Αναρτήσεις

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019

Τραγούδια ραδιοφώνου






Κάποτε είχα ένα φίλο. Τον έλεγαν Πάρη. Ο Πάρης είχε μια κοπέλα που την έλεγαν Φλώρα. Ήταν μια όμορφη μελαχρινή με πλούσιο στήθος και λεπτή μέση. 
Το στήθος της Φλώρας ήταν σαν το πετράδι του στέμματος. Κοσμούσε όλο το πάνω μέρος του κορμιού της με μια ανεπιτήδευτη αναίδεια. Χάρις σ' αυτή την αναίδεια η Φλώρα δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη. Ο Πάρης ευτυχώς δε ζήλευε. Αντίθετα, καμάρωνε δίπλα της. Δεν του περνούσε καν από το μυαλό να περιορίσει τη Φλώρα πίσω από το δικό του «μαντρότοιχο». Ίσως, η προοπτική μιας φαινομενικής κοινοκτημοσύνης (φάτε μάτια ψάρια ...) να ερέθιζε την φαντασία του.
Η Φλώρα απ' τη μεριά της απολάμβανε με το παραπάνω τα πλεονεκτήματα που της έδινε η εμφάνισή της και έκανε ό,τι μπορούσε για να γίνεται ακόμα περισσότερο –πόσο πια; –αισθητή η παρουσία της.  Η χαλαρή στάση του Πάρη τη διευκόλυνε πολύ σ’ αυτό. Η Φλώρα δεν χρειαζόταν να προσέχει για να έχει. Είχε και ήθελε κι άλλα. Γιατί, σε τελική ανάλυση, η σκανδαλώδης εύνοια της τύχης κάνει τους ανθρώπους άπληστους.

Περπατούσαν πάντα πιασμένοι χέρι- χέρι. Εγώ από πίσω - πιστό σκυλί, αφοσιωμένος ιπποκόμος- τους ακολουθούσα κρατώντας τις δέουσες αποστάσεις ασφαλείας. Το ζευγαράκι έπρεπε να μένει και λίγο μόνο χωρίς όμως να γλυτώνει  εντελώς από την παρουσία μου. Τι παράδοξο πράγμα! Ένα μικρό παιδί να ακολουθεί τους αρραβωνιασμένους! Έτσι απαιτούσε όμως  η μικρή μας κοινωνία.

Σάββατο απόγευμα η πλατεία γέμιζε με κόσμο. Ζευγάρια, οικογένειες, παρέες εφήβων, έκαναν βόλτες  πάνω κάτω,  σε μια απόσταση τριακοσίων περίπου μέτρων μπροστά από το δημαρχείο. Η μπάντα του δήμου έπαιζε τραγούδια ραδιοφώνου, τα ίδια που άκουγα συχνά τα καλοκαιρινά πρωινά από το πρώτο πρόγραμμα, γονατισμένη μπροστά στο παλιό ράδιο με τα πολλά παράσιτα.  Έβραζε ο τόπος αλλά το μωσαϊκό ήταν πάντα δροσερό απ' το πολύ κατάβρεγμα. Τα παραθυρόφυλλα μισόκλειστα προφύλαγαν το εσωτερικό  απ' τον δυνατό ήλιο που έλουζε τους εξωτερικούς τοίχους. Η δροσιά ήταν δεδομένη αν και εφήμερη αφού, πλησιάζοντας το μεσημέρι, δεν μας έσωζε τίποτα από την λαύρα που έκανε την πλάκα της στέγης να καίει σαν καμίνι. 
Μέσα σ' όλη αυτή την καλοκαιρινή πλήξη, τα τραγούδια του ραδιοφώνου έφερναν μια αύρα δροσιάς μαζί με εκείνη του ανεμιστήρα. Ήταν ένα διαβατήριο μετοίκησης στον απαγορευμένο κόσμο των μεγάλων. 
«Θα σε πάρω να φύγουμε, σ' άλλη γη σ' άλλα μέρη, που κανένα δεν ξέρουμε και κανείς δε μας ξέρει ...» 
Γιατί να θέλουν να φύγουν σε τόπο άγνωστο που δεν θα τους ξέρει κανείς; Εγώ πάντως, δεν ήθελα να πάω πουθενά. Ήμουν μια χαρά εκεί που βρισκόμουν, αν εξαιρέσουμε βέβαια την πολλή ζέστη. 
Αυτά τα τραγούδια και κάποια άλλα που δεν είχα ξανακούσει έπαιζε η μπάντα του δήμου μπροστά από το δημαρχείο κάθε Σάββατο απόγευμα.



Σ' εκείνες τις βόλτες έμαθα σιγά - σιγά πολλά. Όπως, τον ήχο που κάνουν οι γόβες στιλέτο πάνω στις πλάκες της πλατείας, τα σήματα μορς των βλεμμάτων που διασταυρώνονταν τυχαία, τα δήθεν στραβοπατήματα της Φλώρας, τα βιαστικά αγκαλιάσματα στη στροφή, το θρόισμα της μουσελίνας γύρω από τους γοφούς της. 
Έμαθα τη φλύαρη σιωπή και τους ανόητους διαλόγους των ερωτευμένων μα κυρίως έμαθα τη θεϊκή γεύση του παγωτού παρφέ! 
Παχιά, γλυκιά, με κομματάκια σοκολάτας και βύσσινου!! Αυτό, ήταν η ανταμοιβή μου για το ξεποδάριασμα της μιας ώρας και κάτι. Μ’ ένα δίφραγκο που έβρισκα στην τσέπη μου την κατάλληλη πάντα στιγμή, άφηνα ευχαρίστως μόνους τους αρραβωνιασμένους και τρεχάλα στο Σεράνο, το μεγάλο ζαχαροπλαστείο της πλατείας.  
Έδινα τα χρήματα  στον υπάλληλο και μετά παρακολουθούσα όλη τη διαδικασία. Πώς γέμιζε κουταλιά-κουταλιά το χωνάκι και μετά το έπνιγε με το σιρόπι του βύσσινου. Το κρατούσα με δέος όπως το παπαδοπαίδι τα εξαπτέρυγα στον επιτάφιο και δεν το άφηνα δευτερόλεπτο απ’ τα μάτια μου μην τυχόν και μου πέσει. Μετά, είχα το ελεύθερο να το απολαύσω με την ησυχία μου, όρθια συνήθως, μπροστά στην μπάντα με τους κοκκινοσκούφηδες μουσικούς. 
Κόκκινο και χρυσό! Κόκκινα κουστούμια με χρυσά κουμπιά και χρυσά μουσικά όργανα που έλαμπαν στο ηλιοβασίλεμα και άστραφταν αργότερα κάτω από τα φώτα της πλατείας. 
Ο αέρας μύριζε γιασεμί, νυχτολούλουδο και βανίλια. Που και που η όσφρησή μου αιχμαλώτιζε μια πινελιά αρώματος όταν με προσπερνούσε κάποια κυρία. Ένας μαγικός κόσμος που φόρτιζε όλες μου τις αισθήσεις. Κάπου εκεί χανόμουν στον δικό μου κόσμο και ξεχνούσα εντελώς τον Πάρη και τη Φλώρα όπως εκείνοι εμένα. Σ' αυτό τουλάχιστον ταιριάζαμε!

