Αναρτήσεις

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2019

"Τυφλό" ραντεβού με έξι συγχρόνως :) :)




Χρόνια είχα να νιώσω τόσο όμορφα!
Όχι πως δεν είχα τις ευκαιρίες και πριν αλλά εδώ μιλάω για εκείνη την αίσθηση - πυροτέχνημα που σε γεμίζει εκρηκτική χαρά, έκπληξη και χρώματα. Που μένεις μ’ ένα «Αααα!» να κοιτάζεις τον ουρανό και να παρακαλάς από μέσα σου να μην σβήσουν ποτέ. Όμως εκείνα τα άτιμα σβήνουν πάντα και χάνονται, αφήνοντας πίσω τους μόνο κάτι μικρές λαμπερές σταγόνες που συνεχίζουν να στάζουν σαν φωτεινά δάκρυα πάνω στο μαύρο βελούδο του ουρανού έως ότου χαθούν κι αυτές.
Για κάτι τέτοιο μιλάω τέλος πάντων!

Αγίων Ασωμάτων, Αποστόλου Παύλου, πλανόδιοι καλλιτέχνες δεξιά και αριστερά στον πεζόδρομο, ζέστη, απόγευμα Ιουλίου γύρω στις οκτώ.
Το ραντεβού ήταν στο Αθηναίων Πολιτεία, στο Θησείο. Είχα αργήσει  και ένιωθα ήδη πολύ άσχημα γι’ αυτό. Δεν ήξερα ακριβώς ποιόν θα συναντήσω εκτός από τη Μάνια Καληνύχτα  την πιο γλυκιά και σπιρτόζα φωνή του ραδιοφώνου, που ήταν σιγουράκι αφού για το χατίρι της είχε κανονιστεί αυτή η συνάντηση.

Διασχίζοντας βιαστικά το μικρό πανηγύρι του δρόμου άρχισα σιγά-σιγά να προετοιμάζομαι ψυχικά για την συνάντηση με τους υπόλοιπους φίλους bloggers
Η ένταση άρχισε να υποχωρεί  και τη θέση της έπαιρνε μια ελαφρότητα. Βοήθησαν πολύ σ’ αυτό εκείνοι  οι πολύχρωμοι τύποι που χαζολογούσαν μπροστά και πίσω απ’ τις πραμάτειες τους άλλοι καθισμένοι νωχελικά πίνοντας καφέδες και καπνίζοντας και άλλοι περιδιαβαίνοντας μπρος απ’ τα πολύχρωμα τραπεζάκια τους. Ήμουν ξαφνικά σε έναν άλλο κόσμο, ξεχασμένο, από τον καιρό της νεότητας σχεδόν. Όση ώρα προχωρούσα, συνειδητοποιούσα πως είχα από καιρό χάσει την επαφή μου μ' εκείνο το πρωτογενές αίσθημα της γνήσιας χαράς που σου μεταγγίζει η ελαφρότητα.

Έφτασα κοντά στην παρέα που με περίμενε υπομονετικά,  κάμποσα κιλά ελαφρότερη (ψυχικά :) ). Η ψυχή μου ήταν έτοιμη να ζήσει κάθε είδους «τρέλα», γιατί το ένιωθα μέσα μου πως πήγαινα κατευθείαν πάνω σε ένα  déjà vu.

Tραπεζάκι έξω με καρέκλες γύρω-γύρω πρόσωπα άγνωστα αλλά χαμογελαστά. 
Μια divina στο θρόνο της. Σηκώθηκε να με υποδεχτεί και όταν αγκαλιαστήκαμε ένιωσα την αύρα της. Ήταν ένα πανέξυπνο παιδί, ένα αυθόρμητο, παιχνιδιάρικο παιδί με πολλά κρυμμένα μυστικά στις μπλε λίμνες των ματιών της. Το κράτησα αυτό να το ψάξω αργότερα. 
  
Απέναντί μου ο Γιάννης, cinefil  και  Ηδύποτον  ψηλότερος απ’ όσο τον περίμενα, υπερβολικά σοβαρός αλλά όταν τον τσίγκλησα λιγάκι, έλαμψε ολόκληρος και μεταμορφώθηκε σε μια μεγάλη αγκαλιά. Τον κοιτούσα και συγχρόνως τον φανταζόμουν να πληκτρολογεί τις βαθυστόχαστες αναλύσεις του για τις ταινίες που του άρεσαν, τα αστυνομικά του διηγήματά με το ανατρεπτικό τέλος τους.

Αριστερά του το νεαρό ζευγαράκι: η Κατερίνα Mονοπάτια  και ο Νίκος της  Χρεωκοπημένοι Καιροί . Γλυκά παιδιά, πρόσχαρα, πολύ ευγενικά και λίγο απορημένα, μου φάνηκαν, με την δική μας ιλαρότητα.




Η Κατερίνα με αγκάλιασε και μου συστήθηκε : «Είμαι η Φακίδα!»  Η Φακιδούλα με τις όμορφες φιλοσοφημένες αναρτήσεις της που μας έβαζαν σε σκέψεις βαθιές και αναζητήσεις. Ο Νίκος, το ταίρι της, με τις κινηματογραφικές του ανησυχίες, τις εμπεριστατωμένες  αναλύσεις του. 

Πιο κει ο Διονύσης, (Ο κ. Λι συναντάει τους φίλους του) όπως ακριβώς τον είχα φανταστεί μέσα από τα εξαιρετικά κείμενά του που μας λείπουν τόσο. Ο Διονύσης με τον αέρα του διανοούμενου, και με μια εδραιωμένη μελαγχολία στο βλέμμα που όμως όταν άρχιζε να μιλάει εξαφανιζόταν και τη θέση της έπαιρνε μια λάμψη, ένα φως πιο λαμπερό κι από την αστραφτερή σελήνη που ανηφόριζε τραμπαλίζοντας ολόλαμπρη στον βελούδινο, καλοκαιρινό ουρανό.

