Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Οι τελευταίες καλοκαιρινές εικόνες





Απόγευμα. Πνιγερός καιρός. Απίστευτη κουφόβραση. 
Σεπτέμβρης προχωρημένος αλλά το καλοκαίρι επιμένει να δηλώνει την παρουσία του με το μόνο τρόπο που ξέρει, τη ζέστη.
Ένα κυπαρίσσι. Μεγάλος κορμός και μια φουντωτή ομπρέλα στην κορυφή με πολυκαιρισμένο πράσινο που ακόμα ελπίζει στη νεότητα. 
΄Ενα κλαδί μοναχό χαλάει την απόλυτη ευθεία του κορμού αλλά χωρίς εκπλήξεις. Υψώνεται γυμνό και χάνεται κι αυτό μέσα στο μουντό πράσινο της κορυφής. Μόνη του χρησιμότητα να συγκρατεί τα καλώδια μιας ηλεκτρικής εγκατάστασης που δίνει φως το βράδυ. 
Οι μικροί προβολείς της είναι στραμμένοι ψηλά. Όταν νυχτώνει, φωτίζουν την κολοβή κορυφή μεταμορφώνοντάς την σε εξωτική χορεύτρια με πράσινα πέπλα που λικνίζονται κάτω από το φύσημα του καταβάτη ανέμου.
Πιο κάτω, στον ευθυτενή κορμό, στερεωμένες δυο-τρεις μικρές γλάστρες με φυτά χωρίς απαιτήσεις: κάκτους και άλλα παχύφυτα.
Πέφτει σιγά-σιγά η νύχτα. 
Η υγρασία καλύπτει τα πάντα, το δρόμο, τα κάγκελα του μπαλκονιού το δέρμα. 
Όλα κολλάνε. Τα αγγίζεις και νιώθεις να αιχμαλωτίζουν το άγγιγμά σου με αηδιαστικό τρόπο.



Τα φώτα της μικρής προβλήτας ανάβουν. 
Μπλε φανοστάτες στη σειρά στεφανώνουν το κυκλικό σχήμα της στήνοντας ένα μαγικό φόντο πίσω από τα αγκυροβολημένα ιστιοφόρα. Το καθρέφτισμά τους στο νερό προεκτείνει τις ντροπαλές τους λάμψεις.

Στο βάθος, διακρίνονται αμυδρά οι όγκοι των νησιών. 
Πίσω τους, ουρανός και θάλασσα γίνονται ένα. Ίδιος θολός ορίζοντας, μια αδιαπέραστη θολή εικόνα που σπάνε τη μονοτονία της μόνο τα κατάρτια των αγκυροβολημένων ιστιοφόρων και οι σκιές των σπαρτών σύννεφων.

Τελευταίες καλοκαιρινές εικόνες.
Κι εγώ ήδη ονειρεύομαι την φθινοπωρινή δροσιά και τα κίτρινα φύλλα.



Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

Η υφή των πραγμάτων της Maggie Taylor




Ένας άριστος συνδυασμός ταλέντου, φαντασίας και τεχνολογίας μας δίνει έργα όπως αυτά της Maggie Taylor.
Όταν είδα για πρώτη φορά τη δουλειά της εντυπωσιάστηκα και πίστεψα πως έχω να κάνω με πίνακες ζωγραφικής.
Άνθρωποι ντυμένοι με ρούχα παλιάς εποχής μέσα σ’ένα σύγχρονο περιβάλλον, πλαισιωμένοι από κάθε λογής ζώα, ψάρια, πουλιά και έντομα, ξεπηδούν μέσα από έναν ονειρικό κόσμο δυσερμήνευτο και άκρως συμβολικό.

Βικτωριανές γυναίκες με φτερά στην πλάτη, πουλιά που ταξιδεύουν με ποδήλατα και ιδέες που γίνονται σύννεφα. Αυτός είναι ο ονειρικός κόσμος της δημιουργού.

Ξεκινάει συλλέγοντας αντικείμενα που της κεντρίζουν τη φαντασία. 
Τα αγοράζει από το eBay ή από παζάρια ή τα βρίσκει στη φύση ή στο περιβάλλον της. 

Στη συνέχεια, χρησιμοποιεί έναν επίπεδο σαρωτή και έναν εκτυπωτή για να παράγει εικόνες απίστευτης ομορφιάς με βαθύ συναισθηματικό αντίκτυπο.
Η δουλειά της έχει περιγραφεί ως μια σύγχρονη εξερεύνηση της σουρεαλιστικής κοσμοθεωρίας.

Στο παρακάτω βίντεο εξηγεί η ίδια τον τρόπο που δημιουργεί τα έργα της.




Μερικά από τα έργα της



















Περισσότερα έργα της στο παρακάτω βίντεο.



Πηγές:


Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

Χρόνια Πολλά!





Στη Σίκινο, ψηλά στο βράχο, υπάρχει το μοναστήρι της
Χρυσοπηγής.
Λίγο πιο κάτω βρίσκεται ένα ξωκλήσι.
Είναι το εκκλησάκι που ζήτησε ο Ελύτης να χτίσουν
μετά το θάνατό του: Η Παναγία η Παντοχαρά!
Από εκεί ήθελε η ψυχή του να αγναντεύει το Αιγαίο.
Θαλασσινές ευχές για Παντοτινή Χαρά και

Χρόνια Πολλά σε όλα τα «..μορτάκια του άσπρου σύννεφου»!





"Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο
κουρεμένο κεφάλι όνειρο ακούρευτο
ποδιά με σταυρωμένες άγκυρες
μπράτσο του πεύκου γλώσσα του ψαριού
αδερφάκι του σύννεφου..."


Οδυσσέας Ελύτης (Ήλιος ο Πρώτος)




Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018

Το άλλο ένδυμα






Το άλλο ένδυμα βρίσκεται κρεμασμένο στο βάθος μιας ντουλάπας με αναμνήσεις. 
Το ανασύρω κάθε φορά που θέλω να προχωρήσω. 
Λέω, είναι καιρός να προχωρήσω και το φοράω. 
Κλείνω τη ντουλάπα και φεύγω ντυμένη με το άλλο ένδυμα, ώσπου, στο πρώτο σταυροδρόμι ανακαλύπτω πως, στην πραγματικότητα, είμαι γυμνή. 
Γυρίζω πίσω, ανοίγω πάλι τη ντουλάπα με τις αναμνήσεις και διαπιστώνω πως το άλλο ένδυμα είναι ακόμα εκεί. 
Πώς πίστεψα πως το είχα φορέσει;

Τις τελευταίες μέρες ανοίγω συχνά τη ντουλάπα με τις αναμνήσεις. 
Όμως, το άλλο ένδυμα δεν είναι εκεί. 
Δεν μπορώ να το βρω,να το φορέσω και να προχωρήσω.


25/7/2018  Σκίτσο του Τάσου Αναστασίου στην εφημερίδα Η Αυγή


Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Ο ποιητής με το χαμόγελο της Μόνα Λίζα




Τον κοιτάζω κι αναρωτιέμαι τι σκέφτεται.

Τι κρύβει το χαμόγελό του; 

Είναι περιπαιχτικό;  

Είναι σκανταλιάρικο σαν μικρού παιδιού; 

Είναι σοφό με πολλά υπονοούμενα ; 

Ή μήπως είναι ειρωνικό; -εγώ τώρα ξέρω..εσείς;

Σίγουρα πάντως δεν είναι οφθαλμαπάτη όπως εκείνο της Μόνα Λίζα.

Το χαμόγελο του ποιητή ακολουθεί την πίστη του Λεονάρντο Ντα Βίντσι πως τα πορτρέτα πρέπει να αντανακλούν κάποια «εσωτερική αναταραχή του νου»

Και το δικό του χαμόγελο αποτυπώνει τέλεια την εσωτερική αναταραχή του δικού του νου, την διακριτική του φύση.

Πόσο θα ήθελα να ήσουν παππούς μου ή πατέρας μου ή δάσκαλός μου ή φίλος μου ή...έστω ένας τυχαίος γείτονάς μου. 
Ο θάνατός σου με πληγώνει.

Ο Μάνος Ελευθερίου υπήρξε ο Έλληνας, όπως θα ήθελα να είναι…




Στίχοι Μάνος Ελευθερίου 
Μουσική: Miguel Marti 
Δίσκος: Οι άγγελοι ζουν ακόμη στη Μεσόγειο (04/2012) 




Στίχοι: 
  Μάνος Ελευθερίου
Moυσική: Θάνος Μικρούτσικος
        


Αν κάτι κάποτε σωθεί και 

που γι’αυτό κάποιος μιλήσει

μόνο αυτός θα εξηγήσει

πως πήγε ανάποδα η ζωή.

Πως έγινε κι οι τζογαδόροι

πήραν στα χέρια το σχοινί

και παίξαν πάνω στη σκηνή

το ρόλο πρωταγωνιστή.


Αν κάτι κάποτε σωθεί και 

που γι’αυτό κάποιος μιλήσει

ο κόσμος που έχω φτιάξει εγώ

είναι σαν το δικό σου σώμα

λάσπη από αίμα κι από χώμα

χέρια, μαλλιά, φωνή και στόμα.


Και φύσηξα σαν το Θεό

να μπερδευτεί ο άγγελός σου

στον κόσμο τον αμαρτωλό..

Μονάχα εγώ να σε κερδίσω

σ’ αυτή την άγρια εποχή

εγώ που έχω ανακωχή

με τη φωτιά και τη βροχή.


Οι δολοφόνοι τραγουδούν

για κάποιους άλλους δολοφόνους

που ζουν μες στα κελιά με πόνους

και άσπρη μέρα δε θα δουν.


Πως έγινε όμως κι οι αγιογδύτες

πιάσανε όλα τα στενά

σημερινά  και χθεσινά

ως και στον Γάμο εν Κανά.








Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Ένα φλερτ αλλιώτικο από τα άλλα!

