Αναρτήσεις

Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

ΑΝΤΙΠΟΛΙΣ




ΑΛΕΚΟΣ  ΦΑΣΙΑΝΟΣ



Βλέπω ένα στάχυ να ξεπροβάλλει από τη σκληρή πέτρα. 

Ζουζούνισμα μέλισσας και βόμβος εντόμων μέσα στη ζέστη.

Εδώ είναι το δοξασμένο τοπίο, εδώ ακριβώς φαντάσου τα βήματα των παλαιών ανθρώπων κάτω από τα δικά σου, αόρατα μα υπαρκτά.

Τα προβατάκια ήσυχα, με το σκυμμένο κεφάλι, αιώνια βόσκουν. Ένα σούρσιμο σαύρας ή φιδιού ακούγεται δίπλα σου, ανάμεσα από τις αστυβές.

Α! τι ωραία οι ακρίδες, τυφλωμένες από τη ζέστη, πέφτουν ασυνάρτητα πάνω σου...

Πιο κάτω, ο μικρός χείμαρρος με τις πικροδάφνες -ροζ ή άσπρες - και η μυρωδιά της λυγαριάς. Εκεί μέσα χώνομαι ολόκληρος και περπατώ, περπατώ ανάμεσα, γίνομαι κι εγώ δέντρο, μυρίζω ολόκληρος άρωμα θεϊκό και φθάνω σε παραλία. 

Οι χείμαρροι πάντα οδηγούν σε παραλία. Ωραίο ρέμα.

Εκεί στο ξέφωτο ακούς, πριν φθάσεις, το σύρσιμο των κυμάτων στα στρογγυλά βότσαλα, το ρυθμικό κροτάλισμα, πριν δεις την εικόνα. Εκεί έχει και κάτι γαλάζια κρίνα και μετά χρυσωμένη άμμος και αφροί και πιτσιλιές από νερά στο πρόσωπο, σαν από συντριβάνι. Κάθομαι και κοιτάζω. 

Να μείνω εδώ, να χαθώ κι εγώ μέσα στα νερά, στον ουρανό, στο ουράνιο τόξο της ζωής...

Νεαρέ, κοίτα το νερό, κοίτα το γαλάζιο χρώμα και όλα τα φυσικά. Το μυαλό πια να μη σφίγγεται από επιστήμη και άσφαλτο. Εδώ είναι η ζωή, η αιώνια ύπαρξη. 

Τα άλλα όλα είναι εξατμίσεις αυτοκινήτων, λόγια των εφημερίδων καθημερινά.


Αλέκος Φασιανός -"σήμερα και αύριο και χθες"  

Εκδόσεις Καστανιώτη 1988



  Γιώργος Ζωγράφος - Έλα μαζί μου




Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

Ο Ρομαντισμός στα χρόνια της Digital Life




 



"Μη με ομιλής αν θέλης, 

μη με πης γοητευτικά 

λόγια αγάπης και λατρείας. 

Φθάνει να 'σαι εδώ κοντά,

να σε λέγω πως σε θέλω, να σ' εγγίζω, 

την δροσιά του πρωιού που αναπνέεις ν' αναπνέω 

κι αν και αυτά υπερβολικά τα βρίσκεις, 

να σε βλέπω μοναχά!"

Έπος καρδιάς - Κ.Π. Καβάφης 


Χρειαζόμαστε τον ρομαντισμό στην σύγχρονη εποχή;

Ανεπιφύλακτα, Ναι!

Μπορεί και σήμερα να αποτελέσει κίνημα πρωτοπορίας, όπως έγινε στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, τότε που άνοιξε τον δρόμο σε πολλά επερχόμενα κινήματα στη λογοτεχνία και στις τέχνες. Και τώρα μπορεί να παίξει έναν σημαντικό ρόλο αντίδρασης και αντίστασης στην συνεχώς κλιμακούμενη τάση του ανθρώπου να απορροφάται από την ασύδοτη χρήση της τεχνολογίας, που τον κάνει να ξεχνιέται μπροστά στο κινητό του και στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε ιστορικά ο Ρομαντισμός στο παρελθόν και ειδικότερα στην αλλαγή του τρόπου αντίληψης του κόσμου. Μια ομάδα ανθρώπων ήταν πάντα εκείνη που φανταζόταν τον κόσμο αλλιώς και μέσα από τις τέχνες και την λογοτεχνία εκδήλωνε την αντίδρασή της σε ό,τι θεωρούσε ξεπερασμένο.


"Τόσο πολύ μ' αγάπησες, Κυρά, 

που άκουγα διπλά τα βήματά μου!

Πάταγα 'γώ - στραβός - μες στα νερά;

Κι εσύ κοντά μου..."

Ουλαλούμ, Γιάννης Σκαρίμπας


Αλλά πώς ορίζεται ο ρομαντισμός; Τι είναι ρομαντισμός;

Είναι η επιθυμία να αντιτάξουμε το συναίσθημα ενάντια, όχι στην λογική αυτή καθ' εαυτή, αλλά στην μονόπλευρη κυριαρχία της λογικής.

Στο παρελθόν, μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Γκαίτε, ο Ουγκώ, ο Γκόγια και ο Μπλέηκ αντιτάχθηκαν στον νεοκλασικισμό και ανέδειξαν το πρωτοποριακό κίνημα του ρομαντισμού.


"Ποιος μες στην άγρια νυχτιά σαν άνεμος καλπάζει;

Ένας πατέρας που τον γιο του αγκαλιά κρατά

Κρατάει το αγόρι του σφιχτά και το σκεπάζει

Με ασφάλεια και θαλπωρή, ήρεμα και ζεστά

Γιε μου, γιατί το πρόσωπο σου κρύβεις μ' αηδία;

Πατέρα μου, δεν είδες τον Ξωτικοβασιλιά;

Δεν πρόσεξες το στέμμα του, το σκήπτρο, τον μανδύα;

Είναι η ομίχλη μοναχά, μόνο η συννεφιά

Έλα μαζί να φύγουμε αγόρι μου καλό

Έλα και τα πιο όμορφα θα παίξουμε παιχνίδια

Άνθη γλυκά, πολύχρωμα στολίζουν τον γιαλό

Και θα σου 'δώσει η μάνα μου, ολόχρυσα στολίδια


Πατέρα μου δεν πρόσεξες; Δεν άκουσες πατέρα;

Ο βασιλιάς των Ξωτικών μιλάει μες στη βραδιά

Ησύχασε αγόρι μου, άκουσες τον αέρα

Που πιάστηκε στις φυλλωσιές και τρέμουν τα κλαδιά

..........................