Δίπλα του η σπιρτόζα, ετοιμόλογη Σμαράγδα Smaragdoula  με την ευθυτενή κορμοστασιά, και το σπινθηροβόλο βλέμμα που γλύκανε τόσο όταν άρχισε να μιλάει για τους αγαπημένους της.
«Εμείς οι δυο είχαμε "νταραβέρι";» τη ρώτησα αστειευόμενη.
«Όχι, ποτέ» μου απάντησε
«Ε, θα αρχίσουμε τώρα» Γελάσαμε.

Γελούσαμε όλο το βράδυ, μιλούσαμε…
Μια απρόσμενη οικειότητα σα να γνωριζόμαστε χρόνια, σα να ξέραμε ο ένας τον άλλον από παλιά.
Απέναντι η φωταγωγημένη Ακρόπολη, ο Κεραμικός πιο πέρα, η αρχαία αγορά...
Το φεγγάρι φλέρταρε γλυκά με τη θερινή νύχτα και την ασφάλεια που ένιωθα ανεξήγητα μέσα μου.
Τους κοιτούσα και σκεφτόμουν πως - με κάποιο τρόπο - τους έψαχνα καιρό. Ένιωθα έντονα πως είχα πολλά να πω και να μάθω μαζί τους.
Οραματίστηκα μια παρέα ονειροπόλων που ο καθένας συμβάλλει με το δικό του τρόπο:  με λέξεις, εικόνες ή τραγούδια σ’ αυτό που όλοι μας επιθυμούμε να έχουμε: τη φιλία.


Υ.Γ Συγγνώμη για το «σπάσιμο» με τις φωτογραφίες. 
Eυχαριστώ πολύ για την κατανόηση.  (Ακόμα κι αυτό εύκολο μου το έκαναν. Τι να πω περισσότερο;)
Ελπίζω σε μια νέα συνάντηση, φθινοπωρινή ή και χειμωνιάτικη και αυτή τη φορά μέσα στην αίθουσα ενός κινηματογράφου.
Θα λείπει η divina αλλά θα είναι σα να μην λείπει αφού φεύγοντας για τη Μορεάλη της,  μας άφησε το γαλάζιο των ματιών της  και το χαρούμενο γέλιο της.


Summer Wine - Nancy Sinatra ft. Lee Hazlewood (Lyrics)











Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2019

AMARGI...






Σαν σήμερα γνωριστήκαμε!

Σαν σήμερα έγινα μαμά!

Σαν σήμερα στις δώδεκα και μισή το μεσημέρι ήρθες στη ζωή μου ως κοριτσάκι, αναπάντεχα, και σε πείσμα του γιατρού που επέμενε μέχρι την τελευταία στιγμή πως είσαι αγόρι.

Παρέκαμψες όλα τα ιατρικά προγνωστικά και μπήκες στη ζωή με το δικό σου τσαμπουκά.

Όπως ακριβώς ζεις, δημιουργώντας, ανατρέποντας, εκπλήσσοντας τους άλλους και κοιτώντας τα βάθη σου με γενναιότητα και ηρεμία.

Εύχομαι να βρεις τον τρόπο να φτιάξεις ένα μικρό πλανήτη μέσα στο χάος. 

Να είναι πράσινος και γαλάζιος, με πουλιά, ψάρια, δέντρα, ουρανό και θάλασσα.

Να κατοικείς εκεί και να προσφέρεις άσυλο σε όποιον άλλον σε χρειαστεί και σε έχει ανάγκη για να επιβιώσει.

Εσύ και η γενιά σου, εύχομαι, να αντιστρέψετε το χρόνο και την καταστροφή.

Εύχομαι να "μετοικήσετε" σε μια "πατρίδα" ελεύθερη, όμορφη, προστατευτική, γαλήνια και γεμάτη αγάπη όπως πρέπει να είναι οι πατρίδες και οι καρδιές όλων μας.
ΑΜΑRGI… (θυμάσαι;)

Υ.Γ. Εύχομαι μια μέρα να γυρίσεις πίσω στον άνεμο και τη μουσική του δάσους που δεν έπαψες ποτέ να κουβαλάς μέσα σου.

Ivan Torrent Rêverie Full Album




Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019

Mε έναν ήλιο στη ζώνη μου






Μπήκαμε στο λεωφορείο με όλα μας τα πράγματα στοιβαγμένα στην οροφή του.
Ένας γεροδεμένος νεαρός τα είχε τακτοποιήσει δίπλα στα άλλα, τα ξένα, και μετά τα κάλυψε με ένα μουσαμά και από πάνω τα έδεσε σφιχτά με ένα χοντρό καραβόσκοινο.
Η θέση μου ήταν δίπλα στο παράθυρο. Ευτυχώς!
Το πρώτο πράγμα που έβαλα στο δίχτυ της μπροστινής μου θέσης, ήταν μια χαρτοσακούλα για…ώρα ανάγκης.
Το λεωφορείο ξεκίνησε αγκομαχώντας. Αγκομαχούσε στην άσφαλτο, τι θα γινόταν όταν θα έμπαινε στο χωματόδρομο;
Δε μας πήρε πολλή ώρα να βγούμε από την πόλη και να πάρουμε τον επαρχιακό δρόμο προς το χωριό. Το χωριό του πατέρα. Πρώτη φορά. Πρώτο ταξίδι.
Μια μάνα με δυο παιδιά, ένα σωρό πράγματα κι ένα μεγάλο κοφίνι με καρπούζια. Ε… δεν ήταν και το καλύτερό της!
Δεκαπενταύγουστος σ’ ένα ορεινό χωριό ξεχασμένο από τον κόσμο, σ’ ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο χρόνια, χωρίς ρεύμα και νερό! Στη θέση της θα ήμουν στα όρια του πανικού!
Ούτε που μου περνούσε όμως απ’ το μυαλό η ανησυχία της. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν οι περιπέτειες που με περίμεναν.