Γνώρισα τον Πάρη στα οκτώ μου, εντελώς τυχαία. Είχε μετακομίσει στο διπλανό μας σπίτι. Όταν έπαιζα με τα παιδιά στο δρόμο, τον έβλεπα συχνά, πίσω από το φράχτη, να κάθεται με τις ώρες σ’ ένα τραπέζι γεμάτο καλάμια και λεπτούς σπάγκους. Δεν ήξερα τι έφτιαχνε. Με γοήτευαν όμως οι κινήσεις των χεριών του που ξεδίπλωναν μπρος στα μάτια μου, όπως ο ταχυδακτυλουργός, ένα μικρό θαύμα. Μια μέρα τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν. Μου χαμογέλασε και πήρα θάρρος.
-Τι κάνεις εκεί; τον ρώτησα χωρίς περιστροφές εκφράζοντας δυνατά  για πρώτη φορά την απορία που με απασχολούσε μέρες.
«Κλουβί για πουλιά.» μου απάντησε με προθυμία.
«Τα πουλιά πού τα βρίσκεις; »
Άρχισε να μου διηγείται την περιπέτεια της αιχμαλωσίας των πουλιών. Εκείνος έλεγε..έλεγε αλλά εγώ δεν έδινα προσοχή στα λόγια του μόνο κοίταζα τα χέρια του που έπλεκαν τα καλάμια. Η φωνή του αργή, σταθερή έφτανε τόσο ωραία στ’ αυτιά μου που, η απάνθρωπη πράξη του,  μου φάνταζε σα γοητευτική περιπέτεια.
Η Φλώρα, απ' την άλλη,  μεγάλωνε δυο δρόμους παρακάτω. Με τον Πάρη ήταν συμμαθητές στο ίδιο σχολείο. Σ’ ένα διάλειμμα συναντήθηκαν τα βλέμματά τους, κόλλησαν και δεν ξεκόλλησαν ποτέ από τότε. Μετά ενώθηκαν τα χέρια τους κι έπειτα η καρδιά τους. Το ‘σκαγαν απ’ το μάθημα και πήγαιναν στο διπλανό παρκάκι. Έτσι πλέχτηκε το δικό τους ειδύλλιο, το κλουβί που έκλεισαν μέσα τις ζωές τους με μυστικά και ψέματα.

Εκείνος, τύπος ήσυχος, δεν ήθελε πολλά απ’ τη ζωή του. Η Φλώρα όμως έκανε μεγάλα όνειρα για τη δική της.  Όταν έκλεινε τα μάτια της έβλεπε τον εαυτό της να υποκλίνεται πάνω στη σκηνή και από κάτω να πέφτει βροχή το χειροκρότημα. Η αίθουσα του «Φλοράλ» -σημαδιακό;- έγινε το δεύτερο σπίτι της. Δεν έχανε ταινία και όσες της άρεσαν ιδιαίτερα τις έβλεπε ξανά και ξανά  μέχρι να τις κατεβάσουν. Όταν έφτασε η ώρα της αποφοίτησης ανακοίνωσε επίσημα στους γονείς της την απόφασή της να γίνει ηθοποιός.  Eκείνοι όμως δεν ήθελαν ούτε να το ακούσουν.  Της έδωσαν τελεσίγραφο. " Ή δασκάλα ή γάμος. Διάλεξε!"
 Έκλαψε το κορίτσι, παρακάλεσε, κλείστηκε στο σπίτι, αρνήθηκε το φαγητό, τις εξόδους και όταν πια βαρέθηκε απ’ όλα αυτά, ερωτεύτηκε τον Πάρη. 
Το ανακοίνωσε χωρίς περιστροφές, ένα απόγευμα, μπροστά μου, μέσα στην αυλή του.
 «Σ' αγαπάω..» του είπε παράφορα και όρμησε να τον φιλήσει. Το πρώτο φιλί της Φλώρας, άφησε άναυδο τον Πάρη. Το κλουβί που κρατούσε, έπεσε απ' τα χέρια του. Η καρδερίνα πέταξε μακριά. Ούρλιαξα εγώ από χαρά και έτσι, μ' αυτόν τον ιδιότυπο τρόπο γίναμε μάρτυρες –το κλουβί, η καρδερίνα κι εγώ - του μυστικού τους γάμου που, μέσα στην παιδική μου ψυχή, σφραγίστηκε με την πεποίθηση πως ήταν η «σκλαβιά» του Πάρη που ελευθέρωσε το πουλί.

            

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που κράτησε στα χέρια του κλουβί. Ούτε εμείς βρεθήκαμε ξανά, αφού αυτός ήταν ο μόνος λόγος που συναντιόμασταν στην αυλή του. Ακούγαμε όμως  τα ίδια τραγούδια στο ραδιόφωνο, στη διαπασών εκείνος, χαμηλόφωνα εγώ. Μ’ αυτό τον τρόπο πίστεψα πως η φιλία μας συνεχιζόταν.

Λίγους μήνες μετά έγινε επίσημος ο αρραβώνας τους. Η οικογένειά μου κι εγώ ήμασταν καλεσμένοι.  Εκεί, όλα άλλαξαν μεταξύ μας. Οι μεγάλοι με έχρισαν συνοδό τους, όπως όριζαν οι κανόνες.  Κάθε Σάββατο απόγευμα κάναμε οι τρεις μας την καθιερωμένη  βόλτα στην πλατεία. Η Φλώρα περπατούσε ανάμεσά μας λικνίζοντας με χάρη τους γοφούς της. Από τη μια κρατούσε αγκαζέ τον Πάρη κι από την άλλη εμένα απ’ το χέρι. 
Μιλούσαν ψιθυριστά, γελούσαν και καμάρωναν.  Κάθε λίγο σταματούσαμε  άλλοτε για να στρώσει μια τούφα απ’ τα μαλλιά της ή να διορθώσει τις πιέτες της φούστα της  ή  να βγάλει τα γάντια της χωρίς αιτία.  Ανεχόμασταν όμως τα καπρίτσια της, ο καθένας μας για διαφορετικό λόγο και θα μπορούσα να πω πως ήμουν σχεδόν ευτυχισμένη αν δεν υπήρχε εκείνος ο τούλινος φράχτης, το τεράστιο φουρό της,  που  με κρατούσε μόνιμα σε μια προσβλητική απόσταση.

Μετά από αρκετά πήγαινε-έλα μου έκαναν τη χάρη να καθίσουμε σ’ ένα απ’ τα μπροστινά τραπέζια της Εμπορικής Λέσχης. 
Η Φλώρα ήθελε θέση με θέα στην πλατεία. Ο Πάρης  βολευόταν δίπλα της φροντίζοντας πρώτα την τσάκιση του καλοσιδερωμένου παντελονιού του μετά έκανε νόημα στο γκαρσόνι που έφθανε με καθυστέρηση λόγω της πολυκοσμίας. Η παραγγελία ερχόταν, οι πάστες και τα αναψυκτικά απλώνονταν στο τραπέζι. Τρώγαμε, χαιρόμασταν και χαζεύαμε τους άλλους που συνέχιζαν να βολτάρουν.

Έτσι, μ' αυτόν τον θεατρικό τρόπο, το γκαρσόνι και οι πάστες, το φουρό της Φλώρας και η κόκκινη μπάντα, ο Πάρης και η ελευθερωμένη καρδερίνα πλέχτηκαν γλυκά σαν κορδέλες ταραντέλας  κάτω από τον ήχο των τραγουδιών του ραδιοφώνου και με παρέσυραν σ' ένα χαρούμενο χορό αναμνήσεων που κρατάει χρόνια. 
Όσο για τους δυο νέους, έμαθα πως - λίγα χρόνια μετά - έφυγαν με τραίνο μετανάστες για τη Γερμανία.

Δυο πανέμορφοι γλάροι του Αιγαίου στο γκρίζο κλουβί του Βορρά...


Θα σε πάρω να φύγουμε - Πάνος Παπαθανασίου




Πρώτη ανάρτηση 16/8/2015 στο Pathfinter.