Πατέρα μου ο Βασιλιάς πλησίασε ξανά

Θα 'ρθεις μαζί μου κι αν δεν θες θα έρθεις με το ζόρι

Με πλήγωσε ο Βασιλιάς, και η πληγή πονά


Τρομάζει ο πατέρας του, στον έρημο το δρόμο

Κρατάει το παιδί σφιχτά και τρέχει πιο γοργά

Κι έφτασε στο καλύβι του μ' ένα μεγάλο τρόμο

Μα το παιδί του πέθανε κι είναι πολύ αργά"

Γιόχαν Γκαίτε - Ο Ξωτικοβασιλιάς


Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ προβάλλει μια ιδιαίτερα φορτισμένη ρομαντική αντίληψη περί κοινωνικής ισότητας που στο τέλος οδηγεί στην Γαλλική Επανάσταση. 

Οι ίδιες αυτές ρομαντικές απόψεις ενέπνευσαν και τον Σέλλεϊ για να γράψει τον Ύμνο στην ελευθερία και να εμπνεύσει κι εκείνος με την σειρά του τον Μπετόβεν να συνθέσει την 9η συμφωνία του. 

Η ίδια ρομαντική αντίληψη ενέπνευσε την Ελληνική επανάσταση και το κύμα των φιλελλήνων που κατέφθασε στη χώρα μας για να πολεμήσει μαζί με τους σκλαβωμένους Έλληνες για την ρομαντική ιδέα της Ελευθερίας και της ισότητας των λαών.


"Τίγρη! Τίγρη!

Πυρωμένη λάμψη,

μέσα στης νυκτός τα δάση,

ποιο θα μπορούσε

χέρι αθάνατο ή μάτι

απ' τη φοβερή σου συμμετρία

ν' αντιγράψει κάτι;"

Γουίλιαμ Μπλέικ Ποιήματα - εκδόσεις Αρμός, μετάφραση Κώστα Λάνταβος


Και στην συνέχεια η τέχνη παίρνει τον λόγο με επαναστατικά έργα που έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με τον μέχρι τότε κυρίαρχο κλασικισμό. 

Η ψυχρότητα, η σκληρότητα και η στεγνή αποτύπωση των ιδεών ανατρέπονται με ένα σκανδαλώδη τρόπο από τους ρομαντικούς που μιλούν με την γλώσσα του συναισθήματος. 

Ο ρομαντισμός φέρνει στην επιφάνεια τον ιμπρεσιονισμό, δηλαδή την ευαισθησία στην γραφή, στην ζωγραφική, στις ιδέες. Κι αυτό είναι μια μεγάλη επανάσταση. 

Η επιθυμία να αντιταχθούν τα συναισθήματα απέναντι στην μονόπλευρη κυριαρχία της λογικής είναι πλέον επιτακτική. Να προβληθεί με περισσότερο πάθος και ζωντάνια ο ψυχικός κόσμος του ανθρώπου, οι αδυναμίες και τα πάθη του. 

"Ετούτη την συνήθεια την είχε από παιδάκι: 

να 'ρχεται στο δωμάτιο κάθε πρωί για λίγο. 

Εκεί την επερίμενα σαν ηλιαχτίδα ελπίδας. 

"Καλή σου μέρα" μου 'λεγε "γλυκέ μου πατερούλη!" 

Τότε την πένα μου 'παιρνε, άνοιγε τα βιβλία, 

καθόταν στο κρεβάτι μου, πείραζε τα χαρτιά μου 

και γέλαγε - μα άξαφνα έφευγε σαν πουλάκι."  

Βίκτωρ Ουγκώ - Ετούτη η συνήθεια

Και σήμερα τι γίνεται που η εξέλιξη της τεχνολογίας είναι ραγδαία και έχει αλλάξει εντελώς τον τρόπο σκέψης και ζωής των ανθρώπων; Που έχει αποχαιρετίσει προ πολλού ο άνθρωπος το συναίσθημα και η λογική του συμφέροντος και της κακώς εννοούμενης πολλές φορές προόδου μας παγιδεύει σε έναν στείρο τρόπο σκέψης και διαβίωσης; 

Σήμερα που, όσο οι επιστήμες εξελίσσονται τόσο η ανθρωπιά και η ευαισθησία συρρικνώνονται; Πού βρίσκεται το συναίσθημα μέσα σ' αυτό το κάδρο της τεχνητής νοημοσύνης; Παράγονται άραγε και τεχνητά συναισθήματα; Υπάρχει η δυνατότητα να παραχθεί τεχνητός έρωτας, τεχνητή λύπη ή χαρά; 




Η προοπτική να εξαφανιστούν λίγο-λίγο οι γκαλερί και τα μουσεία είναι υπαρκτή. Ήδη έχει κάνει δυναμικά την εμφάνισή της η διαδικτυακή τέχνη (internet art, net art) μια μορφή τέχνης νέων μέσων που διανέμεται μέσω Διαδικτύου. 

Σήμερα όλα παράγονται και παρουσιάζονται ψηφιακά, η ζωγραφική, η γραφή, το σχέδιο, η γλυπτική η μουσική. 

Οπότε, τι απομένει; Θα παραδοθεί ο άνθρωπος αμαχητί στη λαίλαπα της άκρατης τεχνολογίας που έφτασε να διαμορφώνει συνειδήσεις ή θα αντισταθεί σ' αυτήν χρησιμοποιώντας το μοναδικό μέσον που διαθέτει απέναντι στην "ανέπαφη συναλλαγή": τον ρομαντισμό; 











Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Ή μήπως της φάνηκε έτσι;





Ray Hendershot





-Θεούλη μου!!!