Όλα ξεκίνησαν ένα απόγευμα του Ιουλίου.
Η ώρα πλησίαζε επτά και τα στόρια ήταν κατεβασμένα στη Δύση. Ο ήλιος όμως αυτή την εποχή βασιλεύει αργά και έτσι βρίσκει πάντα την ευκαιρία να μας επισκέπτεται το απογευματάκι για να μας...συγχίσει. 
Όπως κι αυτό το απόγευμα, με τους 36 βαθμούς να μας σιγοψήνουν στο γκριλ, ο κύριος ήλιος τρύπωσε ανάμεσα στις περσίδες του παραθύρου για να μας θυμίσει την παρουσία του.
Τράβηξα την πολυθρόνα μου στο πλάι για να μη με "πετύχει" και συνέχισα το διάβασμα της εφημερίδας μου.
Ώσπου ξάφνου, μια κόκκινη αχτίδα έγραψε μια γραμμή στον απέναντι τοίχο. Μετά ακολούθησε μια γαλάζια, μια πράσινη, μια μοβ... Δίπλα μου ένα ποτήρι, ξεχασμένο από το μεσημεριανό τραπέζωμα σε φίλους.
Ο ήλιος δεν είναι ποτέ τόσο γαλαντόμος μαζί μου για να βάζει τα καλά του όταν με επισκέπτεται σκέφτηκα, κολακευμένη ωστόσο στο βάθος.
 Όμως, η κρυφή μου χαρά ξεφούσκωσε άτσαλα όταν διαπίστωσα πως η φαντασμαγορία του δεν προοριζόταν για μένα αλλά για το ξεμεινεμένο ποτήρι πάνω στο τραπεζάκι. 
Τραβήχτηκα ακόμα πιο πολύ στην άκρη, από διακριτικότητα μπροστά στο "μοναδικό" φλερτ που μόλις ξεκινούσε ανάμεσα στο ήλιο και το ποτήρι!



































Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Η αφήγηση ενός σκύλου




«Τι είναι κουκλίτσα μου; Ετοιμάστηκες για μπάνιο; χαχα... Αντηλιακό στην μυτούλα βάλαμε να μη μας κάψει ο ήλιος;»
Αυτή είναι η Ηρώ!                                                                      .
Τέτοιες βλακείες να μην έλεγε και ίσως την συμπαθούσα περισσότερο. Την παρακολουθώ τόση ώρα να καταβροχθίζει με απίστευτη ταχύτητα το κέικ σοκολάτας που έχει μπροστά της και περιμένω με υπομονή τη δική μου σειρά, που όμως δεν έρχεται ποτέ. Και σήμερα - το βλέπω -  θα μείνω με την όρεξη. Στην αρχή έκανα τα συνηθισμένα: ακούμπησα τα πόδια μου στην ποδιά της και σκούντηξα με τη μουσούδα μου το γόνατό της. Τίποτα!  Έβαλα μπρος τα μεγάλα μέσα: κοιλίτσες, νάζια, κουνήματα, όπως κάνει  η αντιπαθητική  Μπέλα στο γάτο με το  χοντρό κεφάλι. Όσο πιο χοντροκέφαλος τόσο πιο χαζός, να το ξέρετε.  

Το καλοκαίρι έχει προχωρήσει και όπως κάθε Κυριακή, ετοιμαζόμαστε να πάμε για μπάνιο. Από τότε που η δικιά μας έμαθε πως το κολύμπι αδυνατίζει, μας ξεσηκώνει απ’ τα χαράματα για τη θάλασσα!
 «Τελείωνε καμιά φορά να φύγουμε. Δέκα πήγε η ώρα! Δεν αντέχω τη ζέστη. Το ξέρεις.»  Όλο απαιτήσεις η Ηρώ.
«Τελειώνω…» απαντάει ήρεμα ο Μίμης μου, ο άντρας του σπιτιού μας.
Όσο εκείνος είναι κλεισμένος στο μπάνιo, η Ηρώ πηγαινοέρχεται νευρικά στο σαλόνι.
«Επιτέλους!» του λέει μόλις τον βλέπει να βγαίνει φρεσκοξυρισμένος. Ο Μίμης μου χαμογελάει σαν σταρ του σινεμά. Δεν προσέχει καν το αυστηρό της βλέμμα που τον καρφώνει.
 «Πώς είμαι; Πήρα λίγο το μουστάκι» μας ανακοινώνει με θριαμβευτικό ύφος και περιμένει την επιβεβαίωση που, όμως... χάνεται στο δρόμο. 
Η Ηρώ αρπάζει νευριασμένη τις τσάντες με τα πράγματα και του απαντάει με ερώτηση: «Για να πας στην παραλία ρε Μίμη;»
«Αυτή τον ζηλεύει!» σκέφτομαι και τρέχω κοντά του γαυγίζοντας χαρούμενα και κουνώντας την ουρά μου.
«Μόνο το Φριντάκι με καταλαβαίνει…» παραπονιέται ο καλός μου και σκύβει να με χαϊδέψει.
Ευτυχώς που έχει και μένα!
Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και αυτή ανοίγει νευρικά το παράθυρο.  «Βράζει εδώ μέσα. Γιατί δεν το  έβαλες στον  ίσκιο; Αλλά τι ρωτάω; Την ξέρω την απάντηση, αμάν Ηρώ!…» 
Ωχ, έτσι και της απαντήσει τώρα θ' αρπαχτούν.  Χώνω καλού κακού τη μουσούδα στην κοιλιά μου και κάνω την κοιμισμένη. Δεν έχω άλλη επιλογή.  Αν ήμασταν σπίτι, θα άλλαζα δωμάτιο ή θα χωνόμουν κάτω από το κρεβάτι αλλά στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, πώς να εξαφανιστώ; 
Ευτυχώς! Ο σοφός άντρας δεν της απαντάει. Στρίβει αμίλητος το τιμόνι δεξιά και παίρνει τον παραλιακό δρόμο προς Βουλιαγμένη. 
 Απίστευτη κίνηση, ο  τόπος βράζει απ’ τη ζέστη. Βράζει και η Ηρώ απ’ τα νεύρα της. Ο Μίμης ...Κινέζος! 
  Εμένα μου αρέσουν πολύ οι βόλτες με το αυτοκίνητο. Χαζεύω από το ανοιχτό παράθυρο και ο αέρας μου σπρώχνει τ’ αυτιά προς τα πίσω. Ο Μίμης μου όμως βαριέται τις Κυριακές και την κίνηση.  Δεν θέλει να τρέχει στις θάλασσες και να ψήνεται στη ζέστη. Προτιμάει την τηλεόραση και τη δροσιά του αιρκοντίσιον. Πώς να γλυτώσει όμως απ' την Ηρώ που όλο κάτι θέλει και όλο με κάτι τρώγεται;