Άνθρωποι στοιβαγμένοι στις θέσεις του παλιού λεωφορείου και άλλοι όρθιοι στο διάδρομο με τσάντες και καλάθια γεμάτα ψώνια απ’ το παζάρι.
Γυναίκες με σφιχτοδεμένα μαντήλια στο κεφάλι και άντρες με ροζιασμένα χέρια, παιδιά και γιαγιάδες που έκαναν σινιάλα στον οδηγό με τις χαρτοσακούλες τους σε όλη τη διαδρομή.
Τα ανοιχτά παράθυρα άφηναν το λίβα να μας καίει τα πρόσωπα. Ήμουν όμως ευτυχισμένη! Άρχισα να τραγουδάω το «Κουνελάκι». Μου άρεσε να ακούω τη φωνή μου να τραγουδάει το «Κουνελάκι». Ήταν σα να άκουγα ραδιόφωνο. Μου κρατούσε παρέα. Μετά έπιασα κι άλλα παιδικά τραγούδια.
Μια φωνή: «Δε θα σταματήσει πια! Έτσι θα πάμε όλο το δρόμο;»
«Σουτ...πιο σιγά!» η μάνα μου. Σταμάτησα.
Μια άλλη φωνή: «Αφήστε το παιδί να τραγουδήσει. Τι σας ενοχλεί;»  

Όταν περάσαμε τις παρυφές του βουνού, άρχισαν τα δύσκολα: απότομες στροφές που δεν έλεγαν να τελειώσουν. Άρχισα να χάνω τον κόσμο. Το στομάχι μου κόμπος. Το κουνελάκι ψυχορραγούσε μέσα μου. Μου ερχόταν μια λιποθυμία...
«Μαμά, ζαλίζομαι!»
«Κρατήσου, φτάνουμε.»
Το «φτάνουμε» όμως ήταν μόνο για παρηγοριά. Κρατούσα καρφωμένα τα μάτια μου στη χαρτοσακούλα σε όλο το δρόμο κι ευχόμουν από μέσα μου να μη μου χρειαστεί. Δεν ξεχνούσα να παίρνω και βαθιές ανάσες όταν τα πράγματα ζόριζαν και ένιωθα το στομάχι μου να ανεβαίνει προς τα πάνω. Έτσι με είχε συμβουλέψει ο πατέρας. «Αν ζαλιστείς να παίρνεις βαθιές ανάσες και θα σου περνάει.» Δεν πέρναγε όμως!
Τότε έμαθα για πρώτη φορά τι σημαίνει αυτοέλεγχος.


Το λεωφορείο ανέβαινε, όλο ανέβαινε. Δεξιά γκρεμός αλλά και μια υπέροχη θέα στον κάμπο. Ποιος όμως την πρόσεχε;
Μετά από δύο ώρες ταξίδι, άρρωστοι απ’ την ναυτία είδαμε επιτέλους τα πρώτα σπίτια του χωριού να ξεπροβάλλουν μέσα από πυκνή βλάστηση.
Το καλωσόρισμα μιας πηγής με τρεχούμενο νερό ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα.
Επίμονες μέλισσες έφερναν γύρους πάνω απ' το νερό. Μια γυναίκα, με στάμνα, προσπαθούσε να τις διώξει με το μαντήλι της…ό,τι πρόλαβα να δω περνώντας.


Το λεωφορείο σταμάτησε στον κεντρικό δρόμο που χώριζε το χωριό στα δύο.
Κατεβήκαμε, και σε λίγο, όλα μας τα πράγματα βρέθηκαν αραδιασμένα πάνω στο χωματόδρομο. Μαζί με τα καρπούζια.
Το λεωφορείο ξεκίνησε πάλι αφήνοντας πίσω του ένα ντουμάνι καπνού που ήρθε και ενώθηκε με το σύννεφο της σκόνης που σηκώθηκε απ’ το δρόμο. Σκόνη και ζέστη παντού. Η μητέρα κοίταξε γύρω της απελπισμένη. Το χωριό φαινόταν ακατοίκητο. Ψυχή στο καφενείο.  Έβραζε ο τόπος! Περιμέναμε. Ο μικρός γκρίνιαζε. Πεινούσε.
«Τι περιμένουμε μαμά;» Δεν άντεχε άλλο.
«Το θείο Γιάννη»
«Ποιος είναι αυτός;»
Σε λίγο είδα έναν ηλιοκαμένο άντρα να μας πλησιάζει. Φορούσε ένα παλιό ταλαιπωρημένο παντελόνι, παπούτσια χωρίς κάλτσες κι ένα πουκάμισο μισό μέσα, μισό έξω απ' τη ζώνη του. 
Φαινόταν πως είχε διακόψει κάποια δουλειά για να έρθει σε εμάς. Μας καλωσόρισε με ένα δειλό χαμόγελο. Τα μάτια του ήταν συνεχώς χαμηλωμένα. Φορτώθηκε αμίλητος τα πιο βαριά πράγματα και άρχισε να ανηφορίζει ένα στενό δρόμο γεμάτο πέτρες. Οι πέτρες γλιστρούσαν επικίνδυνα. Η μητέρα μας έβαλε να περπατάμε μπροστά της για να μας προσέχει. Φτάσαμε στο σπίτι: τριώροφο, πέτρινο με ένα ξύλινο μπαλκόνι ψηλά. Ο χρόνος είχε στολίσει τους εξωτερικούς τοίχους με κισσό.
«Εδώ ήταν το μαγαζί του παππού σας» είπε ο Γιάννης και με μια κίνηση του κεφαλιού, μας έδειξε την παλιά μανταλωμένη πόρτα της πρόσοψης. Δεν έδωσα σημασία γιατί το μυαλό μου το είχε πάρει η δεύτερη πηγή που κελάρυζε δίπλα στην είσοδο. Έτρεξα και βούτηξα τα χέρια μου στη γούρνα. Ήπια νερό και έβρεξα το πρόσωπό μου. 