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

Καλώδια στο μπαλκόνι




Όλα ξεκίνησαν απ’ τα καλώδια που έβρισκα στο μπαλκόνι.
Στην αρχή μου έκανε εντύπωση που έβρισκα καλώδια στο μπαλκόνι. Χρωματιστά καλώδια  στόλιζαν τις γλάστρες μου. Κάτω, στρώμα τα καλώδια. Τα μάζευα και την άλλη μέρα  γινόταν πάλι το ίδιο. Ζήτησα εξηγήσεις! 
- Γιατί αφήνεις καλώδια στο μπαλκόνι;  
-Γιατί να αφήσω καλώδια στο μπαλκόνι; 
- Δεν τα αφήνεις εσύ;
-Όχι. Έχει καλώδια στο μπαλκόνι;
- Ναι έχει καλώδια στο μπαλκόνι!
- Πώς βρέθηκαν τα καλώδια στο μπαλκόνι;
-Αυτό ρωτάω κι εγώ; Πώς βρέθηκαν τα καλώδια στο μπαλκόνι;
-Δεν έχω ιδέα.
-Είσαι σίγουρος;
-Έχεις όρεξη;
- Δεν γίνεται να έρχονται μόνα τους στο μπαλκόνι! 
-Πού να ξέρω εγώ πώς έρχονται στο μπαλκόνι; 
-Εσένα, δε σου φαίνεται  περίεργο το πώς βρέθηκαν στο μπαλκόνι;. 
-Μπορεί ο αέρας να τα φέρνει στο μπαλκόνι.
- Και γιατί δεν τα έφερνε τόσο καιρό;
-.............. 

 Δυο μέρες μετά, άκουσα άγρια κρωξίματα, ένα φτεροκαυγά,  έναν κακό χαμό! Μια περιστέρα "στα κάγκελα" κυριολεκτικά, χτυπούσε με μανία τα φτερά της κράζοντας στο αρσενικό, που είχε ένα καλώδιο στο στόμα και προσπαθούσε να την πλησιάσει.
 Ο πόλεμος των Ρόουζ!
Στήθηκα πίσω απ' την κουρτίνα και τα παρακολουθούσα διακριτικά.  Ο καυγάς τους κράτησε μέρες. Εκείνος προσπαθούσε να πλησιάσει με το καλώδιο στο στόμα και εκείνη τον έδιωχνε με θυμό. 
-Μάνα δε θα γίνω εγώ ποτέ; 
-Κάνω ό,τι μου λες.
-ΕΓΩ σου είπα να φέρεις καλώδια για τη φωλιά;
-Αυτά βρήκα.
-Τόσα δέντρα! Ένα κλαδί δε μπορείς να φέρεις;
-Αυτά είναι πιο όμορφα. Κοίτα τί ωραία χρώματα που έχουν!
-Τα χρώματα σε μάραναν! 
-Τί θέλεις από μένα πια;
-Θέλω ΦΩΛΙΑ!!!!

Ακολούθησε μικρή περίοδος ανακωχής - δεν έβρισκα πια τίποτα στο μπαλκόνι - αλλά δεν κράτησε πολύ. Λίγες μέρες μετά - πότιζα τα λουλούδια - βρήκα στη γλάστρα κάτω από τη φωλιά τους,  ένα αυγό. 
Το άφησα εκεί που το βρήκα μήπως έρθει τελικά η μάνα του και το κλωσήσει.  Δυστυχώς δεν είχε αυτή την τύχη. Δεν ήταν γραφτό να γίνει πουλί.

Ξέσπασε νέος καυγάς. Αγανακτισμένη η περιστέρα του όρμησε πάλι. Πάλι δεν τον άφηνε να πλησιάσει.  Εκείνος φτεροκοπούσε μάταια γύρω από το σώμα του καλοριφέρ που είχαν στήσει όπως-όπως τη φωλιά τους.  Δεν το έβαζε κάτω.  Απομακρυνόταν λίγο, πήγαινε μέχρι το καλώδιο της ΔΕΗ, την κοίταζε και έκανε πάλι απόπειρα να πλησιάσει. Αυτό επαναλαμβανόταν αρκετές μέρες χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος, το πήρε φαίνεται απόφαση. Έκανε δυο-τρεις αποχαιρετιστήριους γύρους κοντά στο κλιματιστικό και πέταξε μακριά.
Το ζευγαράκι χώρισε. Το αυγό έμεινε αμανάτι στη γλάστρα. Ο αέρας διέλυσε εύκολα την ετοιμόρροπη φωλιά τους.  Έφυγε και η περιστέρα.

Στενοχωρήθηκα με το άδοξο τέλος του έρωτά τους, μάζεψα τα τελευταία καλώδια απ’ το μπαλκόνι - παλιά μου τέχνη κόσκινο- και η ιστορία θα είχε πλέον ξεχαστεί αν δεν έβρισκα προχθές... χρωματιστά καλώδια στο μπαλκόνι!

Ένας καινούργιος κύκλος ζευγαρώματος ξεκινάει για δεύτερη χρονιά και τα..."τεκμήρια" δείχνουν πως πρόκειται  για το ίδιο ζευγαράκι. 
Κρέμασα στα κάγκελα κλαράκια και κλωστές ελπίζοντας πως φέτος θα πιάσουν τόπο. :) :)

.
(Η φωτογραφία είναι από τη σελίδα του Γεωπονικού Πάρκου )

Το τραγούδι που ακολουθεί είναι ευγενική προσφορά του φίλου Διονύση Μάνεση. Μου το άφησε στο σχόλιό του και μου άρεσε πολύ, επιπλέον το βρήκα εξαιρετικά επίκαιρο με το σημερινό θεματάκι οπότε του αξίζει μια ωραία θέση στο σαλόνι. :)


Ακόμα ένα όμορφο και σχετικό με το θέμα τραγούδι από τη φίλη Στεφανία που είχε την ευγένεια να το ανασύρει από τη συλλογή της και να μας το χαρίσει.



  

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Αισθήσεις και παραισθήσεις.


                 Duetting  -   Alain Baumgarten



Είναι ανόητο. Το ξέρω. Δεν υπάρχει κανείς προφανής λόγος να θέλω να μιλήσω για τη σοκολάτα. Ακουμπισμένη από το βράδυ πάνω στο κομοδίνο, τυλιγμένη με φροντίδα μέσα στο χρυσοκόκκινο χαρτί της, γίνεται μια ανυπέρβλητη πρόκληση.  
Η σοκολάτα! Αυτό το μικρό, ολοκληρωμένο σύμπαν που έχει τη γεύση της προσμονής ενός αγαπημένου, τις λάμψεις του μεταξιού πάνω στο γυναικείο κορμί, την πληρότητα ενός ολοκληρωμένου έρωτα και την επίγευση του ανικανοποίητου.
Στρογγυλή σε σχήμα. Έτσι…να μην έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Να στροβιλίζεσαι μέσα στον ηδονικό κύκλο της χάνοντας κάθε αίσθηση μέτρου.
Αμαρτωλή και αναπόφευκτη όπως όλες οι «κακές» πράξεις  που μας ελευθερώνουν απ’ τη μια αλλά μας καταδικάζουν απ’ την άλλη.

Τα ξημερώματα της 12ης Φεβρουαρίου χιόνισε. Η μικρή αντιλόπη πήδηξε πάνω από την περίφραξη του πάρκου και έτρεξε μέσα στην παγωμένη πεδιάδα. Το ένιωσε όταν η παγωνιά της ξύλιασε τα πόδια που έβγαιναν από το στρώμα απερίσκεπτα. Όσο απομακρυνόταν η αντιλόπη τόσο η παγωνιά προχωρούσε στο σώμα της.  Πάγωσαν τα πόδια, η κοιλιά αλλά στο στήθος σταμάτησε. Δεν άγγιζε ποτέ την καρδιά. 
Η ευωδιά  της ζεστής σοκολάτας της έδωσε το θάρρος να σκεφτεί θετικά. Τίποτα δεν τελείωσε. Τίποτα δε χάθηκε…

Ξυπνούσε κάθε πρωί με το άρωμα της. Ο διπλανός ετοίμαζε το πρωινό του με φροντίδα. Έτσι αντιστρατευόταν την άχαρη ρουτίνα του καθημερινού ξυπνήματος, ικανοποιώντας τις αισθήσεις του. Φαγητό και σεξ: το προαιώνιο δίπολο της ζωής. Γειωμένος και εκφραστικός.