Κάποτε,  του έκανε ένα «τεστ προσωπικότητας» που βρήκε στα περιοδικά της. "Φιλήσυχος φλεγματικός!  Άνθρωπος τεμπέλης, καλοπερασάκιας και υποχωρητικός", διάβασε η Ηρώ την απάντηση στο τέλος της σελίδας. «Ήρωας!» σκέφτηκα εγώ και ξάπλωσα πάνω στις παντόφλες του. 
Ο Μίμης μ’ αγαπάει αληθινά και μου δίνει ό,τι του ζητήσω.  
Δεν με μαλώνει όταν γαυγίζω ούτε φωνάζει μέσα στ’ αυτιά μου. Όταν η Ηρώ γίνεται έξαλλη και με διατάζει να το βουλώσω, ο Μίμης μου παίρνει πάντα το μέρος μου.
«Ασ’ το καημένη να γαυγίσει. Τι σ’ ενοχλεί; Σκύλος είναι.» 
 Έλα ντε! 
 Η Ηρώ είναι άνθρωπος της στιγμής. Τσακμάκι! Όλα γίνονται στην ώρα «της» και όπως «πρέπει».
«Μίμη, κουνήσου. Θα κλείσουν τα μαγαζιά.»
«Ουφ! Δεν τ' αφήνουμε καλύτερα για αύριο;» 
«Μα και χθες το ίδιο μου είπες.» 
«Αμάν βρε Ηρώ μου με τις βιασύνες σου! Φοβάσαι μη φύγουν απ' τη θέση τους; Και αύριο εκεί θα είναι.»
Έτσι!
Ο Μίμης μου ένα  κολλητό έκανε στη ζωή του. Το Χρόνο!  Δεν τον πιέζει ποτέ, γι’ αυτό κι εκείνος του χαρίζει χρόνια.  Ενώ ήδη έχει πατήσει τα σαράντα, τον  κάνεις δεν τον κάνεις τριαντάρη. Η Ηρώ βρήκε τον καλύτερο. Είναι τυχερή κι ας μην το αναγνωρίζει.
«Γιατί  να έλκονται τα  ετερώνυμα, μου λες; Τι ηλίθιος νόμος!  Σπρώχνει προς την ίδια κατεύθυνση δυο εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους!  Δες εμάς.  Θυμώνω, εσύ αδιαφορείς,  κλαίω, εσύ κάθεσαι και καπνίζεις, κι όταν παχαίνω ενώ κάνω δίαιτα, εσύ τρως το καταπέτασμα και αδυνατίζεις!»  του είπε μια μέρα μετά τον τσακωμό. Τα είπε, ξεθύμανε αλλά απάντηση δεν πήρε.
Τα βαριέται τα φιλοσοφικά ο Μίμης μου. Σαν και μένα.
 Πάντως, οι άνθρωποι θα  έπρεπε να ζευγαρώνουν με τη μυρωδιά, σαν τους σκύλους. Αν ο Μίμης είχε διαλέξει την Ηρώ από τη μυρωδιά της, εγώ, σήμερα, θα έτρωγα κέικ σοκολάτας και θα γάβγιζα όσο ήθελα. Ενώ τώρα; 