Το δοκάρι στεκόταν από πάνω της ετοιμόρροπο, και από κάτω της έχασκε το μαύρο σκοτάδι. Στον απέναντι τοίχο μια αράχνη έπλεκε τον ιστό της και στη γωνία ανάμεσα στο παράθυρο και το ταβάνι, μια ακίνητη σαύρα, την κοιτούσε με νόημα.

"Εσύ τι κοιτάς;", βρήκε το θάρρος να τη ρωτήσει. Η σαύρα δεν απάντησε, όπως ήταν αναμενόμενο, μόνο που η Μαργαρίτα δεν ήταν σε θέση να το εκτιμήσει. Άλλωστε, συνήθιζε να μιλάει μόνη της. Πολλές φορές έλυνε τις διαφορές της μονολογώντας. Η φωνή της, της έδινε πάντα την ψευδαίσθηση πως υπήρχε κάπου, γύρω, ένας παθητικός ακροατής που δεν είχε άλλη δουλειά να κάνει από το να κάθεται να την ακούει.

Αποφάσισε να ακολουθήσει άλλη διαδρομή για να φτάσει στην κουζίνα. Περιμετρική. Εκεί που το πάτωμα φαινόταν πιο στέρεο. Τα βήματά της τα δοκίμαζε ξανά και ξανά με φόβο και πείσμα, αλλά την ίδια στιγμή η λογική της την μάλωνε αυστηρά.

"Τι προσπαθείς να κάνεις;", της φώναζε μες στ’ αυτί της εκκωφαντικά. Θέλεις να υποχωρήσει το πάτωμα και να γκρεμοτσακιστείς στο κατώι;

Το κατώι έχασκε σαν μαύρη τρύπα του κάτω κόσμου, αλλά κι ο πάνω δεν ήταν καλύτερος.

Το ξανασκέφτηκε το εγχείρημα και αποφάσισε να τα παρατήσει και να βγει πάλι έξω. Εκεί τουλάχιστον ήξερε τι θα αντιμετωπίσει. Υποχώρησε με αργά και προσεκτικά βήματα, βαδίζοντας πάλι περιμετρικά και λέγοντας δυνατά το Πάτερ Υμών. Μόλις κατάφερε να φτάσει στην εξώπορτα, ανάσανε με ανακούφιση κι έτρεξε προς το αυτοκίνητο της. Μπήκε, έβαλε τις ασφάλειες και περίμενε.




Η νέα ιδέα και όλες οι συμμετοχές ΕΔΩ 


Τι περίμενε;

Να έρθει κάποιος από το πουθενά; Να βάλει τις άτακτες σκέψεις της σε τάξη; Να μετανιώσει για την ώρα και την στιγμή που ξεκίνησε;  Αυτό το περιπετειώδες ταπεραμέντο της που την ωθούσε πάντα στο αδιανόητο, κατάφερε κι αυτή τη φορά να κάνει το θαύμα του.

«Πωλείται παλιά αγροικία στην περιοχή Μηλιές της Βόρειας Εύβοιας», έγραψε στην αγγελία και τη δημοσίευσε πριν καν δει τι ακριβώς θα πουλήσει. Όταν το σκέφτηκε, αποφάσισε το ίδιο παρορμητικά να πάρει το αυτοκίνητο και να έρθει να δει το παλιό σπίτι από κοντά. Ποιος να φανταστεί τώρα, τι την περίμενε Γενάρη μήνα! Μα Γενάρη μήνα; Ναι Γενάρη μήνα με Αλκυονίδες. Αλκυονίδες στην Αθήνα. Εδώ όμως; Και πού να ξέρω εγώ το «εδώ όμως»; Υπάρχει και το meteo.gr. Ναι, καλά…(ο μονόλογος πάλι!)

Μια κομψή νιφάδα εντελώς ακίνδυνη ήρθε και κόλλησε με νάζι πάνω στο παρμπρίζ. Δεν την πρόσεξε καν. Έψαχνε απεγνωσμένα στην τσάντα της να βρει ένα σνακ για να σταματήσει το τρέμουλο της πείνας. Τίποτα. Βρήκε όμως μια τσίχλα φράουλα. Από το τίποτα καλή κι αυτή. Δεύτερη νιφάδα, πιο ζωηρή  απ’ την πρώτη, κόλλησε στο παρμπρίζ. Η Μαργαρίτα άνοιξε το παράθυρο του αυτοκινήτου και προσπάθησε να βάλει εμπρός τη μηχανή. «Είναι καιρός να του δίνω». Μια, δυο προσπάθειες…τίποτα. Ξανά. Τίποτα.

"Μην προσπαθείς. Δεν θα πάρει", άκουσε να της λέει μια αντρική φωνή και αμέσως ένιωσε τον άγνωστο να προσπαθεί να χώσει το κεφάλι του μέσα απ’ το ανοιχτό τζάμι. Τρόμαξε κι έβαλε τις φωνές. Τρόμαξε κι εκείνος απ’ την αντίδρασή της κι έκανε ένα βήμα πίσω.

"Ποιος είσαι;" τον ρώτησε η Μαργαρίτα κλείνοντας με σπασμωδικές κινήσεις το τζάμι του παραθύρου. Ο άντρας κάτι είπε, αλλά εκείνη δεν τον άκουσε και ξαναρώτησε.