Συνήθως έμπαιναν μαζί στο ασανσέρ. "Buongiorno seniorita" και αμέσως μετά μια βαθιά υπόκλιση όλο ιπποτισμό. Έβγαινε πρώτος ενώ εκείνη προφασιζόταν οτιδήποτε για να καθυστερήσει,  για να κλείσει τα μάτια της  και να αναπνεύσει βαθιά τη μαγική μυρωδιά που της έφερνε πίσω την αντιλόπη.
Η εισβολή του έγινε παραμονές Πρωτοχρονιάς και γέμισε το κτίριο με ζωή. Ανοίγοντας τις αποσκευές του ξεχύθηκε από μέσα τους ένας ολόκληρος κόσμος από μικροσκοπικά πολύχρωμα όντα με παράξενες ονομασίες που απλώθηκαν και στους δυο ορόφους.  Aπό τη χαραμάδα της εξώπορτας τρύπωσαν και στο δικό της διαμέρισμα. Τη βρήκαν να χουζουρεύει ξαπλωμένη στον καναπέ.
  Δίπλα της –τι σύμπτωση! - η Θεία Κωμωδία. Ένα παγόνι κεντημένο πάνω σε μια μακρόστενη λουρίδα εταμίν, κρατούσε ακόμα ανοιγμένη την πρώτη σελίδα του Παραδείσου. Ονειρευόταν πως ήδη η ψυχή της  κατοικούσε στην τρίτη σφαίρα, εκείνη της Αφροδίτης.
Ξύπνησε από τον ντροπαλό ήχο του κουδουνιού μέσα στη νύχτα. Ακολούθησε το μαλακό τρίξιμο της εξώπορτάς του, έπειτα η φωνή του. Με αυτή τη σειρά. Τα τρία στάδια της συνείδησης. Ήσυχη φωνή με κάποιο ρυθμό ωστόσο, σα να απήγγειλε ένα ιταλικό ποίημα. Το θρόισμα κάποιου ακριβού υφάσματος πέρασε το κατώφλι. Η εξώπορτα έκλεισε. Ησυχία...πνιχτοί διάλογοι...μουσική. 
Άνοιξε τα μάτια της για τα καλά. Ανακάθισε, μάζεψε τα παγωμένα πόδια στο στήθος και περίμενε με όλες τις αισθήσεις σε ετοιμότητα. Ο ρυθμικός χτύπος πάνω στον τοίχο την ξάφνιασε στην αρχή. Μετά, η μουσική δυνάμωσε. Ο χτύπος άλλαξε ρυθμό. Έγινε καλπασμός, ρυθμικό χτύπημα τυμπάνων προϊστορικής εποχής.  Κι όμως, όλα συνέβαιναν διακριτικά κι εκείνη τ' άκουγε με όλους τους τρόπους: με τα μάτια, το στομάχι, το στήθος, το μυαλό, την καρδιά...
Οι ήχοι κυλούσαν πάνω της σαν ανοιξιάτικος χείμαρρος. Κάλυπταν κάθε πτυχή του δέρματος της, κάθε υποδοχή της ψυχής της. Δεν είχαν σχήμα, χρώμα, μέγεθος. Ήταν ένα άμορφο πλάσμα με μαύρο δέρμα και πυρπολημένα σωθικά. Ήταν φωτιά, μια κόκκινη λάβα που κατάκαιγε τα πάντα στο πέρασμά της, ώσπου όλα, ησύχασαν ξανά.
  
Τότε ήταν που είδε για πρώτη φορά τη μικρή αντιλόπη να κάθεται πάνω στα μακριά πόδια της και να την κοιτάζει με προσμονή. 
Περίμενε κάτι..
Απόγευμα 10 Φεβρουαρίου .  Πάλι βρέχει. Γυρίζει στο διαμέρισμά της κατάκοπη. Στο κτίριο επικρατεί ησυχία. Ο διπλανός δεν έχει επιστρέψει. Αδειάζει την τσάντα της πάνω στο κρεβάτι. Η μικρή αντιλόπη  την παρακολουθεί κουλουριασμένη στα πόδια του κρεβατιού. Δεν κουνιέται από τη θέση της όση ώρα τακτοποιεί τα ψώνια ούτε μετά, που γδύνεται και μπαίνει στο ντους ούτε έπειτα, που έρχεται γυμνή μέχρι το κρεβάτι, που φοράει τις πιτζάμες της και στεγνώνει τα μαλλιά της. Δεν κουνιέται καθόλου από τη θέση της ακόμα και όταν  ετοιμάζει στην κουζίνα το λιτό δείπνο της. Φυσάει δυνατά και η βροχή πέφτει με ριπές πάνω στα τζάμια.
Το τρίξιμο της πόρτας του σπάει τη μονοτονία. Πατήματα πάνω στο ξύλινο πάτωμα, γέλια πνιχτά, συγκεχυμένες χαμηλόφωνες συνομιλίες ανακατεμένες με μουσική. Κρατάει την ανάσα της.
Περιμένει κάτι...
Όλοι οι ήχοι επαναλαμβάνονται στο γνωστό ρυθμό. Μετράει πάλι το ρυθμό από μέσα της, φαντάζεται πάλι τα πλεγμένα σώματα, σχεδόν ακούει τις ανάσες τους. 
Η αντιλόπη εγκαταλείπει τη θέση της και έρχεται κοντά της. Η θαλπωρή του ζώου απλώνεται και στο δικό της σώμα. Δε σταματάει στην καρδιά. Την κατακλύζει ολόκληρη.  Μικροσκοπικά πολύχρωμα όντα με παράξενες ονομασίες πετούν από πάνω της. Πετάει κι εκείνη μαζί τους. Αντικρίζει τον κόσμο από ψηλά αλλάζει διαδοχικά μορφή και σύσταση. Γίνεται έντομο πουλί χαρταετός αερόστατο μικρός κομήτης αόρατο φωτόνιο που ταξιδεύει μέχρι το κέντρο της γης… 
Ώσπου όλα γίνονται ξανά ίδια. Τα μικροσκοπικά πολύχρωμα όντα με τις παράξενες ονομασίες, σβήνουν μ' ένα παφ το ένα μετά το άλλο ούτε η μικρή αντιλόπη είναι πια εκεί. Τη βλέπει  να πηδά πάνω από την περίφραξη του πάρκου και να τρέχει στην παγωμένη πεδιάδα.  Σκοτεινιάζει μα δεν αντιδρά.

Νωρίς το άλλο πρωί, βγαίνοντας έξω, η ορμή του παγωμένου αέρα την αναγκάζει να κάνει ένα βήμα πίσω. Εκεί κοντά, ο υπάλληλος του δήμου μαζεύει βλαστημώντας, απ' την είσοδο του κτιρίου τα σκορπισμένα σκουπίδια .  Ένα πολυκαιρισμένο ενοικιαστήριο που στάζει βροχή, κυματίζει ειρωνικά πάνω απ' τα κεφάλια τους. 
"Ενοικιάζεται κενό διαμέρισμα δευτέρου ορόφου. Πληροφορίες: τηλ...".