 Φτάνουμε επιτέλους στη Βουλιαγμένη. Μυρμήγκια ο κόσμος στην παραλία. Κορμιά ξεροψήνονται λαδωμένα σ' ένα τεράστιο υπαίθριο μπάρμπεκιου, αλλά αντί για μυρωδιές ρίγανης και λαδολέμονου, ο αέρας φέρνει ευωδιές καρπουζιού και καρύδας.  Παιδιά, ρακέτες, μπαλάκια, μπουκάλια, κουτάκια από αναψυκτικά, και πλαστικά ποτήρια, ανακατεμένα με πολύχρωμες ομπρέλες, ψάθες και στρινγκ. Πολλά στρινγκ!
Ο Μίμης μου ανακάθεται και αφήνει το τιμόνι. Του αρέσει το θέαμα! Το ‘πιασα αμέσως.
«Ας καθίσουμε εδώ. Καλά είναι» δηλώνει ενθουσιασμένος.  Η άλλη φουντώνει αμέσως. 
«Εδώ;  Καλά, δεν βλέπεις τι γίνεται; Πατείς με πατώ σε, πού να σταθείς, πού να γδυθείς, πού να βουτήξεις;  Σε λίγο θα βουλιάξει ο τόπος, κοίτα ...κοίτα ... ακόμα έρχονται καινούργιοι.»  Πάντα υπερβολική η Ηρώ. 
«Βαρέθηκα να με τρέχεις στις ερημιές και στα κατσάβραχα για να μη σε δούνε», ξεστόμισε τη μεγάλη κουβέντα ο Μίμης. Δε μιλάει, δε μιλάει αυτός ο άνθρωπος, αλλά όταν μιλήσει, βρίσκει στόχο. 
«Τι θέλεις να πεις;» ρωτάει η άλλη με καταρρακωμένη υπερηφάνεια και αμέσως μπαίνει στην επίθεση  «Εγώ δεν είμαι επιδειξιομανής. Πάω στη θάλασσα για ν' ασκηθώ και να ηρεμήσω, όχι για να τα βγάλω  όλα έξω σαν μερικές. Έπειτα, το ζώο δεν το σκέφτεσαι;» 
Ανασηκώνω τα αυτιά. Άκουσα καλά; Με είπε "ζώο!" 
«Πού θα το βουτήξω εδώ; Θα βρούμε το μπελά μας μέσα σε τόσο κόσμο, τριακόσια ευρώ πρόστιμο όποιος κυκλοφορήσει ζώο σε πολυσύχναστη παραλία και φτάνει τα πεντακόσια έτσι και το βάλει στο νερό.» Η σειρά της να χτυπήσει στόχο. 
Το ευαίσθητο σημείο του Μίμη είναι τα λεφτά. Το ξέρουν και οι πέτρες. 
«Καλά- καλά ...» μουρμουρίζει εκείνος και αμέσως στρίβει το τιμόνι δεξιά για Λαγονήσι.  Όμως κι εκεί τα ίδια. Λιώνει το αυτοκίνητο πάνω στην άσφαλτο.  Νομίζω πως θα λιώσω κι εγώ πάνω στο πλαστικό. Η γλώσσα μου έχει χυθεί πάνω στο κάθισμα και νιώθω πως ζω την τελευταία μέρα της ζωής μου. Κανείς τους δεν μου δίνει σημασία. Έχουν τα δικά τους. Η Ηρώ πάλι φυσάει και ξεφυσάει σαν θυμωμένος ταύρος και ο Μίμης μου με το ζόρι κρύβει την απογοήτευσή του για τα χαμένα στρινγκ της παραλίας.  Συνεχίζει όμως ήρεμος να οδηγεί. 
«Εδώ, καλά είναι;» ρωτάει, μετά από ώρα, φτάνοντας σε μέρος απομονωμένο και σκιερό. Η Ηρώ βγαίνει από το αυτοκίνητο και εξετάζει προσεκτικά την περιοχή.  «Πάρκαρε, καλά είναι…στον ίσκιο ... στον ίσκιο!» διατάζει πάλι.
 
Η παραλία είναι επιτέλους όπως τη θέλει, εντελώς άδεια.  «Αυτό είναι το βασίλειο του Ποσειδώνα!» μας ανακοινώνει ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια της με ενθουσιασμό. Μετά, φορτώνεται με τον ίδιο ενθουσιασμό τις τσάντες, τις ψάθες, και την ομπρέλα και αρχίζει να κατεβαίνει μόνη της το μονοπάτι που οδηγεί στην ιδανική παραλία. Εγώ, περιμένω υπομονετικά το Μίμη.
Τακτοποιεί με την ησυχία του το αυτοκίνητο, παίρνει την τσάντα με τα νερά και μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω. Μπροστά εγώ, πίσω εκείνος, κατεβαίνουμε - μετά φόβου Θεού - το κακοτράχαλο μονοπάτι που οδηγεί στην παραλία του «παραδείσου».  Αν εξαιρέσουμε τις δυο φορές που κοντέψαμε να γκρεμοτσακιστούμε στον κατήφορο - ανάθεμα το χαλίκι - όλα πήγαν καλά,  η παραλία άδεια και η θάλασσα, πράσινη λίμνη!
Μέχρι να φτάσουμε εμείς κάτω, η Ηρώ έχει ήδη ανοίξει την ομπρέλα, την έχει στερεώσει στην άμμο και έχει απλώσει τις ψάθες.
«Άντε , γδύσου.» διατάζει  πάλι τον Μίμη.
«Σε λίγο…» απαντάει ήρεμα ο καλός μου.
«Τώρα, γιατί θέλω να βουτήξω.»
«Βούτηξε. Τι σε κρατάει;»
«Να σου βάλω αντηλιακό.»
«Δε χρειάζεται. Θα το βάλω μόνος μου.»
«Και στην πλάτη;» Eδώ της δίνω ένα δίκιο. Κι ο Μίμης βεβαίως.
 «Καλά… αλλά μη με πασαλείψεις πάλι.» απαντάει εκείνος πεισμωμένος.
«Θέλεις να καείς;» Το ύφος της δεν σηκώνει κουβέντα.
Ο Μίμης της γυρίζει την πλάτη κι εκείνη απλώνει με γρήγορες κινήσεις την κρέμα.
«Σάντουιτς με σαλάμι έφτιαξες;» τη ρωτάει για να πάρει δυνάμεις. Παίρνει δυνάμεις όταν ξέρει πως θα φάει.
«Εννοείται. Οδηγείς τόση ώρα.»