"Ποιος είσαι; Τι θέλεις; Από πού ξεφύτρωσες εσύ;" 

Δεν την άκουγε, αλλά άρχισε να χειρονομεί έντονα προσπαθώντας να της πει κάτι. Οι νιφάδες στο μεταξύ πύκνωσαν. Σε δευτερόλεπτα ένα λεπτό στρώμα πάχνης είχε καλύψει το παρμπρίζ περιορίζοντας σημαντικά την ορατότητα της. Του φώναξε να φύγει. Δεν την άκουγε. Το μόνο που εκείνος έβλεπε ήταν μια παλαβή γυναίκα που φώναζε χειρονομώντας προς το μέρος του. Σήκωσε τους ώμους του κι απομακρύνθηκε. Εκείνη κατατρομαγμένη προσπάθησε πάλι να βάλει εμπρός τη μηχανή, αλλά μάταια. Απορροφημένη απ’ την προσπάθεια, ξαφνιάστηκε όταν είδε το χέρι του να καθαρίζει το παρμπρίζ και να κολλάει πάνω του ένα χειρόγραφο σημείωμα.

"Μη φοβάσαι. Είμαι αγροφύλακας. Πάρε με τηλέφωνο. Θα είμαι στο αυτοκίνητό μου 69735…". Τότε μόνον πρόσεξε η Μαργαρίτα το αγροτικό που ήταν παρκαρισμένο πίσω της. Δίστασε για δευτερόλεπτα, αλλά τελικά αποφάσισε να τον καλέσει.

"Έλα.." Η αγριοφωνάρα του της έκοψε το αίμα.

"Συγγνώμη για πριν. Με τρομάξατε".

"Το κατάλαβα. Τι κάνεις εδώ πάνω; Μόνη σου είσαι;"

"Για δουλειά ήρθα και τώρα φεύγω, αλλά η μηχανή δεν παίρνει μπροστά".

"Βενζίνη έχεις;"

"Έτσι θα ερχόμουν από Αθήνα;"

"Απ' τις γυναίκες οδηγούς όλα τα περιμένω. Για κοίτα το λαμπάκι. Ανάβει;"

"Όχι".

"Καλά, έρχομαι να δω αν μπορώ να..." Η σύνδεση διακόπηκε απότομα. Ο αγροφύλακας βγήκε από το αυτοκίνητό του και πλησίασε πάλι το δικό της. Στάθηκε στο παράθυρο και περίμενε. Περίμενε και η Μαργαρίτα από μέσα.  Είχε ξυλιάσει από το κρύο. Της έκανε νόημα να ανοίξει το παράθυρο.  Η Μαργαρίτα έφερε δυο γυροβολιές το κασκόλ στο λαιμό της και κούμπωσε μέχρι πάνω το μπουφάν που φορούσε. Μετά, κατέβασε λίγο το τζάμι και του είπε:

"Δείξε μου την ταυτότητά σου"

Ο αγροφύλακας σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό ζητώντας προφανώς βοήθεια άνωθεν. 

"Να στη δείξω αλλά κοίτα μη βάλεις πάλι τις φωνές γιατί, μα το Θεό, θα σε παρατήσω και θα φύγω", είπε και κόλλησε την ταυτότητα στο παράθυρό της. «Αντώνης Αποστολίδης – αγροφύλακας κ.λ.π κ.λ.π.». 

" Ηρέμησες; Άνοιξε τώρα το παράθυρο να συνεννοηθούμε". Η Μαργαρίτα υπάκουσε χωρίς άλλες αντιρρήσεις.

"Για βάλε μπρος», της είπε απότομα.

"Σου είπα και πριν, δεν παίρνει".

"Βάλε μπρος κοπέλα μου που σου λέω!" Η Μαργαρίτα έκανε την προσπάθεια αλλά χωρίς αποτέλεσμα. 

"Για να δω την μπαταρία σου. Έχεις;" Είχε. "Ίσως είναι η μίζα. Μπορεί και κάτι άλλο. Δεν ξέρω. Εδώ που είμαστε και μ’ αυτό τον καιρό δεν μπορώ να κάνω πολλά. Έλα, θα σε κατεβάσω εγώ στο χωριό με το δικό μου".

"Δεν πάω πουθενά. Εδώ θα μείνω".

"Τι να κάνεις εδώ; Θα σε φάνε οι λύκοι".

"Έχει λύκους;" Ο αγροφύλακας χαμογέλασε πλατιά.

"Δεν έχει; Στο βουνό είσαι".

Η Μαργαρίτα το κλωθογύρισε στο μυαλό της και στο τέλος αποφάσισε να δεχτεί την πρότασή του. Μπήκε στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν. Λίγα μέτρα πιο κάτω ο Αντώνης αναγκάστηκε να σταματήσει. Το χιόνι έπεφτε με ορμή και είχε κλείσει το δρόμο. Ο δυνατός βοριάς πάγωνε ό,τι εύρισκε στο πέρασμά του.

"Την πατήσαμε. Πρέπει να ζητήσω βοήθεια", είπε και έπιασε το κινητό του. Νεκρό. "Το κέρατό μου μέσα – συγγνώμη ρε κοπελιά – δεν έχει σήμα". 

"Μήπως έμεινες από μπαταρία;" Η Μαργαρίτα βρήκε την ευκαιρία να πάρει τη ρεβάνς. 

"Είναι φορτισμένο, σήμα δεν πιάνει". Εκείνη τον κοίταζε με απόγνωση και θυμό μαζί. 

"Τι με κοιτάς έτσι; Εγώ φταίω; Δώσε μου το δικό σου". Το ίδιο και το δικό της. 

"Άντε πάμε πίσω, θα ξεπαγιάσουμε αν μείνουμε εδώ πέρα".

"Ενώ εκεί θα το γλυτώσουμε…", ειρωνεύτηκε η Μαργαρίτα. Αυτή τη φορά δεν της απάντησε. Περιορίστηκε να της ρίξει μια δολοφονική ματιά - ή μήπως της φάνηκε έτσι;  

Με μεγάλη δυσκολία κατάφερε ο Αντώνης να γυρίσει το αυτοκίνητο και να πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Ο καιρός είχε αγριέψει για τα καλά. Όταν έφτασαν, πάρκαρε δίπλα στο δικό της και βγήκε απ’ το αγροτικό χωρίς να πει λέξη. Κατευθύνθηκε προς το σπίτι. Η Μαργαρίτα δεν κουνήθηκε ρούπι απ’ τη θέση της παρά τον παρακολουθούσε που απομακρυνόταν.