Το κείμενο είναι η συμμετοχή μου στην "Ερωτική Υμνωδία" της Λυσίππης μας.   https://on-the-up-and-up.blogspot.com/2019/02/blog-post_6.html


Billie Marten - Winter Song (with Lyric)










Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ :) :)





Η Άλλη το αποφάσισε να του γράψει γράμμα όπως τον παλιό καλό καιρό που οι άνθρωποι επικοινωνούσαν με επιστολές-ραβασάκια που άφηναν κάτω από τα μαξιλάρια, κολλημένα με μαγνητάκι στην πόρτα του ψυγείου, γραμμένα με κραγιόν στο καθρέπτη του νιπτήρα…
Διάλεξε ένα χαρτί ακουαρέλας, πήρε και μια πένα 0,5 χιλιοστών και άρχισε με καλλιγραφικά γράμματα να σημειώνει τις σκέψεις της. Όταν τελείωσε, μου το έδωσε να το διαβάσω. «Το εγκρίνεις;» με ρώτησε. «Αυτό μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις» της απάντησα και κόλλησα το γράμμα, όπως μου είπε, στον καθρέπτη του νιπτήρα για να είναι σίγουρη πως εκείνος θα το δει το πρωί, όταν ξυπνήσει.

«Θυμάσαι όταν πρωτογνωριστήκαμε σ’ εκείνη την εταιρεία που όλο χάλαγε το μηχάνημα του καφέ; Όταν το διόρθωνες μου έφερνες πάντα έναν. Τον άφηνες στο γραφείο μου και έφευγες αμίλητος.

Θυμάσαι το πρώτο μας ραντεβού; Βόλτα στην Κηφισιά. Στο γυρισμό, μέσα στο τρένο, έβγαλα το στυλό μου και ζωγράφισα στην παλάμη σου ένα χάρτη θησαυρού; Με ρώτησες «τι είναι αυτό;» και σου απάντησα  «Η ζωή μου»

Θυμάσαι, όταν γύριζες τα μεσημέρια στο σπίτι και δε μ’ έβρισκες; Ερχόσουν στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς για να με ψάξεις. Φορτωνόσουν όλες τις σακούλες με τα ψώνια και τσακωνόμασταν γιατί δεν με άφηνες να κρατήσω ούτε μια.

Θυμάσαι εκείνες τις αποκριές στο Πόρτο Ράφτη που χάσαμε το τελευταίο λεωφορείο; Μεσάνυχτα ξεκινήσαμε με τα πόδια, να πάμε στο Πικέρμι. Ίσως προλαβαίναμε το τελευταίο αστικό λεωφορείο για Αθήνα. Δεν είχε φεγγάρι, δεν είχε φως ο δρόμος, είχαμε όμως παρέα έναν γαϊδαράκο που μας ακολουθούσε γκαρίζοντας.  :) :)(Ποτέ δεν έμαθα γιατί τα γαϊδουράκια περπατάνε τη νύχτα μόνα τους στους δρόμους.)

Θυμάσαι τη μοτοσυκλέτα μας και τα ταξίδια που κάναμε; Θυμάσαι το κόκκινο μαντήλι;
Τα σαββατοκύριακα στη Ραμνούντα; Τα κυκλάμινα που βγάζαμε για να φυτέψουμε στη γλάστρα μας στο μπαλκόνι;

Θυμάσαι την πρώτη γάτα μας; Μιμή την έλεγαν. Της έδωσα το όνομα μιας ηρωίδας  ("Φλόγα της αγάπης" του Βασίλη Βασιλικού.)

Θυμάσαι που αγόρασες το πρώτο μας πλυντήριο για μην πλένω τα ρούχα με τα χέρια;
Θυμάσαι όταν γεννήθηκε το παιδί; Έμεινες σε όλη την άδειά σου κλεισμένος μαζί μου στο σπίτι.  

Θυμάσαι όταν πήρα το πτυχίο μου; Το ρολογάκι που άφησες δώρο στον καθρέπτη του μπάνιου για να το βρω το πρωί που θα ξυπνούσα;

Θυμάσαι όταν βάψαμε μόνοι μας το σπίτι; Που άφηνα το καρότσι με το μωρό μπροστά σε εκείνο το μεγάλο καθρέπτη του προηγούμενου ενοικιαστή;  Να δει τον εαυτό της για παρέα και να μην τρομάξει όταν ξυπνήσει; Πόσο με είχες κοροϊδέψει τότε :)  

Θυμάσαι το λαγουδάκι που έφερα ένα μεσημέρι; Που θύμωσες αλλά μετά δεν το άφηνες απ’ τα χέρια σου; Το παιδί προσπαθούσε να σου το πάρει και παλεύατε. Θυμάσαι που έφαγε το φύλλο από το φίκο και ψόφησε; Παρηγορούσες εσύ το παιδί και το παιδί παρηγορούσε εμένα; «Μην κλαις μαμά μου, θα πάρουμε άλλο.»

Θυμάσαι τα κρυμμένα πραγματάκια στη ντουλάπα; τις γόμες ζωάκια, τα μολύβια με τις φούντες και τη χρυσόσκονη, τα παραμύθια με τις κινούμενες εικόνες, τις σοκολάτες; Τα έκρυβα εκεί για να τα βρεις όταν γυρίσεις. Η μικρή περίμενε κάτι να της δώσεις.

Θυμάσαι όταν χαθήκαμε; Εσύ στη μία άκρη του τραπεζιού, εγώ στην άλλη;
Θυμάσαι τις φορές που κάπνιζες αμίλητος κάτω από τον απορροφητήρα κι εγώ περίμενα πότε θα μου μιλήσεις;
Θυμάσαι τα καλοκαιρινά ηλιοβασιλέματα που είδαμε μαζί από το μπαλκόνι; Το ξενύχτι που ρίξαμε για τις Περσίδες; Τα πεύκα που δεν ήθελες να κόψεις όσο κι αν σε πίεζαν οι γείτονες;

Αν δεν τα θυμάσαι, δεν πειράζει. Θα τα θυμάμαι, όσο ζω, εγώ για σένα.

Χρόνια Πολλά σ’ αυτόν τον κόσμο «το μικρό, το μέγα»: Το δικό μας.»

Ed Sheeran - Perfect ( Fan Edited Animated Video)




Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2019

Εξομολογήσεις

Η Ψυχή - Νικόλαος Γύζης 1893  έγχρωμο σκίτσο. 
Το πιο διάσημο έργο του.  



Δεν θυμάμαι να ένιωσα ποτέ το αίσθημα της κτητικότητας για κανένα ανθρώπινο πλάσμα. Πίστευα βαθιά μέσα μου πως τους ανθρώπους δεν μπορείς, δεν γίνεται να τους κατέχεις. Είναι ελεύθερες, αυτόνομες υπάρξεις και επιλέγουν πού και με ποιόν θέλουν να βρίσκονται κάθε φορά.

Όταν γεννήθηκε η κόρη μου και την κράτησα για πρώτη φορά στην αγκαλιά μου, την κοίταξα να δω αν είναι όντως αρτιμελής και της συστήθηκα: «Γεια σου φιλενάδα..» Αυτό μου βγήκε. «Φιλενάδα..»

Ένιωσα αμέσως μέσα μου να με κατακλύζει μια απέραντη τρυφερότητα και μια βαθιά ευθύνη. Ένιωθα πως αυτό το πλασματάκι μου το δάνεισε η ζωή για να του στρώσω το δρόμο, να το βοηθήσω να πατήσει στα πόδια του και να του εξασφαλίσω τα απαραίτητα εφόδια για να περπατήσει μόνο του κάποια στιγμή.

Ήξερα απ’ την πρώτη στιγμή, βαθιά μέσα μου, πως δεν μου ανήκει. Δεν είπα ποτέ «Το παιδί ΜΟΥ..» Αναφερόμουν σ’ αυτήν πάντα με το όνομά της και με τα τρυφερά λογάκια που λέει μια μαμά στο μικρό της.

