναν. Τι να πω περισσότερο;)
Ελπίζω σε μια νέα συνάντηση, φθινοπωρινή ή και χειμωνιάτικη και αυτή τη φορά μέσα στην αίθουσα ενός κινηματογράφου.
Θα λείπει η divina αλλά θα είναι σα να μην λείπει αφού φεύγοντας για τη Μορεάλη της,  μας άφησε το γαλάζιο των ματιών της  και το χαρούμενο γέλιο της.


Summer Wine - Nancy Sinatra ft. Lee Hazlewood (Lyrics)











Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2019

AMARGI...






Σαν σήμερα γνωριστήκαμε!

Σαν σήμερα έγινα μαμά!

Σαν σήμερα στις δώδεκα και μισή το μεσημέρι ήρθες στη ζωή μου ως κοριτσάκι, αναπάντεχα, και σε πείσμα του γιατρού που επέμενε μέχρι την τελευταία στιγμή πως είσαι αγόρι.

Παρέκαμψες όλα τα ιατρικά προγνωστικά και μπήκες στη ζωή με το δικό σου τσαμπουκά.

Όπως ακριβώς ζεις, δημιουργώντας, ανατρέποντας, εκπλήσσοντας τους άλλους και κοιτώντας τα βάθη σου με γενναιότητα και ηρεμία.

Εύχομαι να βρεις τον τρόπο να φτιάξεις ένα μικρό πλανήτη μέσα στο χάος. 

Να είναι πράσινος και γαλάζιος, με πουλιά, ψάρια, δέντρα, ουρανό και θάλασσα.

Να κατοικείς εκεί και να προσφέρεις άσυλο σε όποιον άλλον σε χρειαστεί και σε έχει ανάγκη για να επιβιώσει.

Εσύ και η γενιά σου, εύχομαι, να αντιστρέψετε το χρόνο και την καταστροφή.

Εύχομαι να "μετοικήσετε" σε μια "πατρίδα" ελεύθερη, όμορφη, προστατευτική, γαλήνια και γεμάτη αγάπη όπως πρέπει να είναι οι πατρίδες και οι καρδιές όλων μας.
ΑΜΑRGI… (θυμάσαι;)

Υ.Γ. Εύχομαι μια μέρα να γυρίσεις πίσω στον άνεμο και τη μουσική του δάσους που δεν έπαψες ποτέ να κουβαλάς μέσα σου.

Ivan Torrent Rêverie Full Album




Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019

Mε έναν ήλιο στη ζώνη μου






Μπήκαμε στο λεωφορείο με όλα μας τα πράγματα στοιβαγμένα στην οροφή του.
Ένας γεροδεμένος νεαρός τα είχε τακτοποιήσει δίπλα στα άλλα, τα ξένα, και μετά τα κάλυψε με ένα μουσαμά και από πάνω τα έδεσε σφιχτά με ένα χοντρό καραβόσκοινο.
Η θέση μου ήταν δίπλα στο παράθυρο. Ευτυχώς!
Το πρώτο πράγμα που έβαλα στο δίχτυ της μπροστινής μου θέσης, ήταν μια χαρτοσακούλα για…ώρα ανάγκης.
Το λεωφορείο ξεκίνησε αγκομαχώντας. Αγκομαχούσε στην άσφαλτο, τι θα γινόταν όταν θα έμπαινε στο χωματόδρομο;
Δε μας πήρε πολλή ώρα να βγούμε από την πόλη και να πάρουμε τον επαρχιακό δρόμο προς το χωριό. Το χωριό του πατέρα. Πρώτη φορά. Πρώτο ταξίδι.
Μια μάνα με δυο παιδιά, ένα σωρό πράγματα κι ένα μεγάλο κοφίνι με καρπούζια. Ε… δεν ήταν και το καλύτερό της!
Δεκαπενταύγουστος σ’ ένα ορεινό χωριό ξεχασμένο από τον κόσμο, σ’ ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο χρόνια, χωρίς ρεύμα και νερό! Στη θέση της θα ήμουν στα όρια του πανικού!
Ούτε που μου περνούσε όμως απ’ το μυαλό η ανησυχία της. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν οι περιπέτειες που με περίμεναν.