Η πόρτα του σπιτιού αποδείχτηκε δύσκολη υπόθεση. Ο Γιάννης έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα μεγάλο κλειδί και το στριφογύρισε αρκετές φορές στην κλειδαριά μέχρι να καταφέρει στο τέλος να την ανοίξει.

Μπήκαμε σ’ ένα χώρο που είχε καμάρες στην οροφή και ήταν γεμάτος σκορπισμένα άχυρα. Στην άκρη μια ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο τελευταίο πάτωμα.
«Να προσέχετε τα σκαλοπάτια!» μας συμβούλεψε. Ανεβήκαμε με προσοχή.
Στην κορυφή της σκάλας απλωνόταν ένα σκεπαστό μεγάλο χαγιάτι. Στην άκρη κρεμασμένη μια τσίγκινη βρυσούλα. Πάτωμα κάτω, κεραμίδια πάνω. Δίπλα μια τσιμεντένια βεράντα σκεπασμένη με κληματαριά. Προχωρήσαμε στο εσωτερικό. Τρία δωμάτια. Το χειμωνιάτικο που είχε το τζάκι, η καμαρούλα που κοιμόταν ο παππούς και η γιαγιά και το καθιστικό με τις παλιές φωτογραφίες στους τοίχους και τον μεγάλο καθρέφτη θολό από τη σκόνη. Σκόνη και αράχνες παντού. Η μητέρα άνοιξε όλα τα παράθυρα με δυσκολία. Τα μάνταλα είχαν σκουριάσει με τον καιρό. 
Στην άκρη μια μικρή ντουλάπα με τζάμι στις πόρτες της. Στα ράφια της, αραδιασμένα πάνω σε κεντημένα σεμεδάκια,  φλιτζανάκια του καφέ, ποτήρια και δυο-τρεις πορσελάνες από την Αμερική. Πανέμορφα κομψά πραγματάκια που δεν χόρταινα να τα χαζεύω.
Οι μπαλκονόπορτες άνοιξαν και η θέα ήταν πανοραμική! Όλο το χωριό κι ο κάμπος στα πόδια μου και απέναντι, μέσα απ’ την αχλή του μεσημεριού, ξεπρόβαλε ο Πάρνωνας με τις γαλήνιες κορυφές του.

Ο Γιάννης, αφού έριξε μια ματιά στο σπίτι για να σιγουρευτεί πως όλα ήταν στη θέση τους, ετοιμάστηκε να φύγει. Η μητέρα τον πρόλαβε στη σκάλα και τον γύρισε πίσω.
«Να σε κεράσω κάτι. Δεν γίνεται να φύγεις έτσι» του είπε.
«Άλλη φορά. Τώρα βιάζομαι» απάντησε εκείνος ντροπαλά κρατώντας σταθερά το βλέμμα του στο πάτωμα. Ο Γιάννης δεν μας κοίταζε ποτέ στα μάτια. Τον τράβηξα από το χέρι και τον έβαλα να καθίσει δίπλα μου. Δεν έφερε αντίρρηση. Ένιωσα, αν και παιδί ακόμα, πως αυτός ο στιβαρός άντρας ήταν πιο παιδί από μένα.
«Πάω να κόψω καρπούζι. Μη φύγεις. Δεν θα αργήσω» είπε η μητέρα και μας άφησε βιαστική. 
«Μη μπαίνεις στον κόπο. Τώρα ήρθατε. Άλλη φορά» προσπάθησε εκείνος να την σταματήσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα.  Όση ώρα περιμέναμε το καρπούζι,  εγώ τον περιεργαζόμουν με παιδική αναίδεια. Μου έκανε εντύπωση η συστολή του και η επίμονη άρνησή του να δεχτεί το κέρασμα της μητέρα μου.
Η μνήμη μου κατέγραψε το ηλιοκαμένο του πρόσωπο με το κατάλευκο ευγενικό χαμόγελό του, τη ντροπαλοσύνη που του επέβαλλε τη σιωπή, τα μακριά ροζιασμένα του δάχτυλα που έπλεκε μεταξύ τους αμήχανα, αλλά που ήταν τόσο όμορφα!
Αυτά τα χέρια τα κράτησα στη μνήμη μου για πάντα. Πολλά χρόνια μετά θυμήθηκα με συγκίνηση, την συστολή αυτού του περήφανου ανθρώπου  παρακολουθώντας τον  Massimo Trois στην ταινία Il postino του  Μάικλ Ράντφορντ.








                                           


Ο Γιάννης έφαγε ήσυχα το καρπούζι του, χαιρέτισε και έφυγε. Μετά από λίγο ήρθε η μάνα του, μια ηλικιωμένη γυναίκα που μας αγκάλιασε όλους με συγκίνηση. Άνοιξε την ποδιά της που την είχε δεμένη  γύρω στη μέση της και έβγαλε κάμποσα αυγά και πατάτες.
«Για τα παιδιά...» είπε και τα άφησε στο τραπέζι. Η μητέρα με τη σειρά της της πρόσφερε μια μεγάλη φέτα καρπούζι. 
Το περίμενε. Το είδα στο βλέμμα της που έλαμπε από προσμονή. Το απόλαυσε χωρίς περιττές ντροπές αν και αυτό θα πρέπει να είχε βράσει από τη ζέστη. 
Πάνω στην ώρα ήρθε για τα καλωσορίσματα και μια γειτόνισσα μαντιλοδεμένη κι αυτή. Ζωσμένο στην ποδιά και το δικό της πεσκέσι για τα παιδιά: κολοκυθάκια και κορφάδες από το μικρό μποστάνι της. Κάθισε δίπλα στη μάνα του Γιάννη με τη δική της φέτα καρπούζι. 

Να μην τα πολυλογώ, μέχρι να νυχτώσει είχε περάσει το μισό χωριό απ’ το σπίτι. Το νέο του ερχομού μας είχε κάνει το γύρο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το καρπούζι έκανε θραύση! Τους παρατηρούσα καθισμένους στη σειρά να τρώνε αμίλητοι.  Το παιδικό μου μυαλό δεν μπορούσε να καταλάβει εύκολα πώς κάτι τόσο συνηθισμένο για μας, όπως το καρπούζι, για τους ανθρώπους αυτούς ήταν τόσο σπάνιο!