"Βγες, δεν έχει νόημα να κάθεσαι εκεί. Πάμε σπίτι", της φώναξε από απόσταση.

"Το σπίτι είναι ερείπιο!"

"Ό,τι και να είναι, καλύτερο είναι", απάντησε εκείνος με ύφος που δεν σήκωνε κουβέντα.

Όταν μπήκαν στο σπίτι, ο Αντώνης έριξε μια ματιά γύρω του.

"Εδώ θα μείνουμε μέχρι να βρούμε λύση. Το χειμωνιάτικο στο ισόγειο έχει τουλάχιστον τζάκι, είναι πλακόστρωτο και το ταβάνι του γερό".

Βρήκε ξύλα και άναψε φωτιά. Έφερε κι ένα λιόπανο απ’ το αγροτικό, μαζί με φρέσκο ψωμί, διπλωμένο σε μια πετσέτα, ελιές κι ένα μπουκάλι κρασί. Στο απορημένο βλέμμα της Μαργαρίτας απάντησε:

"Πάντα έχω μαζί μου κολατσιό, εδώ στις ερημιές που γυρίζω".

Εκείνη δεν σχολίασε τίποτα. Κάθισε στον ξύλινο πάγκο που βρήκε σε μια γωνιά του δωματίου και συνέχισε να τον παρατηρεί. Ο Αντώνης ήταν μεσόκοπος με γκρίζα μαλλιά και παχύ μουστάκι. Τα χέρια του φαίνονταν δυσανάλογα λεπτά σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του, μα οι κινήσεις τους ήταν σταθερές και σίγουρες. Έκοψε μια φέτα ψωμί, έριξε στη χούφτα της μερικές ελιές και της είπε:

"Έλα να φας στη φωτιά. Θα ξεπαγιάσεις".

"Καλά είμαι", απάντησε εκείνη μουδιασμένη απ’ το κρύο.

"Έλα. Δεν τρώω ανθρώπους".

Έφαγαν το λιτό γεύμα τους, ήπιαν κρασί και η γλώσσα τους λύθηκε. Η αρχική ένταση υποχώρησε σιγά σιγά και οι κουβέντες τους έγιναν πιο φιλικές.

"Τέτοιο σπίτι και θέλεις να το πουλήσεις; Πέτρινο, ψηλοτάβανο με θέα τον κάμπο της Ιστιαίας, κι αν ανέβεις πιο πάνω βλέπεις και το Αιγαίο. Στη θέση σου θα το έφτιαχνα και θα πέρναγα εδώ τα καλοκαίρια μου".

"Δίκιο έχεις, Airbnb μπορεί να γίνει".

"Τι να γίνει;"

Η Μαργαρίτα γέλασε με την ασχετοσύνη του Αντώνη μέχρι που εκείνος συμπληρώνοντας τα λόγια του πρόσθεσε: 

"Κάλλιο να το γκρέμιζα παρά να το έδινα στους ξένους. Βαλθήκατε όλοι σας να κάνετε τα σπίτια σας ξενώνες".

Οι ώρες κύλισαν απρόσμενα ευχάριστα για τη Μαργαρίτα. Η παρέα του Αντώνη αποδείχτηκε απολαυστική. Πέταγε έξυπνες ατάκες, δεν μάσαγε τα λόγια του και φαινόταν άνθρωπος διαβασμένος. Οι συζητήσεις τους βάθυναν, μίλησαν για τη ζωή τους, τα εφηβικά τους όνειρα, τους αποτυχημένους γάμους τους και το μέλλον που διαγραφόταν ζοφερό για όλη την ανθρωπότητα. Μετά, άρχισαν να αστειεύονται, να διηγούνται ιστορίες, κι όταν νύχτωσε για τα καλά, εκείνος έστρωσε το λιόπανο κοντά στη φωτιά. Ξάπλωσαν ο ένας πλάι στον άλλον και της έδωσε το μπράτσο του για μαξιλάρι.

Μια τόση δα στιγμή έφτασε για να δει η Μαργαρίτα τη ζωή με άλλα μάτια. Ο βοριάς έγινε μαΐστρος, το λιόπανο σκαρί κι ανοίχτηκε στο Αιγαίο.  Ταξίδευαν μαζί σε μια ήρεμη θάλασσα με τον λαμπρό ήλιο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, να τους ζεσταίνει. Οι έννοιες της εξαφανίστηκαν μεμιάς.  Έκλεισε τα μάτια της. Ένας βαθύς αναστεναγμός έκανε το στήθος της ν’ αναπηδήσει. Της έσφιξε το χέρι. Το ξεχασμένο παιδικό παράπονο αγάπης στριμώχτηκε άτσαλα στο διάφραγμα της. Βούρκωσε, πάλεψε να το κρύψει και είπε:

"Είδα μια σαύρα στον τοίχο της κάμαρας, προηγουμένως…"

"Θαυμάσια, έχουμε και παρέα", μουρμούρισε νυσταγμένος ο Αντώνης ενώ τα ακροδάχτυλά του άγγιξαν φευγαλέα το μάγουλό της. Ως και η φωνή του έφτασε στ’ αυτιά της στοργική. Ή μήπως της φάνηκε έτσι; 



Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

"...Μια δόση τρέλας είναι η καλύτερη τέχνη"



 

Vincent Van Gogh - Almond Blossom (1890)




-Τι ζωγραφίζεις;

- Το φως του ήλιου.

- Νιώθεις θυμό κάποιες φορές;

- Ναι!

- Και τι κάνεις τότε;

- Βγαίνω έξω και κοιτάζω ένα χορταράκι ή το κλαδί μιας συκιάς για να ηρεμήσω.  Νιώθω ότι ο Θεός είναι η φύση και η φύση είναι ομορφιά.