Άνθρωποι στοιβαγμένοι στις θέσεις του παλιού λεωφορείου και άλλοι όρθιοι στο διάδρομο με τσάντες και καλάθια γεμάτα ψώνια απ’ το παζάρι.
Γυναίκες με σφιχτοδεμένα μαντήλια στο κεφάλι και άντρες με ροζιασμένα χέρια, παιδιά και γιαγιάδες που έκαναν σινιάλα στον οδηγό με τις χαρτοσακούλες τους σε όλη τη διαδρομή.
Τα ανοιχτά παράθυρα άφηναν το λίβα να μας καίει τα πρόσωπα. Ήμουν όμως ευτυχισμένη! Άρχισα να τραγουδάω το «Κουνελάκι». Μου άρεσε να ακούω τη φωνή μου να τραγουδάει το «Κουνελάκι». Ήταν σα να άκουγα ραδιόφωνο. Μου κρατούσε παρέα. Μετά έπιασα κι άλλα παιδικά τραγούδια.
Μια φωνή: «Δε θα σταματήσει πια! Έτσι θα πάμε όλο το δρόμο;»
«Σουτ...πιο σιγά!» η μάνα μου. Σταμάτησα.
Μια άλλη φωνή: «Αφήστε το παιδί να τραγουδήσει. Τι σας ενοχλεί;»  

Όταν περάσαμε τις παρυφές του βουνού, άρχισαν τα δύσκολα: απότομες στροφές που δεν έλεγαν να τελειώσουν. Άρχισα να χάνω τον κόσμο. Το στομάχι μου κόμπος. Το κουνελάκι ψυχορραγούσε μέσα μου. Μου ερχόταν μια λιποθυμία...
«Μαμά, ζαλίζομαι!»
«Κρατήσου, φτάνουμε.»
Το «φτάνουμε» όμως ήταν μόνο για παρηγοριά. Κρατούσα καρφωμένα τα μάτια μου στη χαρτοσακούλα σε όλο το δρόμο κι ευχόμουν από μέσα μου να μη μου χρειαστεί. Δεν ξεχνούσα να παίρνω και βαθιές ανάσες όταν τα πράγματα ζόριζαν και ένιωθα το στομάχι μου να ανεβαίνει προς τα πάνω. Έτσι με είχε συμβουλέψει ο πατέρας. «Αν ζαλιστείς να παίρνεις βαθιές ανάσες και θα σου περνάει.» Δεν πέρναγε όμως!
Τότε έμαθα για πρώτη φορά τι σημαίνει αυτοέλεγχος.


Το λεωφορείο ανέβαινε, όλο ανέβαινε. Δεξιά γκρεμός αλλά και μια υπέροχη θέα στον κάμπο. Ποιος όμως την πρόσεχε;
Μετά από δύο ώρες ταξίδι, άρρωστοι απ’ την ναυτία είδαμε επιτέλους τα πρώτα σπίτια του χωριού να ξεπροβάλλουν μέσα από πυκνή βλάστηση.
Το καλωσόρισμα μιας πηγής με τρεχούμενο νερό ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα.
Επίμονες μέλισσες έφερναν γύρους πάνω απ' το νερό. Μια γυναίκα, με στάμνα, προσπαθούσε να τις διώξει με το μαντήλι της…ό,τι πρόλαβα να δω περνώντας.