Όταν έγινε δύο χρονών άρχισε το «ΟΧΙ» και τις απόπειρες να γνωρίσει το περιβάλλον της.  Ήμουν προετοιμασμένη γι’ αυτό. Τα σεβάστηκα και τα δυο αν και μου έβγαζαν πολλές δουλειές, μου ανέτρεπαν τα προγράμματα και μου δυσκόλευαν την καθημερινότητα. Όμως έπρεπε να αναπτύξει σιγά-σιγά την ατομικότητά της, να μεγαλώσει, να ικανοποιήσει την περιέργειά της, να μάθει από τα λάθη της, να καλλιεργήσει τη φαντασία της.

Ελευθερία σε όλα εκτός από όσα έθεταν σε κίνδυνο την υγεία και τη ζωή της. Τα δικά μου «όχι» ήταν μετρημένα στα δάχτυλα αλλά αδιαπραγμάτευτα. Ευτυχώς ο χώρος με βοηθούσε πολύ σ’ αυτό.

Ζούσαμε τότε σε μια παλιά μονοκατοικία με τα απολύτως απαραίτητα. Δηλαδή το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο. Νέο ζευγάρι, μετρημένα χρήματα, κάναμε μια αρχή που βασιζόταν μόνο στις δικές μας δυνάμεις. Δεν είχαμε τίποτα που να φοβάμαι μήπως καταστρέψει το παιδί, μήπως σπάσει το παιδί και το παιδί μπουσούλαγε και μετά έτρεχε πάνω - κάτω ελεύθερο χωρίς περιττούς περιορισμούς και απαγορεύσεις.

Άνοιγα τα παράθυρα, έμπαινε ο ήλιος και το αεράκι, η μικρή κυλιόταν πάνω στη μοκέτα και έξω Άνοιξη. Έτσι θυμάμαι σήμερα εκείνη την εποχή. Μια ατέλειωτη Άνοιξη!

Μια μέρα, εκτός από τις κατσαρόλες κ.λ.π., «ανακάλυψε» και τη βιβλιοθήκη. Μια βιβλιοθήκη με βαθιά ράφια που είχαμε φτιάξει μόνοι μας  με αγορασμένα υλικά και την οποία έχουμε ακόμα. Τα ράφια της ξεκινούσαν από το πάτωμα και κατέληγαν λίγο πριν το ταβάνι. Ήταν πολύ εύκολο για το παιδί να έχει πρόσβαση στα βιβλία. Καθόταν στο πάτωμα μπροστά στα κάτω ράφια, με την πιπίλα στο στόμα και όσο έφτανε το χεράκι της έσπρωχνε τα βιβλία κάτω μέχρι να σχηματιστεί ένας μεγάλος σωρός. Άδειαζαν τα κάτω ράφια. Τα πιο πάνω ουφ..δεν τα έφτανε ακόμα.
Αυτή ήταν η πρώτη επαφή της με τα βιβλία. Το παιχνίδι.

Ο μπαμπάς της με μάλωνε. Την κακομαθαίνεις μου έλεγε, δείξε της πως αυτό δεν πρέπει να το κάνει. Αρνιόμουν να υπακούσω στη λογική του και προσπαθούσα να του εξηγήσω τη δική μου πως έτσι ξεκινάει ο άνθρωπος τη γνωριμία του με ένα αντικείμενο: με την αφή, σαν παιχνίδι. Αργότερα θα τα άνοιγε για να δει πώς είναι μέσα μετά θα τα άνοιγε για να χαζέψει τις εικόνες, μπορεί να τράβαγε και καμιά μολυβιά και έτσι σιγά-σιγά θα εξοικειωνόταν με τα βιβλία ίσως να της γίνονταν και συνήθεια, να αντικαθιστούσαν την πιπίλα της μόνο που αυτά δεν θα χρειαζόταν ποτέ να τα κόψει ως βλαβερή συνήθεια. Δε γίνεται ξαφνικά στην εφηβεία να δώσεις στο παιδί ένα βιβλίο και να το προτρέψεις να το διαβάσει.  Οι μεγάλες αγάπες ωριμάζουν με το χρόνο. 

Κι έτσι έγινε. Μετά το σωρό στο πάτωμα, άρχισε το γράψιμο με το μολύβι. Όπου έβρισκε κενή σελίδα τραβούσε μια δική της γραμμή, ίσως γιατί προσπαθούσε να με μιμηθεί, και αργότερα άρχισε να γράφει τις πρώτες συλλαβές «μα…μα"  και  μια καρδούλα. Δεν έσβησα αυτά τα αποτυπώματα της ψυχούλας της. Ακόμα συμβαίνει να πέφτω πάνω σε βιβλίο με τη γραμμή και την καρδούλα στο πλάι.

Και δεν θα υπήρχε λόγος να αναφερθώ σε όλα αυτά αν δεν έβρισκα σήμερα μια φωτογραφία που, κάποια χρόνια πριν, έγινε αιτία να κάνω, σε κατάσταση έντονης ψυχικής φόρτισης, μια ανάρτηση στο αγαπημένο Path με τίτλο:

« Ένα κορίτσι ψάχνει το μέλλον του μέσα στο «τίποτα»

Ποιος γονιός, ποιος δάσκαλος, ποιος τέλος πάντων εμφύσησε σ’ αυτό το παιδί τόση αγάπη για το διάβασμα, για τη μόρφωση…εν τέλει, για τα βιβλία; Ποιος του έμαθε πως η φαντασία δεν είναι περιττή αλλά γίνεται το όχημα των πιο πλούσιων σε εμπειρίες ταξιδιών και ένα προστατευτικό κάλυμμα που κρατάει μακριά το χειρότερο θάνατο -εκείνον της ψυχής;



ΓΑΖΑ  27 ΙΟΥΛΙΟΥ 2014

Ένα γερό χαστούκι στον πολιτισμό μας, στην ανοχή μας, στην αναισθησία μας είναι αυτές οι εικόνες που δείχνουν το μικρό κορίτσι να ψάχνει στα συντρίμμια του βομβαρδισμένου σπιτιού του, τα βιβλία του.
Δεν κοιτάζει "πίσω". Κοιτάζει μπροστά, κατάματα, το μέλλον της. Το μέλλον που κρατάει στα χέρια της. Θαυμάζω αυτό το βλέμμα!!
Έχει όλη τη δύναμη και τη σιγουριά του ανθρώπου που συνεχίζει να πιστεύει στη ζωή, ζώντας μέσα στο θάνατο!



Τα σχόλια που ακολουθούν είναι των φίλων του τότε και του σήμερα.



βιργινια . Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014 6:42 μμ

Δεν έχω λόγια. Ντρέπομαι μόνο αυτό έχω να πω.
Η Eva Cassidy η καλύτερη επιλογή!! Καλησπέρα Μαρία !


Νίκος Ταξιδιώτης Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014 7:48 μμ

Φοβερή φωτογραφία πραγματικά. Τα κτήνη οι Εβραίοι, δε θα γίνουν ποτέ άνθρωποι. Πείστηκα ότι ο Χίτλερ "κάτι είδε" σαν οραματιστής στο θέμα αυτό και αποφάσισε να τους ξεπαστρέψει. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβε.
Επειδή όμως η ιστορία επαναλαμβάνεται, έστω και ως φάρσα, την επόμενη φορά, ο μελλοντικός Χίτλερ, έχοντας κατά νου κάτι τέτοιες φωτογραφίες, δε θα λαθέψει. Δεν θα ολιγωρήσει. Θα τους εξαφανίσει από προσώπου Γης, ώστε να επανέλθει η ισορροπία στην ανθρωπότητα.
Διάβαζα ότι τω 95% των Εβραίων, συμφωνεί με τα εγκλήματα αυτά, οπότε, δε νιώθω πως τα παραλέω. Το 95% από τα τέρατα αυτά, είναι δολοφόνοι!
Πολύ συγκινητική φωτογραφία στ' αλήθεια. Καλησπέρα Μαρία..:-)


ΓΙΑΝΝΗΣ JOHNPIT Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014 7:36 μμ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ......!!! ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ.....!!!! Άλλοι εδώ γυρεύουνε με υστερία τα τηλεκοντρόλ τους και άλλοι εκεί στα ρημαγμένα σπίτια τα βιβλία τους....
Πόσο ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΑΞΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ κάποιοι άνθρωποι.
Μαρία καλό μήνα.....να το πω..... ε άστο να το πω...


ΛΥΓΕΡΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014 6:50 μμ

Τα τραγικά γεγονότα που διαδραματίζονται στις μέρες μας με θύματα αθώους, άμαχους και παιδιά φοβάμαι ότι δεν τα έχουμε συνειδητοποιήσει .
Η Ευρώπη κοιμάται ή ,τρέχει έξαλλη πίσω από την οικονομική κρίση και δεν βλέπει δεν αφυπνίζεται από τον ευτελισμό της αξίας της ανθρώπινης ζωής....
Αλήθεια ποιο κτήνος απ' αυτά που ανακοινώνουν κάθε μέρα στα media τον αριθμό των αντιπάλων που σκότωσαν, που κρεμούν τις κεφαλές των νεκρών σε πανό, ποιο ανθρωπόμορφο τέρας μπορεί να αντέξει το ζωντανό βλέμμα αυτού του κοριτσιού.?
Ποια ΗΝΩΜΕΝΑ ΕΘΝΗ και κουροφέξαλα , εκπροσωπούν έθνη σφαγέων και νεκροθαφτών των λαών ;
Συγνώμη Μαρία μου για την ζοφερή ατμόσφαιρα που σου μεταδίδω αλλά μου είναι αδιανόητη η φυσικότητα της παρουσίασης της ροής των δραματικών γεγονότων που συμβαίνουν παραδίπλα μας σαν να μην είμαστε άνθρωποι και μείς όπως τα θύματα των πολέμων, και δεν μας αφορούν.






Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

H παράσταση που με συγκλόνισε!




Tί να πω για μια παράσταση που με συγκλόνισε;
Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω;
Να ξεκινήσω από τον κόσμο που έβλεπα στα θεωρεία να γέρνει μπροστά για να μη χάσει ούτε λέξη από τα λόγια των ηθοποιών; Από τη συγκίνηση που ήταν διάχυτη – σε διαπερνούσε – καθ΄ όλη τη διάρκεια της παράστασης; Από την απόλυτη ησυχία που επικράτησε ακόμα και στα διαλείμματα; Οι θεατές δεν μιλούσαν. Ή έσκυβαν το κεφάλι ή κοιτάζονταν αμίλητοι.
Να πω για τη μουσική του έργου που ξυπνούσε μέσα σου ό,τι βαθύτερα απωθημένο υπήρχε; Και όλα αυτά για να φθάσω στην ουσία: Το λόγο του Τσέχωφ ειπωμένο από τον Ιβάν Πετρόβιτς Βοϋνίτσκι – Βάνια (Γιώργος Κιμούλης) και τον Μιχαήλ Λβόβιτς Άστροφ (Τάσος Νούσιας).


Πρόκειται βέβαια για το έργο του Αντόν Τσέχωφ, «Θείος Βάνια», το έργο που μιλάει για την γελοιότητα της ανθρώπινης παραίτησης: το μακρύ, άδειο, πραγματικό χρόνο που περνάει χωρίς την παραμικρή αντίδραση, χωρίς την παραμικρή επιθυμία και μας αφήνει παραιτημένους.

Ο κ. Κιμούλης έκανε την μετάφραση και την σκηνοθεσία της παράστασης και κράτησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Προσάρμοσε το έργο στην εποχή μας χωρίς όμως να το προδώσει με άκυρους νεωτερισμούς και δήθεν μοντερνισμούς τόσο στα σκηνικά όσο και στο ύφος της παράστασης. 
Βρήκα ευφυέστατο τον τρόπο που μετέφερε το έργο στις μέρες μας για να μας θυμίσει πως ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί –ως κοινωνία- ζούμε κάτω από το ίδιο καθεστώς αδράνειας κρύβοντας μέσα μας τις σπίθες μιας δημιουργικής ζωής που μας κάνει πρωταγωνιστές, οραματιστές.




Ο κ. Κιμούλης ξεπέρασε τον εαυτό του και ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης κάνοντας ένα βήμα σπάνιο στα σύγχρονα θεατρικά δεδομένα. Άφησε στην άκρη τον εαυτό του και το ρόλο του και έδωσε χώρο στο ρόλο του Άστροφ που ήταν πιο ουσιαστικός και επίκαιρος.
Γιατί ο Θείος Βάνια είναι ο εξηντάρης παραιτημένος από τις επιθυμίες και τη ζωή, ο συμβιβασμένος και παγιδευμένος στην αδράνεια. Ο Άστροφ όμως - ο γιατρός και οικολόγος και ανήσυχος νους - είναι εκείνος που δίνει το πραγματικό όραμα μέσα στην ιστορία. 
Είναι ο άνθρωπος που πιστεύει στο μέλλον και προσπαθεί να βελτιώσει το παρόν για τις επόμενες γενιές. 



Ώσπου έρχεται η στιγμή που ακόμα και ο αφημένος νους του Θείου Βάνια εγείρεται με απελπισία και διαμαρτύρεται έναντι του ίδιου του του εαυτού που δεν έζησε τη ζωή του πραγματικά. 
Και εκεί, βλέπουμε τον σερνάμενο, περιφερόμενο, αστειευόμενο, τραγικό Ιβάν Πετρόβιτς (Βάνια) να στέκεται στο κέντρο της σκηνής με τον κεντρικό προβολέα πάνω του, και να ξεδιπλώνει την ψυχή του όπως ξεδιπλώνει και υψώνει το κορμί και τα χέρια του και να φωνάζει με όλη του τη δύναμη 
«Απέτυχα!! Δεν θέλω να ζω άλλο έτσι. Δεν αντέχω να ζήσω τα υπόλοιπα χρόνια μου έτσι!»
 Πολλές οι δυνατές στιγμές, συγκλονιστικές οι ερμηνείες που επιβεβαίωσαν μέσα μου την άποψη πως η ζωή αξίζει μόνον όταν συνταράσσεται από οράματα και επιθυμίες.

Bιογραφικά στοιχεία:

ΑΝΤΟΝ  ΤΣΕΧΩΦ

     





Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

Οι κλασσικοί συνθέτες στο ..."παράθυρό"σας



Peder Mørk Mønsted (Danish painter, 1859-1941)  Sunset over a Danish Fjord, 1901

Μπορείτε να μπείτε στον παρακάτω σύνδεσμο και με ένα κλικ πάνω στη φωτογραφία του συνθέτη που αγαπάτε και ένα δεύτερο κλικ πάνω στην εκτέλεση που προτιμάτε, να ακούσετε κλασσική μουσική. 
Συνιστώ να το αποθηκεύσετε στο Αρχείο σας.

http://www.thinglink.com/scene/356894836550270976

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

Πρώτη μέρα του 2019: Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς :) :)