- Από πού προέρχεται το χάρισμά σου να ζωγραφίζεις; Θα έλεγες ότι ο Θεός σου έδωσε αυτό το χάρισμα;

- Ναι, εκείνος μου το έδωσε. Είναι το μόνο χάρισμα που μου έχει δώσει.

- Γιατί λες ότι είσαι ζωγράφος;

- Γιατί ζωγραφίζω. Λατρεύω τη ζωγραφική, πρέπει να ζωγραφίζω. Πάντα ζωγράφος ήμουν. Γι’ αυτό είμαι σίγουρος.

- Γεννημένος ζωγράφος;

- Ναι.

- Πώς το ξέρεις;

- Γιατί δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο. Και πίστεψέ με, έχω προσπαθήσει.

- Δεν βλέπεις ότι αυτός ο πίνακας είναι…δυσάρεστος, άσχημος;

- Γιατί να μου δώσει ο Θεός χάρισμα για να ζωγραφίζω δυσάρεστα και άσχημα; Κάποιες φορές νιώθω τόσο απομακρυσμένος από τα πάντα.

- Αγοράζει κανείς τους πίνακές σου;

- Όχι.

- Είσαι φτωχός δηλαδή;

- Ναι, αρκετά.

- Άρα πιστεύεις ότι ο Θεός σου έδωσε αυτό το χάρισμα για να μείνεις στη μιζέρια;

- Δεν το είδα ποτέ έτσι. Κάποιες φορές πιστεύω ότι ίσως... ίσως να επέλεξε λάθος στιγμή. Ίσως ο Θεός να με έκανε ζωγράφο για ανθρώπους που δεν γεννήθηκαν ακόμα. Λένε: "Η ζωή είναι για να σπέρνουμε. Ο θερισμός δεν γίνεται εδώ». Ζωγραφίζω με τα προσόντα και τα ελαττώματά μου.

- Άρα νομίζεις ότι μπορεί να έκανε λάθος ο Θεός;

- Θεωρώ τον εαυτό μου εξόριστο, έναν προσκυνητή σ’ αυτή τη γη. Ο Ιησούς είπε: "Απομάκρυνε την καρδιά σου από τα ορατά και στρέψου προς τα αόρατα". Και ο Ιησούς ήταν εντελώς άγνωστος όταν ήταν ζωντανός.

Ζωγραφίζω για να σταματάω να σκέφτομαι και να αισθάνομαι ότι αποτελώ κομμάτι των πάντων , έξω από μένα και μέσα μου. Ήθελα τόσο πολύ να μοιραστώ αυτά που βλέπω. Νόμιζα ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να διδάσκει πως να βλέπουμε τον κόσμο, αλλά δεν το νομίζω πια. Τώρα σκέφτομαι μόνο τη σχέση μου με το άπειρο.

- Τι αποκαλείς άπειρο;

- Τον χρόνο που θα έρθει. Υπάρχει πολλή καταστροφή κι αποτυχία στην πόρτα μιας επιτυχημένης ζωγραφιάς. Εγώ βρίσκω τη χαρά στη θλίψη και η θλίψη είναι μεγαλύτερη από το γέλιο. Ένας άγγελος δεν απέχει πολύ από τους θλιμμένους κι η αρρώστια μπορεί καμιά φορά να μας θεραπεύσει. Είναι η φυσιολογική κατάσταση που γεννά η ζωγραφική. Κάποιες φορές απεχθάνομαι την ιδέα του να ξαναβρώ την υγεία μου. Λένε ότι είμαι τρελός αλλά μια δόση τρέλας είναι η καλύτερη τέχνη.


( Aπό την ταινία: At Eternitys Gate)













Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

ΕΡΩΣ (Μια ιδέα, μια έμπνευση)

 







Φωτογραφία: Σπύρος Χ. Φερσιζίδης




Η ιδέα πάνω στην οποία κληθήκαμε να αναπτύξουμε την ιστορία μας είναι: 

"Μια γυναίκα ζητάει από έναν συγγραφέα να γράψει μια ιστορία για την ζωή της, και μετά εξαφανίζεται..."


ΕΡΩΣ


Εκείνο το βράδυ κάποιοι περαστικοί είδαν την κοπέλα να τρέχει προς την αποβάθρα του κεντρικού λιμανιού του Πειραιά, αλλά όπως εξελίχθηκαν τελικά τα πράγματα έκαναν λάθος αφού η γυναίκα την τελευταία στιγμή άφησε τη μεγάλη λεωφόρο, έστριψε δεξιά και χάθηκε μέσα στους σκοτεινούς και βρώμικους παράδρομους της λαχαναγοράς που μύριζαν έντονα ψαρίλα.

Ξημέρωνε παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1967. Μια ομάδα μισομεθυσμένων νεαρών ανηφόριζε προς την πλατεία Δημαρχείου χαχανίζοντας. Κάποιος τους είχε δει να έρχονται από την Ακτή Μιαούλη τραγουδώντας. Η εμφάνισή τους δεν άφηνε καμιά αμφιβολία από πού γύριζαν. Πουκάμισα μισοβγαλμένα, δυο από δαύτους ξυπόλυτοι και όλοι τους αξιολύπητοι μα ευτυχισμένοι.

Ένας απ’ αυτούς πρόλαβε και την άρπαξε απ’ το χέρι καθώς περνούσε δίπλα του, και πριν εκείνη προλάβει να αντιδράσει, της χούφτωσε το στήθος και την φίλησε με ψεύτικο πάθος στο στόμα. Η γυναίκα τον έσπρωξε με δύναμη και απομακρύνθηκε τρέχοντας. Ο τρελός χτύπος των τακουνιών της πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου αντηχούσε τετράγωνα μακριά. Μετά έστριψε στους παράδρομους της λαχαναγοράς και χάθηκε. Στάθηκε άραγε αυτό το περιστατικό η αφορμή για να αλλάξει την πορεία της κι αντί για την φωταγωγημένη λεωφόρο να προτιμήσει τα κακοφωτισμένα στενά;

Σ' ευχαριστώ Γιάννη για την ιδέα σου
και την υλοποίησή της.
 