Το λεωφορείο σταμάτησε στον κεντρικό δρόμο που χώριζε το χωριό στα δύο.
Κατεβήκαμε, και σε λίγο, όλα μας τα πράγματα βρέθηκαν αραδιασμένα πάνω στο χωματόδρομο. Μαζί με τα καρπούζια.
Το λεωφορείο ξεκίνησε πάλι αφήνοντας πίσω του ένα ντουμάνι καπνού που ήρθε και ενώθηκε με το σύννεφο της σκόνης που σηκώθηκε απ’ το δρόμο. Σκόνη και ζέστη παντού. Η μητέρα κοίταξε γύρω της απελπισμένη. Το χωριό φαινόταν ακατοίκητο. Ψυχή στο καφενείο.  Έβραζε ο τόπος! Περιμέναμε. Ο μικρός γκρίνιαζε. Πεινούσε.
«Τι περιμένουμε μαμά;» Δεν άντεχε άλλο.
«Το θείο Γιάννη»
«Ποιος είναι αυτός;»
Σε λίγο είδα έναν ηλιοκαμένο άντρα να μας πλησιάζει. Φορούσε ένα παλιό ταλαιπωρημένο παντελόνι, παπούτσια χωρίς κάλτσες κι ένα πουκάμισο μισό μέσα, μισό έξω απ' τη ζώνη του. 
Φαινόταν πως είχε διακόψει κάποια δουλειά για να έρθει σε εμάς. Μας καλωσόρισε με ένα δειλό χαμόγελο. Τα μάτια του ήταν συνεχώς χαμηλωμένα. Φορτώθηκε αμίλητος τα πιο βαριά πράγματα και άρχισε να ανηφορίζει ένα στενό δρόμο γεμάτο πέτρες. Οι πέτρες γλιστρούσαν επικίνδυνα. Η μητέρα μας έβαλε να περπατάμε μπροστά της για να μας προσέχει. Φτάσαμε στο σπίτι: τριώροφο, πέτρινο με ένα ξύλινο μπαλκόνι ψηλά. Ο χρόνος είχε στολίσει τους εξωτερικούς τοίχους με κισσό.
«Εδώ ήταν το μαγαζί του παππού σας» είπε ο Γιάννης και με μια κίνηση του κεφαλιού, μας έδειξε την παλιά μανταλωμένη πόρτα της πρόσοψης. Δεν έδωσα σημασία γιατί το μυαλό μου το είχε πάρει η δεύτερη πηγή που κελάρυζε δίπλα στην είσοδο. Έτρεξα και βούτηξα τα χέρια μου στη γούρνα. Ήπια νερό και έβρεξα το πρόσωπό μου. 

Η πόρτα του σπιτιού αποδείχτηκε δύσκολη υπόθεση. Ο Γιάννης έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μεγάλο κλειδί και το στριφογύρισε αρκετές φορές στην κλειδαριά μέχρι να καταφέρει στο τέλος να την ανοίξει.

Μπήκαμε σ’ ένα χώρο που είχε καμάρες στην οροφή και ήταν γεμάτος σκορπισμένα άχυρα. Στην άκρη μια ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο τελευταίο πάτωμα.
«Να προσέχετε τα σκαλοπάτια!» μας συμβούλεψε. Ανεβήκαμε με προσοχή.
Στην κορυφή της σκάλας απλωνόταν ένα σκεπαστό μεγάλο χαγιάτι. Στην άκρη κρεμασμένη μια τσίγκινη βρυσούλα. Πάτωμα κάτω, κεραμίδια πάνω. Δίπλα μια τσιμεντένια βεράντα σκεπασμένη με κληματαριά. Προχωρήσαμε στο εσωτερικό. Τρία δωμάτια. Το χειμωνιάτικο που είχε το τζάκι, η καμαρούλα που κοιμόταν ο παππούς και η γιαγιά και το καθιστικό με τις παλιές φωτογραφίες στους τοίχους και τον μεγάλο καθρέφτη θολό από τη σκόνη. Σκόνη και αράχνες παντού. Η μητέρα άνοιξε όλα τα παράθυρα με δυσκολία. Τα μάνταλα είχαν σκουριάσει με τον καιρό. 
Στην άκρη μια μικρή ντουλάπα με τζάμι στις πόρτες της. Στα ράφια της, αραδιασμένα πάνω σε κεντημένα σεμεδάκια,  φλιτζανάκια του καφέ, ποτήρια και δυο-τρεις πορσελάνες από την Αμερική. Πανέμορφα κομψά πραγματάκια που δεν χόρταινα να τα χαζεύω.
Οι μπαλκονόπορτες άνοιξαν και η θέα ήταν πανοραμική! Όλο το χωριό κι ο κάμπος στα πόδια μου και απέναντι, μέσα απ’ την αχλή του μεσημεριού, ξεπρόβαλε ο Πάρνωνας με τις γαλήνιες κορυφές του.