Η Ηρώ τελειώνει το πασάλειμμα του Μίμη και μετά βγάζει ένα σάντουιτς και του το δίνει. Την πλησιάζω κουνώντας ζωηρά την ουρά μου. Περιμένω να ταΐσει κι εμένα αλλά αυτή, αφήνει μόνο ένα μπολ με νερό στον ίσκιο. Μετά, φοράει ένα άσπρο καπέλο μέχρι τ' αυτιά και μπαίνει στη θάλασσα. Ανοίγεται γρήγορα στα βαθιά. Ο Μίμης όμως δεν φαίνεται καθόλου πρόθυμος ν' ακολουθήσει. Πλατσουρίζει στα ρηχά κοιτάζοντας αναποφάσιστος το άσπρο καπέλο, που από μακριά, μοιάζει με σημαδούρα. 
«Να μπω ή να μην μπω… Τι λες κι εσύ Φριντάκι;» με ρωτάει. Κάνω στροφή και απομακρύνομαι σιγά-σιγά. Έχει γούστο να με θέλει για παρέα. Σταματάει το πλατσούρισμα και έρχεται προς το μέρος μου. Αυτό είναι! Βάζω την ουρά στα σκέλια και τρέχω. 
 «Φρίντα ...Φριντάκι, μην απομακρύνεσαι κούκλα μου ...ΕΛΑ ΠΙΣΩ ΣΟΥ ΛΕΩ ...» 
Την ίδια στιγμή, η άλλη απ' τα βαθιά του φωνάζει μ’ ενθουσιασμό: 
«Μίμη χάνεις! Μίμη χάνεις !» 
«Θα χάσω το σκυλί!» της απαντάει εκείνος με δυνατή φωνή και  ξεπερνώντας γρήγορα τον φιλοσοφικό προβληματισμό του, γυρίζει την πλάτη του στην μεγάλη πρόκληση της δικιάς μας και με παίρνει από πίσω.  Τρέχω προς τα βράχια. Για πρώτη φορά ακολουθώ το ένστικτό μου. Μόνο αν κρυφτώ θα μπορέσω να ξεφύγω. Τα βότσαλα ζεματάνε. Εκείνος βαδίζει πίσω μου σαν αναστενάρης αλλά δεν σταματάει λεπτό να μου φωνάζει:
«Φρίντα, ΕΛΑ ΠΙΣΩ ΣΟΥ ΛΕΩ ...»
Στο μεταξύ, η Ηρώ στα βαθιά, αγκομαχάει στο κολύμπι.  Βάζει, όπως πάντα, σημάδι την ομπρέλα. Στόχος της τα πενήντα πήγαινε-έλα...άντε τα τριάντα. Αγκομαχάει και ο Μίμης προσπαθώντας να με φτάσει . 
«Φρίντα!» ξαναφωνάζει πλησιάζοντας επιτέλους στα βράχια. 
«Εδώ είναι!» του απαντάει μια δροσερή κοριτσίστικη φωνή. 
«Πού εδώ;» ξαναρωτάει ξαφνιασμένος. 
«Στη σπηλιά…δεξιά!» ακούει πάλι τη φωνή να του λέει.  Σε λίγο, τον βλέπω να περνάει από το στενό άνοιγμα του βράχου πεσμένος καταγής. Σέρνεται σαν το φίδι, βουτηγμένος στην άμμο και με μια τεράστια έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Τον υποδέχομαι με χαρούμενα γαυγίσματα - εδώ δεν έχω την ξινή να με μαλώσει. Η έκπληξή του γίνεται μεγαλύτερη όταν βλέπει πως με κρατάει στα χέρια της μια μικρή γοργόνα. Τον κοιτάζω όλο έξαψη, με τη μουσούδα μου πασαλειμμένη με σοκολάτα. Μου ρίχνει μια γρήγορη ματιά αλλά η προσοχή του στρέφεται πάλι στη γοργόνα. Το κορίτσι βάζει τα γέλια βλέποντας το ύφος του Μίμη. Εκείνος παίρνει το σοβαρό του.
«Έφαγε σοκολάτα;»  ρωτάει δήθεν αυστηρά.
«Δεν έπρεπε;» απορεί με νάζι η γοργόνα και χαϊδεύει τη γούνα μου. 
«Τυφλώνονται με τα γλυκά!» 
«Αλήθεια; Δεν το ξέρω...»
«Έφαγε πολύ;» 
«Ένα κομματάκι μόνο…» του λέει μασώντας με αναίδεια την τσίχλα της. Ο Μίμης δεν παίρνει στιγμή τα μάτια του από πάνω της.  Το δέρμα της  είναι γεμάτο λέπια αλατιού. Καλά κατάλαβα πως είναι γοργόνα αλλά αντί για ψαρίσια ουρά έχει δυο μακριά μαυρισμένα πόδια και φοράει αυτό το στρινγκ που του αρέσει… 
«Μη της δίνεις άλλη, είναι λαίμαργη …»   Εγώ λαίμαργη; Πώς είπε τέτοιο πράγμα! 
«Όχι καλέ, είναι γλυκούλα ...» Πολύ συμπαθητική αυτή η μικρή.
«Αν ήξερα πως είσαι εδώ, θα φρόντιζα να τη δέσω.» 
«Δεν πειράζει. Αγαπάω τα ζώα!» Κι αυτή «ζώο»; Βιάστηκα να τη συμπαθήσω.
«Φρίντα τη φωνάζεις;»  
«Ναι Φρίντα.» 
«Δηλαδή Αφροδίτη.» 
«Ε…ναι, Αφροδίτη.»  
«Της πάει πολύ…»