Από την επόμενη κιόλας μέρα άρχισα την εξερεύνηση του σπιτιού. Ένα μπαούλο με καρτ ποστάλ, γράμματα από την Αμερική, από το στρατό και πολλά χρεόγραφα…
Στο δεύτερο όροφο με το σαθρό πάτωμα, σκουριασμένα εργαλεία κρεμασμένα από καρφιά στον τοίχο, ένα αλέτρι, ένα καντάρι, μεγάλες άδειες νταμιτζάνες, ένας αργαλειός με μισοτελειωμένο πολύχρωμο ριγωτό πανί. Όλα καλυμμένα από στρώματα σκόνης. Όλα κλεισμένα μέσα σε ιστούς αράχνης που διύλιζαν το φως που τρύπωνε κλεφτά από τις χαραμάδες.  Ωστόσο, παντού κυκλοφορούσε μια μυρωδιά ελευθερίας που με μεθούσε. 


Άνοιξα με δυσκολία ένα παράθυρο να μπει περισσότερο φως. Ένα χωράφι με ηλιοτρόπια ανοίχτηκε μπρος μου. Μαγεύτηκα από το απέραντο κίτρινο. Μικροί ήλιοι ήταν στραμμένοι προς το φως που έδυε πίσω από τον Ταΰγετο.


Οι καμπάνες της Παναγίας σήμαναν τον εσπερινό.
«Καλή αυριανή!» μου ευχήθηκε φωναχτά μια γερόντισσα που περνούσε με το απρόθυμο γαϊδουράκι της κάτω στο δρόμο. Έτρεξα στη μητέρα μου και ζήτησα να κόψω ένα ηλιοτρόπιο για τη γιορτή μου. Αρνήθηκε.
«Το χωράφι δεν είναι δικό μας» είπε.

Νύχτωσε. Το χωριό βυθίστηκε στο σκοτάδι. Κάθισα στο μπαλκόνι και κοίταζα τα αστέρια.  Πού και που άκουγα ομιλίες που πνίγονταν στη νύχτα. Κάποιοι γύριζαν σπίτι τους φωτίζοντας το δρόμο με φακούς. Αλυχτίσματα σκυλιών έφταναν από μακριά, ένας γκιώνης, το θρόισμα των φύλλων της κληματαριάς, ο μυρωμένος αέρας της ελευθερίας…
Έτσι με πήρε ο ύπνος.

Το άλλο πρωί βρέθηκα στο κρεβάτι μου. Με ξύπνησαν οι τρεχάλες παιδιών στο καλντερίμι. Κάποιες γυναίκες αντάλλασσαν ευχές στη βρύση. Σήμαναν οι καμπάνες της Παναγίας τη στιγμή που ο ήλιος τρύπωσε απ’ όλες τις μπροστινές χαραμάδες φτιάχνοντας, με την αιωρούμενη σκόνη, δρόμους ονειρικούς, στο κενό. Ο ουρανός, όσο φαινόταν απ’ το παράθυρο, ήταν σα θάλασσα. Δίπλα μου, σε μια καρέκλα, ακουμπισμένο το φόρεμα που θα φορούσα στην εκκλησία.  Ένα ολόφρεσκο ηλιοτρόπιο ήταν στερεωμένο στη ζώνη του. Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Σηκώθηκα σφαίρα και έτρεξα στη μητέρα μου.
"Εσύ το έκοψες μαμά;" Χαμογέλασε αντί ν’ απαντήσει.
"Απ' το χωράφι;" Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
"Είπες πως δεν είναι δικό μας." Το ύφος της σοβάρεψε απότομα. 
"Ντύσου και άσε τα πολλά λόγια"
Σε λίγο κατηφορίζαμε με προσοχή το γλιστερό καλντερίμι. Ο Γιάννης με τη μάνα του μας περίμεναν στον κεντρικό δρόμο. Ανταλλάξαμε ευχές και ξεκινήσαμε όλοι μαζί για την εκκλησία, με τα πόδια. Κάναμε πολλές στάσεις στο δρόμο. Άνθρωποι που μας γνώριζαν, σταματούσαν για να μας χαιρετίσουν. Η ζέστη αν και πρωί ακόμα ήταν αφόρητη. Όμως όλα ήταν λουσμένα στο φως. Οι ψυχές μας έλαμπαν… 

Εκείνος ο Δεκαπενταύγουστος έγινε ξεχωριστός για μένα. Η μνήμη μου τον κράτησε σαν λαμπερό βόλο, μέσα στο χρόνο. Κύλισε πολλές φορές μέχρι τα βαθύτερα στρώματα της ψυχής μου και φώτισε τις πιο σκοτεινές της πτυχές.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει άλλωστε;  
Γιόρτασα μ έναν ήλιο στη ζώνη μου!










Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019

Μικρά θαύματα





Δάφνη Αγγελίδου 



Πρωί.
Το κελάδημα ενός πουλιού με ξεσηκώνει.
Θέλω να πάρω τους δρόμους, να περπατήσω στον ήλιο.
Ο δρόμος ν’ αλλάζει όταν αλλάζει το βήμα μου.
Ν’ αφήνω πίσω μου το γκρίζο και εμπρός μου να ανοίγονται  μονοπάτια μέσα σε χωράφια κίτρινα. Να γίνεται μια έκρηξη χρωμάτων σε κάθε στροφή.
 Ο δρόμος να μην τελειώνει στην Ηρώων Πολυτεχνείου αλλά σε μια λίμνη που πάνω της να καθρεφτίζονται τα άσπρα σποραδικά σύννεφα και το μπλε του ουρανού.
Να μην υπάρχει το φανάρι για να περάσω απέναντι αλλά μια γέφυρα από σκοινί ή ένα πέτρινο γεφύρι, χορταριασμένο από την υγρασία του βουνού.
Να δω στη θέση του γειτονικού βενζινάδικου, μια φάρμα με άλογα, να γυροφέρνουν τον ξύλινο φράχτη.
Να περπατώ μ' ένα κόκκινο σύννεφο στο λαιμό που να δίνει πάθος στις σκέψεις μου.
 Η καφετέρια στον πεζόδρομο, με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τις εξατμίσεις που μας σημαδεύουν, να γίνει πεζούλι στην άκρη ενός χειμάρρου με τις σταγόνες του να μας ραντίζουν το πρόσωπο.