Ο Γιάννης, αφού έριξε μια ματιά στο σπίτι για να σιγουρευτεί πως όλα ήταν στη θέση τους, ετοιμάστηκε να φύγει. Η μητέρα τον πρόλαβε στη σκάλα και τον γύρισε πίσω.
«Να σε κεράσω κάτι. Δεν γίνεται να φύγεις έτσι» του είπε.
«Άλλη φορά. Τώρα βιάζομαι» απάντησε εκείνος ντροπαλά κρατώντας σταθερά το βλέμμα του στο πάτωμα. Ο Γιάννης δεν μας κοίταζε ποτέ στα μάτια. Τον τράβηξα από το χέρι και τον έβαλα να καθίσει δίπλα μου. Δεν έφερε αντίρρηση. Ένιωσα, αν και παιδί ακόμα, πως αυτός ο στιβαρός άντρας ήταν πιο παιδί από μένα.
«Πάω να κόψω καρπούζι. Μη φύγεις. Δεν θα αργήσω» είπε η μητέρα και μας άφησε βιαστική. 
«Μη μπαίνεις στον κόπο. Τώρα ήρθατε. Άλλη φορά» προσπάθησε εκείνος να την σταματήσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα.  Όση ώρα περιμέναμε το καρπούζι,  εγώ τον περιεργαζόμουν με παιδική αναίδεια. Μου έκανε εντύπωση η συστολή του και η επίμονη άρνησή του να δεχτεί το κέρασμα της μητέρα μου.
Η μνήμη μου κατέγραψε το ηλιοκαμένο του πρόσωπο με το κατάλευκο ευγενικό χαμόγελό του, τη ντροπαλοσύνη που του επέβαλλε τη σιωπή, τα μακριά ροζιασμένα του δάχτυλα που έπλεκε μεταξύ τους αμήχανα, αλλά που ήταν τόσο όμορφα!
Αυτά τα χέρια τα κράτησα στη μνήμη μου για πάντα. Πολλά χρόνια μετά θυμήθηκα με συγκίνηση, την συστολή αυτού του περήφανου ανθρώπου  παρακολουθώντας τον  Massimo Trois στην ταινία Il postino του  Μάικλ Ράντφορντ.








                                           


Ο Γιάννης έφαγε ήσυχα το καρπούζι του, χαιρέτισε και έφυγε. Μετά από λίγο ήρθε η μάνα του, μια ηλικιωμένη γυναίκα που μας αγκάλιασε όλους με συγκίνηση. Άνοιξε την ποδιά της που την είχε δεμένη  γύρω στη μέση της και έβγαλε κάμποσα αυγά και πατάτες.
«Για τα παιδιά...» είπε και τα άφησε στο τραπέζι. Η μητέρα με τη σειρά της της πρόσφερε μια μεγάλη φέτα καρπούζι. 
Το περίμενε. Το είδα στο βλέμμα της που έλαμπε από προσμονή. Το απόλαυσε χωρίς περιττές ντροπές αν και αυτό θα πρέπει να είχε βράσει από τη ζέστη. 
Πάνω στην ώρα ήρθε για τα καλωσορίσματα και μια γειτόνισσα μαντιλοδεμένη κι αυτή. Ζωσμένο στην ποδιά και το δικό της πεσκέσι για τα παιδιά: κολοκυθάκια και κορφάδες από το μικρό μποστάνι της. Κάθισε δίπλα στη μάνα του Γιάννη με τη δική της φέτα καρπούζι. 

Να μην τα πολυλογώ, μέχρι να νυχτώσει είχε περάσει το μισό χωριό απ’ το σπίτι. Το νέο του ερχομού μας είχε κάνει το γύρο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το καρπούζι έκανε θραύση! Τους παρατηρούσα καθισμένους στη σειρά να τρώνε αμίλητοι.  Το παιδικό μου μυαλό δεν μπορούσε να καταλάβει εύκολα πώς κάτι τόσο συνηθισμένο για μας, όπως το καρπούζι, για τους ανθρώπους αυτούς ήταν τόσο σπάνιο!

Από την επόμενη κιόλας μέρα άρχισα την εξερεύνηση του σπιτιού. Ένα μπαούλο με καρτ ποστάλ, γράμματα από την Αμερική, από το στρατό και πολλά χρεόγραφα…
Στο δεύτερο όροφο με το σαθρό πάτωμα, σκουριασμένα εργαλεία κρεμασμένα από καρφιά στον τοίχο, ένα αλέτρι, ένα καντάρι, μεγάλες άδειες νταμιτζάνες, ένας αργαλειός με μισοτελειωμένο πολύχρωμο ριγωτό πανί. Όλα καλυμμένα από στρώματα σκόνης. Όλα κλεισμένα μέσα σε ιστούς αράχνης που διύλιζαν το φως που τρύπωνε κλεφτά από τις χαραμάδες.  Ωστόσο, παντού κυκλοφορούσε μια μυρωδιά ελευθερίας που με μεθούσε. 