ΚΑΛΗ  ΧΡΟΝΙΑ


Το ημερολόγιο  της χρονιάς βρίσκεται κολλημένο πάνω σ’ ένα κεραμικό ρόδι στον τοίχο της κουζίνας.
Κάθε χρόνο, μετά την αλλαγή του χρόνου, αλλάζω και το ημερολόγιο. Ξεκολλάω το παλιό και κολλάω το καινούργιο.
Μέχρι τώρα αγόραζα ημερολόγια με συνταγές ή με στίχους τραγουδιών. Μια χρονιά θυμάμαι αγόρασα ένα με ανέκδοτα.
Φέτος –εθισμένη πλέον με την ποίηση ( να 'ναι καλά η Αριστέα και το Συμπόσιο https://princess-airis.blogspot.com/) - είπα να αγοράσω ένα με ποιήματα.
Φτάνει το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, στρώνω τραπέζι, τρώμε, ανεβαίνουμε στην ταράτσα για να δούμε τα πυροτεχνήματα, ξεστρώνω το τραπέζι, πλένω τα πιάτα, τα βάζω στη θέση τους –έχει σημασία η σειρά – σε μια πεντακάθαρη και τακτοποιημένη κουζίνα, νιώθω επιτέλους έτοιμη να κάνω την τελευταία μου κίνηση: να ξεκολλήσω το ημερολόγιο του 2018 και να το αντικαταστήσω με το ημερολόγιο του 2019. Περιέργεια...συγκίνηση...τί να γράφει άραγε...με ποιό ποίημα ξεκινάει ο χρόνος, ποιό μήνυμα μου δίνει - ερωτήσεις ανάκατες "ατάκτως ερριμμένες" με ωθούν προς την κουζίνα.  Αφού κάνω με «ευλάβεια» τα δέοντα, φθάνει η πολυπόθητη στιγμή να διαβάσω το ποίημα της 1ης  μέρας του 1ου  μήνα του χρόνου.

Πρώτη μέρα του 2019 στο νέο μου ημερολόγιο είναι καταχωρημένος ο…Θούριος του Ρήγα!!
 Πρώτη μέρα του νέου χρόνου, ο Θούριος του Ρήγα!!
Γιατί;
Τι θέλει να μου πει το Σύμπαν; 
Η μόνη ελπίδα που μου απομένει είναι να λειτουργούν τα μηνύματα ..αναδρομικά. Διαφορετικά φέτος πρέπει ζωστώ τα φυσεκλίκια και να βγω στο κλαρί  :) 
Και για να μη νομίζετε πως αστειεύομαι , ορίστε και οι αποδείξεις:




Σας χαιρετώ και σας εύχομαι ΨΥΧΗ  ΒΑΘΙΑ!!
Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς 
Μαρία Γ.

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

Το πρώτο μυστικό




-Υπάρχει ο Άγιος Βασίλης; ρωτούσε συχνά όσο μεγάλωνε η μικρή Σοφία (τριών ετών)
-Υπάρχει παιδί μου, απαντούσε η Άλλη, κι απ’ τις πολλές φορές που το επανέλαβε το πίστεψε κιόλας.
-Η κυρία Ελένη μας είπε (στον παιδικό σταθμό) πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και τα δωράκια τα φέρνουν οι γονείς στα παιδιά.
-Υπάρχει παιδί μου ο Άγιος Βασίλης.
-Γιατί η κυρία Ελένη είπε πως δεν υπάρχει;
-Επειδή δεν τον έχει δει ποτέ.
-Εσύ τον έχεις δει;
-Δεν τον έχω δει αλλά πιστεύω πως υπάρχει.
-Γιατί;
-Θα σου πω. Κάνουμε την προσευχή μας και ζητούμε από το Θεό να μας έχει καλά. Εκείνος μας κάνει αυτή τη χάρη. Τον έχουμε δει ποτέ το Θεό;
-Όχι.
-Έτσι είναι κι ο Άγιος Βασίλης. Υπάρχει επειδή πιστεύουμε πως υπάρχει και φέρνει δωράκια στα παιδιά.
-Τότε γιατί η Πασχαλίτσα δεν πήρε δωράκι;
-Χμμ… γιατί έλειπε από το σπίτι και ο Άγιος Βασίλης δε βρήκε κανένα να το αφήσει.
-Γιατί έλειπε αφού περίμενε τον Άγιο Βασίλη;
-Χμμ... μάλλον κάτι θα της έτυχε και έπρεπε να φύγει.
-Γιατί δεν της το άφησε εκεί πού πήγε;
-Μάλλον ξέχασε να του γράψει πού θα πήγαινε.
- H Πασχαλίτσα δεν ξέρει να γράφει. 
-Τότε έπρεπε να του γράψει ο μπαμπάς της αλλά το ξέχασε φαίνεται.
- Παρεξήγηση δηλαδή.
-Μεγάλη παρεξήγηση! (πού την έμαθε αυτή τη λέξη;)

Η μικρή, μετά από αυτό έδειξε ικανοποιημένη από τις απαντήσεις που πήρε και ζήτησε από την Άλλη να της ανοίξει την τηλεόραση για να δει το Ντάμπο το ελεφαντάκι.
Λίγα λεπτά αργότερα και ενώ φαινόταν απορροφημένη απ’ αυτό που έβλεπε:
-Nα της το άφηνε στην καμινάδα!
-Δεν έχουν καμινάδα στο σπίτι τους.
-Να άνοιγε την πόρτα και να το άφηνε στο πατάκι!
-Την κλείδωσε ο μπαμπάς της όταν έφυγαν. Όταν φεύγουμε από το σπίτι μας, πάντα κλειδώνουμε την πόρτα.
-Να το άφηνε στο παράθυρο!
- Θα το έπαιρναν οι γάτες.
-Α!..Η ασχημούλα παίρνει πράματα!
-Ναι... μπορεί να το έπαιρνε η ασχημούλα.  
- Για τα παιδάκια της;
- Τα γατάκια δεν παίζουν με τα παιχνίδια των ανθρώπων.
- Ο Άγιος Βασίλης φέρνει δώρα και στα ζωάκια;
-Δεν έχω ακούσει κάτι τέτοιο.
- Θα ρωτήσω τη Μιμή μας να μου πει.

Για λίγα λεπτά η Άλλη γλύτωσε από το στενό μαρκάρισμα της μικρής που στο μεταξύ χτένιζε ένα μικρό πόνυ με μακριά ροζ χαίτη και φιόγκο στην ουρά.
-Εσύ έγραψες στον Άγιο Βασίλη να του ζητήσεις το δώρο σου; ρώτησε κάποια στιγμή τη μικρή.
-Δεν ξέρω να γράφω. Το ξέχασες;
-Σωστά. Πες μου τί θέλεις, να σου το γράψω εγώ.
-Όχι. Είναι μυστικό.
-Καλά, τότε πες το στον Άγιο Βασίλη που κρέμεται στο δέντρο.
-Αυτός δεν είναι αληθινός. Είναι παιχνίδι.
-Είναι μαγικό παιχνίδι. Θα σε ακούσει  και θα του το πει.

H μικρή παράτησε το πόνυ, και στάθηκε διστακτική μπροστά στον Άγιο Βασίλη του δέντρου που της χαμογελούσε καθισμένος πάνω στο έλκηθρο του.

-Θα του πω να φέρει και το δώρο της Πασχαλίτσας.  
-Τί δώρο θα του πεις να φέρει στην Πασχαλίτσα;
-To ίδιο με το δικό μου.
-Α..ναι; Και είσαι σίγουρη πως θέλει το ίδιο;
-Ναι είμαι. Και σε κείνη αρέσει που σφυρίζει όταν τρέχει και αναβοσβήνουν τα φώτα του. 
-Ω ναι! Και τρέχει πάνω στις ράγες και περνάει και κάτω από τη γέφυρα και έχει σταθμό στο μικρό χωριό!
-Σου αρέσει και σένα μαμά;
-Πολύ Σοφία μου!
-Του είπα να το αφήσει σε μας να της το δώσουμε. Ε μαμά;
-Ναι Σοφία μου, είπε η Άλλη και χαμογέλασε στη σκέψη πως αυτό ήταν το πρώτο, ολόδικό τους μυστικό.