Εκεί να περιμένεις - ψιθυρίζοντας ένα ερωτικό τραγούδι - για να μου πεις πως ακόμα μ' αγαπάς κι η βεβαιότητα αυτή να φτιάχνει στο βλέμμα σου όμορφα σχήματα, όπως εκείνα της πάχνης πάνω στα τζάμια.
Καμιά αμφιβολία…
Καμιά μετέωρη σκέψη…
Καμιά μετέωρη λέξη… που να μικραίνει, έστω και λίγο, την προσμονή του «μαζί».





Ane Brun - Big in Japan





Alphaville - Big In Japan 





Σάββατο, 20 Ιουλίου 2019

Ύψιστες εμπειρίες μας οι ήσυχες στιγμές μας...








Ύψιστες εμπειρίες μας, 
οι ήσυχες στιγμές μας...

Nietzsche (1844 -1900)




Γιατί βαθιά μου δόξασα
και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα
τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα
το νου μου στη σιγή,
να που και πάλι αναπηδά
στη δίψα μου η πηγή
πηγή ζωής, χορευτική πηγή,
πηγή χαρά μου...

Άγγελος Σικελιανός  (1884-1951)

Sophie Hunger - Le Vent nous portera



Ο άνεμος θα μας μεταφέρει

Δεν φοβάμαι το ταξίδι
πρέπει να το δούμε, να το γευτούμε.
Τα καλά και τα κακά βαθιά μέσα
Όλα είναι καλά εκεί.
Ο άνεμος θα μας μεταφέρει.


Το μήνυμά σου στη Μεγάλη Άρκτο
και η κατεύθυνση του ταξιδιού
μια στιγμή απαλότητας ακόμα κι αν
δεν οδηγεί σε τίποτα.
Ο άνεμος θα το πάρει.
Όλα θα εξαφανιστούν.
Αλλά ο άνεμος θα τα μεταφέρει.



Η φροντίδα και το μυδράλιο
και η πληγή που μας τραβά,
το παλάτι περασμένων χρόνων
του χθες και του αύριο…
Ο άνεμος θα μας μεταφέρει.

Η γενετική μας δένει.
Χρωματοσώματα στην ατμόσφαιρα
ταξί για τους γαλαξίες και
το μαγικό μου χαλί λέει;
Ο άνεμος θα το πάρει.
Όλα θα εξαφανιστούν αλλά
ο άνεμος θα μας μεταφέρει.


Αυτά μπορούν να σου χτυπήσουν
την πόρτα.
Αιωνιότητα των πεπρωμένων.
Θέτουμε κάτι αλλά μπορούμε
να το τηρήσουμε;

Όσο η παλίρροια του κόσμου συνεχίζεται
και ο καθένας μετράει τις απώλειές του
θα σε πάω στα βάθη της σκιάς μου
Οι σκόνες σου…
Ο άνεμος θα τα μεταφέρει
Όλα θα εξαφανιστούν
αλλά ο άνεμος θα μας μεταφέρει.

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

Μαίρη μου, σ'ευχαριστώ!!!





Με τους ταχυδρόμους είχα πάντα ένα θεματάκι. Ή δεν έρχονταν ποτέ ή έρχονταν νωρίς και δεν με έβρισκαν. Άλλες φορές πάλι μου άφηναν ραβασάκια τύπου "πέρασα αλλά δε σε βρήκα" ενώ εγώ ήμουν στημένη και περίμενα.
Μια ερωτική σχέση είναι αυτή. Ιδιότυπη μεν αλλά ερωτική. Ένα παιχνίδι με την αδημονία να πάρω επιτέλους στα χέρια μου αυτό που περιμένω σε κόντρα με τον ταχυδρόμο που με βλέπει όπως τον φάκελλο που κουβαλάει για μένα.
Και έρχεται η μέρα που συντονιζόμαστε και γίνεται η συνάντηση. Παίρνω ό,τι μου δίνει, κλείνω πίσω μου την πόρτα και πάω κατευθείαν να ανοίξω το δέμα μου.

Η Μαίρη είχε φροντίσει από πριν να με ενημερώσει και έτσι ήμουν κάπως προετοιμασμένη. Όμως όσο προετοιμασμένη κι αν ήμουν, η συγκίνηση που ένιωσα ανοίγοντας το δέμα μου ήταν πρωτόγνωρη γιατί ένας άνθρωπος που δεν με έχει δει ποτέ και δεν με ξέρει μου έστειλε την αγάπη του με τον πιο γλυκό τρόπο. Ένα όμορφο χειροποίητο κουτί - που κόστισε πολλή ώρα δουλειάς στη Μαίρη - με μια γλυκιά καρτούλα αγάπης και ένα πήλινο στεφανάκι να το συνοδεύουν. 

Όλα αυτά μέσα στα πλαίσια της γνωστής σε όλους μας Φωτο-συγγραφική σκυτάλη # 3 που διοργανώνει η Marypertax  με τη ΓΉΙΝΗ ΜΑΤΙΑ  της.

Θέλω να σ' ευχαριστήσω πολύ και από εδώ Μαίρη μου για την πρόσκλησή σου να συμμετάσχω στο αξιόλογο λογοτεχνικό σου δρώμενο, τη χαρά και την πληρότητα που ένιωσα διαβάζοντας τις σπουδαίες συμμετοχές και βέβαια για τα πανέμορφα δώρα σου.

Τέτοιες προσπάθειες Μαίρη πλουτίζουν πρώτα απ' όλα εμάς τους ίδιους!!