Άνοιξα με δυσκολία ένα παράθυρο να μπει περισσότερο φως. Ένα χωράφι με ηλιοτρόπια ανοίχτηκε μπρος μου. Μαγεύτηκα από το απέραντο κίτρινο. Μικροί ήλιοι ήταν στραμμένοι προς το φως που έδυε πίσω από τον Ταΰγετο.


Οι καμπάνες της Παναγίας σήμαναν τον εσπερινό.
«Καλή αυριανή!» μου ευχήθηκε φωναχτά μια γερόντισσα που περνούσε με το απρόθυμο γαϊδουράκι της κάτω στο δρόμο. Έτρεξα στη μητέρα μου και ζήτησα να κόψω ένα ηλιοτρόπιο για τη γιορτή μου. Αρνήθηκε.
«Το χωράφι δεν είναι δικό μας» είπε.

Νύχτωσε. Το χωριό βυθίστηκε στο σκοτάδι. Κάθισα στο μπαλκόνι και κοίταζα τα αστέρια.  Πού και που άκουγα ομιλίες που πνίγονταν στη νύχτα. Κάποιοι γύριζαν σπίτι τους φωτίζοντας το δρόμο με φακούς. Αλυχτίσματα σκυλιών έφταναν από μακριά, ένας γκιώνης, το θρόισμα των φύλλων της κληματαριάς, ο μυρωμένος αέρας της ελευθερίας…
Έτσι με πήρε ο ύπνος.

Το άλλο πρωί βρέθηκα στο κρεβάτι μου. Με ξύπνησαν οι τρεχάλες παιδιών στο καλντερίμι. Κάποιες γυναίκες αντάλλασσαν ευχές στη βρύση. Σήμαναν οι καμπάνες της Παναγίας τη στιγμή που ο ήλιος τρύπωσε απ’ όλες τις μπροστινές χαραμάδες φτιάχνοντας, με την αιωρούμενη σκόνη, δρόμους ονειρικούς, στο κενό. Ο ουρανός, όσο φαινόταν απ’ το παράθυρο, ήταν σα θάλασσα. Δίπλα μου, σε μια καρέκλα, ακουμπισμένο το φόρεμα που θα φορούσα στην εκκλησία.  Ένα ολόφρεσκο ηλιοτρόπιο ήταν στερεωμένο στη ζώνη του. Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Σηκώθηκα σφαίρα και έτρεξα στη μητέρα μου.
"Εσύ το έκοψες μαμά;" Χαμογέλασε αντί ν’ απαντήσει.
"Απ' το χωράφι;" Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
"Είπες πως δεν είναι δικό μας." Το ύφος της σοβάρεψε απότομα. 
"Ντύσου και άσε τα πολλά λόγια"
Σε λίγο κατηφορίζαμε με προσοχή το γλιστερό καλντερίμι. Ο Γιάννης με τη μάνα του μας περίμεναν στον κεντρικό δρόμο. Ανταλλάξαμε ευχές και ξεκινήσαμε όλοι μαζί για την εκκλησία, με τα πόδια. Κάναμε πολλές στάσεις στο δρόμο. Άνθρωποι που μας γνώριζαν, σταματούσαν για να μας χαιρετίσουν. Η ζέστη αν και πρωί ακόμα ήταν αφόρητη. Όμως όλα ήταν λουσμένα στο φως. Οι ψυχές μας έλαμπαν… 

Εκείνος ο Δεκαπενταύγουστος έγινε ξεχωριστός για μένα. Η μνήμη μου τον κράτησε σαν λαμπερό βόλο, μέσα στο χρόνο. Κύλισε πολλές φορές μέχρι τα βαθύτερα στρώματα της ψυχής μου και φώτισε τις πιο σκοτεινές της πτυχές.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει άλλωστε;  
Γιόρτασα μ έναν ήλιο στη ζώνη μου!