                                                         Μια ιδέα μια έμπνευση

Αυτή η απορία βασάνιζε τον Αχιλλέα Εξαρχόπουλο από την πρώτη στιγμή που διάβασε την είδηση του θανάτου της. Γιατί η ιστορία ξεκίνησε τυπικά το επόμενο βράδυ, στην πύλη Ε2, όπου μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων περίμενε ν’ αλλάξει το χρόνο με την είσοδο του πρώτου πλοίου στο λιμάνι. Και πράγματι, το πλοίο φωταγωγημένο έκανε την είσοδό του θριαμβευτικά, τη στιγμή που το μεγάλο ρολόι του σιλό σήμανε δώδεκα ακριβώς.

Οι καμπάνες του Αγίου Διονυσίου άρχισαν να χτυπούν χαρούμενα, οι σειρήνες των αγκυροβολημένων πλοίων σκόρπισαν δέος μες στη νύχτα και ο ουρανός γέμισε φωτοβολίδες και πυροτεχνήματα. Ωστόσο, μια κραυγή κατάφερε να καλύψει τον χαμό που γινόταν και να κάνει την παρέα των παρευρισκομένων να γυρίσει και να κοιτάξει προς το μέρος απ' όπου ακούστηκε. Μια έντρομη γυναίκα έδειχνε με το τεντωμένο χέρι της πίσω από ένα παρκαρισμένο τριαξονικό φορτηγό φορτωμένο κοντέϊνερς. Ένας πλησίασε διστακτικά στο σημείο. Τον ακολούθησαν δειλά κι άλλοι. Όλοι τους είδαν το γυμνό σώμα που κειτόταν ανάμεσα σε βρώμικα χαρτόκουτα και παλιά καραβόσκοινα. Ήταν πρόχειρα σκεπασμένο με μια κουβέρτα λεκιασμένη από αίμα.

Ο Εξαρχόπουλος κοίταξε με μεγάλη προσοχή τη φωτογραφία της νεκρής γυναίκας, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας. Δίσταζε να καταλήξει σε συμπεράσματα. Ήταν ή δεν ήταν η Όλγα; Πρόφερε δυνατά το όνομά της λες και ξαφνικά συνειδητοποιούσε πως ήταν ένα οικείο γι’ αυτόν πρόσωπο. Οικείο πρόσωπο η Όλγα; Η σκέψη αυτή τον αναστάτωσε. Άφησε την εφημερίδα που διάβαζε κι άρχισε να ψάχνει νευρικά ανάμεσα στα χαρτιά που ήταν απλωμένα μπροστά του. Βρήκε επιτέλους αυτό που έψαχνε.

«Θα μου επιτρέψεις να σε φωτογραφήσω;» την είχε ρωτήσει ένα βράδυ.

«Ό,τι θέλει ο πελάτης…», του είχε απαντήσει εκείνη κυνικά και μετά άρχισε να παίρνει προκλητικές πόζες μπροστά του. Τράβηξε μόνο μια. Ντράπηκε. Ντύθηκε κι έφυγε σαν κυνηγημένος.

Δεν ήταν συχνός θαμώνας τέτοιων σπιτιών. Που και που όμως επέτρεπε στον εαυτό του μια τέτοια «ατασθαλία». Ήταν ο τρόπος να κρατάει το νου του προσγειωμένο και να θυμίζει στον εαυτό του την φυσική του υπόσταση. Η συγγραφή, τον απασχολούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας και τον απορροφούσε τόσο, που δεν του άφηνε περιθώρια να ζει όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Σιγά σιγά το συνήθισε να πηγαίνει στα σπίτια της Σκουζέ. Μόνο για να βρεθεί με την Όλγα. Αν δεν ήταν διαθέσιμη, έφευγε. Έγινε με το χρόνο κομμάτι της ζωής του, μέρος της σκέψης του μέχρι που μια νύχτα, ενώ τον παρατηρούσε ξαπλωμένη να ντύνεται για να φύγει, του ζήτησε ξαφνικά να γράψει για τη ζωή της. Σταμάτησε και την κοίταξε απορημένος.

«Πώς το σκέφτηκες αυτό;»

«Γιατί όχι;» του απάντησε «Γράφεις για τόσους και για τόσα. Ο κόσμος σε διαβάζει. Γράψε και για μένα. Έχω υλικό για να γράφεις χρόνια. Εσύ θα πλουτίσεις, κι εγώ θα μείνω αθάνατη». Γέλασαν, κοιτάχτηκαν σιωπηλοί και μετά ο Αχιλλέας, αφού υποσχέθηκε πως θα το σκεφτεί, έφυγε.

Οι συναντήσεις τους έμειναν μυστικές. Εκείνος φοβόταν τον διασυρμό του κι εκείνη τον Νώντα. Τον επισκεπτόταν μια φορά την εβδομάδα στο σπίτι του, μεσημεριανή ώρα για να μην κινήσει υποψίες. Έμεναν μαζί μέχρι τις πρώτες απογευματινές ώρες. Συζητούσαν για την πατρίδα της, τους γονείς της, το παιδί που έχασε στα δεκατέσσερά της, τον αγαπητικό της τον Νώντα, τις ιδιοτροπίες των πελατών. Τα διηγιόταν όλα αυτά με μια φυσικότητα που τον εξέπληττε. Μετά, έκαναν έρωτα. Χωρίς αμοιβή. Ήταν ένας έρωτας πληγωμένος, απ’ όλες τις απόψεις. Γιατί ήταν κρυφός, μιασμένος, απαγορευμένος; Την ερωτεύτηκε. Στην αρχή ούτε να του περάσει απ’ το νου. Στη συνέχεια το αποδέχτηκε, σαν καταδίκη. Μια κηλίδα στην άψογη, αλέκιαστη ζωή του. Της ζήτησε να σταματήσει απ’ τα σπίτια. Εκείνη φυσικά αρνήθηκε.

«Και πώς θα βγάζω το ψωμί μου;»

Δεν είχε απάντηση σ’ αυτό ο Αχιλλέας.