Καλό Καλοκαίρι σε όλους και καλή συνέχεια από φθινόπωρο!

















Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

Δε συμβαίνει τίποτα;


(  ένα καλοκαίρι στην Αγ. Μαρίνα  )


"Δε συμβαίνει τίποτα;"  αναρωτήθηκε η Άλλη. "Πραγματικά; Δε συμβαίνει τίποτα;


Ή μήπως συμβαίνουν τα πάντα κάτω απ’ την επιδερμίδα του Κόσμου;" συμπλήρωσε τη σκέψη της κι ανατρίχιασε  στην ιδέα πως, αν μια μέρα, αποφασίσει να μιλήσει ανοιχτά για όσα βλέπει γύρω, το ανώνυμο πλήθος θα ορμήσει κατά πάνω της. Θα τραβήξει έξω τις φλέβες της, το αίμα θα τρέξει στην άσφαλτο, θα την ακρωτηριάσει και θα πετάξει τα κομμάτια της στα σκυλιά. 

"Νομίζω πως τελείωσα με τους ανθρώπους αλλά όχι με την Ανθρωπότητα! 
Μέσα σ’ αυτήν κρύβονται ακόμα μικρές σταγόνες ελπίδας..."

Moby - Love Of Strings 2013 



Σάββατο, 8 Ιουνίου 2019

Σαν κορδέλα γύρω από βόμβα




 «Η Τέχνη της Φρίντα Κάλο ντε Ριβιέρα είναι μια κορδέλα γύρω από μια βόμβα.» Αντρέ Μπρετόν









Την έλεγαν  Φρίντα Κάλο  και είναι η μεγαλύτερη γυναίκα ζωγράφος της χώρας της με παγκόσμια φήμη. Ζωγράφιζε με έντονα χρώματα και εξέφρασε το ελεύθερο πνεύμα της με πρωτότυπο και έντονα αντισυμβατικό τρόπο. 
Κομμουνίστρια και παθιασμένη.

Ολόκληρο το όνομά της ήταν: Magdalena del Carmen Frida Kahlo y Calderόn.
 Έζησε σαράντα επτά χρόνια.
Γεννήθηκε στο Μεξικό στις 6 Ιουλίου 1907.




Ο πατέρας της ήταν φωτογράφος γερμανικής καταγωγής.
Είχε τρεiς αδελφές και ήταν η τρίτη στη σειρά γέννησης.

Υπέφερε όλη τη ζωή της από απανωτά, πολύ σοβαρά, προβλήματα υγείας που είχαν σαν αποτέλεσμα να  την αναγκάσουν να περάσει το μεγαλύτερο διάστημα στο κρεβάτι.

Πολιομυελίτιδα στα έξι της χρόνια σακατεύει το δεξί της πόδι.
Αντί να απογοητευθεί και να εγκαταλείψει, κυριεύεται από τη μανία να γευτεί τη ζωή.
Διαβάζει, γράφει, ονειρεύεται.




« Πάνω στα θαμπά τζάμια ...» γράφει στο ημερολόγιό της « ...ζωγράφιζα μια πόρτα και απ' αυτή την πόρτα το έσκαγα με τη φαντασία μου με μεγάλη χαρά και φούρια. Πήγαινα μέχρι το γαλακτοπωλείο που το έλεγαν Πίνσον. Περνούσα μέσα από το «Ο» του Πίνσον και από εκεί κατέβαινα μέχρι το κέντρο της γης.»

Εκεί, την περίμενε ένα πλάσμα της φαντασίας της, ο άλλος της εαυτός, όπως τον ήθελε, αλώβητο, εύθυμο, χαρούμενο και αισιόδοξο.
 Πιστεύει τόσο βαθιά σ' αυτόν τον άλλο εαυτό που γράφεται, 15 χρονών, στην Προπαρασκευαστική Σχολή και έτσι μπαίνει σε μια ομάδα νεαρών που είναι παθιασμένη όπως και η ίδια με την λογοτεχνία, τη μουσική, τη ζωγραφική και την επανάσταση.

Φρίντα Κάλο και Ντιέγκο Ριβέρα

Ερωτεύεται τον Αλεχάνδρο Αρίας, φοιτητή νομικής και κήρυκα επαναστατικών ιδεών και θα είναι μία από τις τριάντα πέντε γυναίκες σε σύνολο 2000 φοιτητών που σπουδάζουν στην Προπαρασκευαστική Σχολή.
Στα 16 της, μαζεύει όλο το θάρρος της και πλησιάζει τον θρύλο της μεξικάνικης ζωγραφικής και κατά πολύ μεγαλύτερό της Ντιέγκο Ριβέρα, ενώ εκείνος φιλοτεχνεί μια τοιχογραφία σε αίθουσα της Σχολής της.

Ο Ριβέρα εντυπωσιάζεται.
Είπε γι' αυτήν. «Είχε ένα τελείως ασυνήθιστο ύφος αξιοπρέπειας και σιγουριάς , μια παράξενη φλόγα έκαιγε στο βλέμμα της».

         


Μόνο που ο έρωτας αυτός, όπως όλοι οι μεγάλοι έρωτες, έχει μια βαθιά τραγική πλευρά.
Την κατεστραμμένη υγεία της Φρίντα.

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1925 το λεωφορείο που μεταφέρει τη Φρίντα και άλλους επιβάτες, συγκρούεται μ' ένα τραμ και μια ατσάλινη ράμπα διαπερνάει την κοιλιά της και τσακίζει σε τρία σημεία την σπονδυλική της στήλη, θρυμματίζει τον μηριαίο αυχένα της, σπάζει τα πλευρά της, συντρίβει το ήδη βεβαρυμένο από την πολιομυελίτιδα δεξί της πόδι, προκαλεί έντεκα κατάγματα στο αριστερό πόδι και σπάζει σε τρία πλευρά την λεκάνη της.