«Έτσι νομίζω.»
 «Τώρα ήρθατε;»
«Όχι, πριν λίγο.»
«Με παρέα;»
«Όχι…όχι…μόνος.» Τον ψεύτη! Kι εγώ τι είμαι;
«Μόνη μου έρχομαι κι εγώ.»
«Και δε φοβάσαι;»
«Στην κρυψώνα μου;  Tι να φοβηθώ;  Δεν την ξέρει κανένας. Μόνο εσύ και το Φριντάκι.»
«Δεν με ξέρεις όμως.»
«Αφού έχεις τη Φρίντα, δεν σε φοβάμαι.» 
Πρώτη φορά έβλεπα τόσο χαρούμενο το Μίμη. Μιλούσε συνεχώς, κι έστρωνε το μαλλί του. Έλεγε αστεία -σπάνιο πράγμα- και παινευόταν για χαζά πράγματα. Διασκέδαζε η γοργόνα με τις βλακείες του, διασκέδαζε και με μένα που τρόμαζα όταν έσκαγε τις τσιχλόφουσκες της. 
Έτσι πέρασε η ώρα  και δεν το κατάλαβε κανείς μας. Η μικρή κουράστηκε και ξάπλωσε δίπλα του. Μόλις που χωρούσαμε και οι τρεις στην κρυψώνα. Τα γέλια τους έγιναν χαμόγελα και πλάγιασαν οι ματιές τους. Μιλούσαν σιγά τώρα. Ξαφνικά, ο Μίμης με τραβάει προς το μέρος του.
«Πέρασε η ώρα. Πρέπει να τη βουτήξω.»Το κορίτσι, ευτυχώς με αρπάζει απ’ τα χέρια του.
«Αποκλείεται. Θα κρυώσει...» Με πιάνει μια τρομάρα και αρχίζω να τρέμω. 
«Τη βλέπεις; Tρέμει ολόκληρη!» Κουτί της ήρθε της γοργόνας.
«Μα βράζει ο τόπος!» διαμαρτύρεται ο Μίμης χαμένος.
«Έλα τώρα...τη βουτάς αργότερα..» επιμένει με νάζι εκείνη και τραβιέται για να του κάνει χώρο. Ο Μίμης μπαίνει στο νόημα και βολεύεται μια χαρά δίπλα της  στριμώχνοντας εμένα στην άκρη. Ξαφνικά περισσεύω,  γίνομαι αόρατη. Κανείς τους πια δεν με προσέχει.
«Χαλάσαμε την ησυχία σου. Να φύγουμε καλύτερα;»ρωτάει απρόθυμα ο δικός μου. Η μικρή του γυρίζει την πλάτη. «Τίναξέ μου την άμμο» του ζητάει με νάζι. Ο Μίμης  μου τζέντλεμαν! Παραμερίζει τα μαλλιά της και τινάζει την άμμο από πίσω της. Πέφτει η άμμος, πέφτουν και τα λέπια αλατιού απ’ το δέρμα της. Η γοργόνα μεταμορφώνεται σιγά-σιγά σε γυναίκα. Πρέπει να τους αδειάσω τη γωνιά, σκέφτομαι και βγαίνω αμέσως απ’ την κρυψώνα. Κανείς τους δε με προσέχει.
 Έξω ο καιρός έχει αλλάξει. Φυσάει δυνατός αέρας και έχουν σηκωθεί μεγάλα κύματα. Η θάλασσα δεν είναι πια πράσινη λίμνη. Έχει γίνει θεριό που βρυχάται. Το άσπρο καπέλο δεν φαίνεται πουθενά.   Η Ηρώ έχει βγει και μας ψάχνει. Ξαπλώνω στον ίσκιο του βράχου και περιμένω το Μίμη. Εκείνος αργεί και με παίρνει ο ύπνος.
Ξυπνάω βρεγμένη. Πόση ώρα κοιμάμαι; Έχω χάσει το χρόνο. Γύρω μου μια γούρνα με άμμο και νερό κι εγώ μέσα. Η θάλασσα έχει φτάσει στα πόδια μου. Πάνω μου κολλημένα διάφορα πραγματάκια της θάλασσας που έσπρωξε ο δυνατός αέρας –φύκια, μικρά κλαδιά και … το άσπρο καπέλο! Το άσπρο καπέλο; Και η Ηρώ πού είναι;
Το αρπάζω με τα δόντια μου και μπαίνω ξανά στην κρυψώνα. Η μικρή δεν είναι εκεί. Βρίσκω το Μίμη να κοιμάται. Αφήνω το καπέλο στην κοιλιά του και τον γλύφω με μανία στο πρόσωπο. Μεσ’ τον ύπνο του με σπρώχνει πέρα. Τον αρπάζω απ’ το μαγιό. Τον τραβάω με δύναμη. Επιτέλους ξυπνάει.
«Τι είναι; Ti έπαθες Φριντάκι;» Μακάρι να μπορούσα να μιλήσω. Παίρνω το καπέλο από την κοιλιά του και το αφήνω στο χέρι του. Το κοιτάζει σαστισμένος.
« Το καπέλο; Πού το βρήκες; Ήρθε εδώ η Ηρώ;» Πώς να του απαντήσω;  Γαυγίζω και πάω προς την έξοδο.  Μπαίνει αμέσως στο νόημα και πετάγεται όρθιος. Τινάζει βιαστικά την άμμο από πάνω του και με ακολουθεί με το καπέλο στα χέρια. Διασχίζουμε την παραλία τρέχοντας. Φτάνουμε στα πράγματά μας. Σκορπισμένα δεξιά κι αριστερά. Η ομπρέλα πεταμένη στα σκίνα. Όμως ο Μίμης δεν νοιάζεται να τα μαζέψει. Κοιτάζει χαμένος τη φουρτουνιασμένη θάλασσα και τρέχει πάνω-κάτω.