Είναι μόλις 18 χρονών και αρπάζεται από τη ζωή με λύσσα. « Δεν είμαι νεκρή. Και επιπλέον έχω ένα λόγο για να ζήσω.» Εννοεί τη ζωγραφική.
Ζωγραφίζει τον εαυτό της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι με έναν καθρέφτη στερεωμένο απέναντί της.



Τρία χρόνια μετά από την πρώτη της συνάντηση με το Ριβέρα, θα συναντηθούν ξανά και θα ζήσουν μέχρι το τέλος της ζωής τους μία από τις σημαντικότερες ιστορίες πάθους, έρωτα και αγάπης στον 20ο αιώνα.
Όμως, η υγεία της χειροτερεύει.
Ζει με ατσάλινους κορσέδες και δεκανίκια αλλά της δίνει κουράγιο και αντοχή το πάθος της για τον Ριβέρα και την ζωγραφική.
Ο έρωτας και η Τέχνη!
            Παντρεύεται τον Ριβέρα, που έχει τα διπλά της σχεδόν χρόνια, στις 21 Αυγούστου 1929 και είναι μόλις 22 χρονών. Εκείνη μικρή και τσακισμένη, εκείνος πελώριος και διάσημος. Ακολουθεί μια εντελώς τρελή ζωή, περιπετειώδη και γεμάτη πάθος.
Προσπαθεί να κάνει παιδί αλλά συνεχώς αποβάλει. Αφιερώνεται στη ζωγραφική.  Εμπνέεται από την ταλαιπωρημένη υγεία της, τον ατελείωτο σωματικό της πόνο και φτιάχνει αριστουργήματα.
            Θα υποφέρει πολύ όταν ο Ριβέρα θα μπλέξει ερωτικά με την αδελφή της.
    Εκείνος, απίστευτα εγωκεντρικός, ασυμβίβαστος και ανώριμος θα ακολουθήσει τη ζωή που τον εκφράζει καταλύοντας κάθε σύμβαση, ως γνήσιος επαναστάτης, πληγώνοντάς την βαθιά.


Tango Dance - Frida 2002





Παίρνουν διαζύγιο, αλλά πριν περάσει ένας χρόνος, παντρεύονται πάλι μην καταφέρνοντας να ζήσει ο ένας μακριά απ' τον άλλον.
            Ζουν μαζί τα επόμενα 14 χρόνια μέσα σ' έναν πυρετό δημιουργικότητας, καυγάδων, πάθους, δυστυχίας αλλά και ανείπωτης ευτυχίας, βραβεύσεων, εγχειρίσεων, δακρύων και πόνου μέχρι που η Φρίντα πεθαίνει, 13 Ιουλίου 1954, στο σπίτι της, το "Γαλάζιο σπίτι", όπως το ονόμαζαν.
            Τρία χρόνια μετά την ακολουθεί και ο Ντιέγκο.

«Ούτε ο Ντεραίν ούτε εσύ ούτε εγώ, κανείς μας δεν μπορεί να φτιάξει ένα κεφάλι όπως η Φρίντα.» Πάμπλο Πικάσο.


Η Φρίντα Κάλο ήταν μια ελεύθερη γυναίκα!
Έζησε τη σύντομη ζωή της ρουφώντας κάθε στιγμή δημιουργίας, έρωτα και πάθους.
Γιατί δεν ελευθερώνει μόνον ο θάνατος αλλά και ο ατέρμονος πόνος.
Τι είχε να χάσει άλλωστε, που θα μπορούσε να την αποτρέψει από το να είναι ο εαυτός της, πέρα από τον αβάσταχτο σωματικό και ψυχικό πόνο και την καθημερινή υποψία ενός επικείμενου –πιθανού – θανάτου;










La Llorona (Frida soundtrack)




Η Ilorona είναι ένας θρύλος πολλών χωρών της Λατινικής Αμερικής.
Ήταν μια γυναίκα που σκότωσε τα παιδιά της τρελαμένη από έρωτα για τον σύζυγό της που την άφησε για μια άλλη γυναίκα.
Τα έπνιξε στο ποτάμι αλλά μόλις συνειδητοποίησε τι έκανε, έπεσε κι αυτή μέσα για να τα σώσει αλλά πνίγηκε.
Από τότε λένε πως τριγυρίζει τα βράδια στο ποτάμι φορώντας μια άσπρη κάπα και ζητά τα παιδιά της.

Οι άνθρωποι που ζουν εκεί φοβούνται για τα δικά τους παιδιά γιατί ο θρύλος λέει πως η IIοrona από τη θλίψη της παίρνει όποιο παιδί βρεθεί στο ποτάμι τη νύχτα, για δικό της.





Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

γιατί ο έρωτας...






 ...γιατί ο έρωτας δεν είναι ούτε άνοδος, ούτε κάθοδος αλλά ένα σταθερό σημείο, μια λίμνη με βάθος, υδρόβια φυτά και σιωπή.

γιατί όσο περισσότερο ερωτευόμουν τόσο περισσότερο σιωπούσα και περίμενα να τη δω να βυθίζεται στα θαλερά νερά ανίσχυρη και παραδομένη 

γιατί με καθήλωνε

στροβίλιζε το νου μου γύρω από τον κόσμο της

γιατί όλη μέρα ζούσα με την ανάμνηση της προηγούμενης νύχτας και την προσμονή της επομένης

και ήταν οι νύχτες εκείνες ταξίδια στο άγνωστο

σάλπαρα, με γαλέρα το κορμί της, για να διασχίσω τον ερεβώδη ωκεανό ενός ανοίκειου πόθου

και  πάντα, στο τέλος, ανακάλυπτα ένα νέο τόπο με άγνωστη ενδοχώρα και βραχώδεις ακτές

επειδή ήταν ανεξερεύνητη

δεν κατακτιόταν ποτέ ολοκληρωτικά και 

μ' έκανε να νιώθω αιώνιος κονκισταδόρ...



(απόσπασμα:  "Οι από των κήπων" )


Dr. Project Point Blank ~ A Song For V.