«Πού είναι Φρίντα; Την είδες; Βγήκε;» Ανεβαίνει στον βράχο και κοιτάζει στα βαθιά. Ανεβαίνω κι εγώ μαζί του. Η θάλασσα σκάει πάνω μας. Με παίρνει στην αγκαλιά του. «Πού είναι η Ηρώ μας; Την είδες; Είναι ακόμα μέσα;» Φωνάζει το όνομά της. Του απαντάει μόνο ο άνεμος και το κύμα. Η Ηρώ δε φαίνεται πουθενά.
«Μα τι μαλάκας είμαι! Πήγε στο αυτοκίνητο. Πώς δεν το σκέφτηκα νωρίτερα;»
Αφήνει το βράχο και ανηφορίζει τρέχοντας το μονοπάτι. Τον ακολουθώ. Φωνάζει συνέχεια το όνομά της.  Καμία απάντηση. Ούτε εκεί είναι. Αστραπόβροντα ορμάνε κατά πάνω μας. Τα μαύρα σύννεφα έχουν κάνει τη μέρα, νύχτα. Δεν περιγράφεται η τρομάρα μου. Είναι το χειρότερό μου.  Χώνομαι κάτω από το αυτοκίνητο. Ο Μίμης μ’ έχει εντελώς ξεχάσει. Ξεσπάει δυνατή μπόρα. Ο Μίμης δεν νιώθει τίποτα. Μ’ αφήνει μες το χαλασμό και φεύγει. Βλέπω τα βήματά του που απομακρύνονται. Δεν έχω άλλη επιλογή. Βγαίνω να τον ακολουθήσω. Γυρίζουμε πίσω. Η παραλία πια, δεν υπάρχει. Η θάλασσα έχει καλύψει τα πάντα.  Πέφτει στα γόνατα εξουθενωμένος. Ξεσπάει σε λυγμούς, ικέτης στο βασίλειο του Ποσειδώνα «Τι έκανα…τι έκανα… γιατί σε άφησα μόνη;» φωνάζει απελπισμένος. Ο άνεμος γυρίζει τη φωνή του πίσω. Σηκώνεται και ορμάει μες τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Προσπαθεί ν’ ανοιχτεί στα βαθιά. Τρέχω πάνω κάτω. Δεν τολμάω να τον ακολουθήσω. Στυλώνω το βλέμμα μου πάνω του και περιμένω να τον δω να επιστρέφει.  Παλεύει με τα κύματα. Δεν καταφέρνει ν’ ανοιχτεί. Η θάλασσα τον σπρώχνει στα βράχια και πάλι τον τραβάει πίσω. Τον βλέπω να εξαφανίζεται και μετά να εμφανίζεται, σαν μαγική εικόνα που αναβοσβήνει μέσα στη νύχτα. Όλη η φύση εναντίον του. Γυρίζει πίσω νικημένος. Σωριάζεται στην άμμο, κάτω απ’ την δυνατή βροχή. Κουλουριάζομαι δίπλα του.
«Μόνο να ζεις και όλα θα αλλάξουν. Mόνο να ζεις!» Η ανάσα του κόβεται στη μέση, χίλιες φορές. Τη φωνάζει με όλη του τη δύναμη. «Ηρώ…Ηρώ μου…» η φωνή του δεν φτάνει στη θάλασσα. Πνίγεται στο κλάμα.
 Παίρνει δυνάμεις.  Σηκώνεται πάλι. Ψάχνει ξανά την ακτή, βήμα-βήμα. Παραπατάει. Δεν πέφτει. Όταν πέφτει, σηκώνεται και συνεχίζει. Θάλασσα και βροχή τον κλείνουν πίσω από θολά τείχη. Γίνεται σκιά που   παλεύει αόρατους εχθρούς. Φωνάζει, βρίζει, απειλεί θεούς και δαίμονες. Νιώθω πως βλέπω ταινία, από εκείνες που της αρέσουν - τις ηρωικές!  Πού βρίσκει τόση δύναμη ο Μίμης; Αυτός ο φιλήσυχος φλεγματικός  που βαριέται τα πάντα; 
Σχεδόν νυχτώνει. Γυρίζει και με σφίγγει πάνω του.
«Χάθηκε…πάει.» Τρέμει ολόκληρος, κι εγώ μαζί.
Δεν αντέχω να τον βλέπω έτσι. Πονάει η καρδιά μου. Ξεφεύγω απ’ το σφιχταγκάλιασμά του και στέκομαι όρθια. Τεντώνω το κεφάλι μου ψηλά και αρχίζω να γαυγίζω. Γαυγίζω με όλη μου τη δύναμη. Να υψωθεί η φωνή μου πάνω από τα κύματα, να φτάσει στα βαθιά. Τσούζουν τα μάτια μου απ’ το αλάτι, πονάει ο λαιμός μου απ’ την προσπάθεια, σιχαίνομαι τη βρεγμένη γούνα μου αλλά δεν σταματάω να γαυγίζω. Για να μ’ ακούσει. Γιατί αν μ’ ακούσει, θα βγει έξω Μίμη μου. Θα βγει να με μαλώσει.
                                                                        Τέλος