Είχε περάσει μια εβδομάδα απ’ το βράδυ που βρέθηκε το πτώμα της Όλγας, κι ένα απόγευμα αργά, ακούστηκε το παρατεταμένο χτύπημα του κουδουνιού στην πόρτα του. Άνοιξε φανερά ενοχλημένος. Ήταν δυο αστυνομικοί και ζήτησαν να του μιλήσουν.

«Για ποιο θέμα;»

«Για τον θάνατο της ιερόδουλης, της Όλγας. Θα ξέρετε από τις εφημερίδες…».  

Έμειναν μισή ώρα.  Ήξεραν για τις δικές του επισκέψεις στο “σπίτι”. Δεν ήξεραν όμως για τις δικές της. Τον ρώτησαν να τους πει τον λόγο που ξαφνικά σταμάτησε να πηγαίνει. Τότε άρπαξε την ευκαιρία να γυρίσει την κατάσταση υπέρ του.  

«Δεν ήμουν πελάτης. Απλά ήθελα πληροφορίες για το επάγγελμά της. Έτυχε να είναι εκείνη. Έγραφα τότε για μια πόρνη». Έφυγαν φανερά προβληματισμένοι. Νόμισε πως ξεμπέρδεψε. Αλλά όχι. Λίγες μέρες μετά επέστρεψαν με ένταλμα για  «κατ’ οίκον έρευνα». Έκαναν το γραφείο του φύλλο και φτερό. Δεν βρήκαν τίποτα. Είχε φροντίσει να εξαφανίσει κάθε στοιχείο που θα μαρτυρούσε το πέρασμα της Όλγας από κει μέσα.

Η υπόθεση απασχόλησε για αρκετό καιρό την αστυνομία και τον τύπο, κι ο κόσμος βρήκε ένα θέμα να ασχολείται. Η αστυνομική έρευνα έκανε τον κύκλο της χωρίς να καταλήξει κάπου. Ο αγαπητικός της Όλγας, ο Νώντας, είχε άλλοθι όπως και όλοι οι πελάτες της. Η υπόθεση μπήκε στο αρχείο και οι εφημερίδες έδωσαν και επίσημα το τέλος στην υπόθεση με πηχυαίους τίτλους: «Ο πρώτος φόνος της χρονιάς θα μείνει τελικά ανεξιχνίαστος».

 Στη συνέχεια η φασαρία κόπασε και ξεχάστηκε η Όλγα.

 Όχι όμως ο Εξαρχόπουλος. Πέντε χρόνια μετά ήρθε πάλι στην επικαιρότητα με ένα βραβευμένο μυθιστόρημά του που είχε τον τίτλο ΕΡΩΣ. Εκεί μιλούσε για τον παράφορο έρωτα ενός ευυπόληπτου πολίτη για μια κοινή πόρνη. Το πάθος και η ζήλια του γι’ αυτή τον ώθησαν τελικά να την σκοτώσει.  

Κατεβαίνοντας μια μέρα την Σόλωνος, στο κέντρο της Αθήνας, στάθηκε μπροστά στην προθήκη ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου. Εκεί, ανάμεσα σε τόσα άλλα βιβλία το μάτι του διέκρινε το δικό του. Δυο κυρίες βγήκαν απ’ το κατάστημα σχολιάζοντας με θαυμασμό το βιβλίο του. Μόλις είδαν τον Αχιλλέα, τον αναγνώρισαν αμέσως.

«Κύριε Εξαρχόπουλε, τι χαρά να σας συναντούμε εδώ! Θα μας κάνετε την τιμή να υπογράψετε το βιβλίο σας;» 

Έκανε ό,τι του ζήτησαν χωρίς να μιλήσει. Μετά μπήκε στο κατάστημα, πήρε απ' το ράφι ένα αντίτυπο του βιβλίου του και σημείωσε στην τελευταία σελίδα: «Ομολογώ πως εγώ, ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, σκότωσα με τον πιο ειδεχθή τρόπο την Όλγα, την μοναδική γυναίκα που αγάπησα, και αγαπώ ακόμα». Μετά,  έβαλε το αντίτυπο στη θέση του, μαζί με τα άλλα, χαιρέτησε τον υπάλληλο και βγήκε απ' το βιβλιοπωλείο ήσυχος και γαλήνιος . Ήταν μια υπέροχη ανοιξιάτικη μέρα…



 







Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

Τα λόγια σας... (Για την Αριστέα και το 31ο Συμπόσιο)

 

catrin welz-stein


Τα λόγια σας



Κι ύστερα ήρθαν τα λόγια σας

κι έστησαν γύρω μου χορό.

Τα ένιωσα πάνω στο δέρμα μου - δεύτερο δέρμα.

Με ζέστανε η στοργή τους,

μαλάκωσαν τον τρόμο μου,

κι οι αποστάσεις μεταξύ μας μίκραιναν, όλο μίκραιναν, 

τόσο, που ακόμα κι άστοχα να ήταν διαλεγμένα,

μ' αγκάλιασαν σφιχτά.


Το 31ο Συμπόσιο με τις 31 συμμετοχές που οργάνωσε και διοργανώνει πάντα η Αριστέα μας στο blog της:  Η ζωή είναι ωραία, είχε θέμα, αυτή τη φορά, την "Αγκαλιά". Συμμετείχαμε με χαρά, βάζοντας τα δυνατά μας και ελπίζοντας να ικανοποιήσουμε την οικοδέσποινα αλλά και την... Ποίηση. Πρώτο ψηφίστηκε το ποίημα "Ο άνθρωπος που φοβόταν τα χέρια του", της φίλης μας Μαρίας ΚανελλάκηΌλες οι συμμετοχές ΕΔΩ

Χρόνια Πολλά σε όσους/ες γιόρταζαν των Φώτων και σε όσους/σες γιορτάζουν σήμερα.



Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Η θέα του νου - 2024!!!

 




Χρήστος Μποκόρος  


  Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, ξαναγεννιέται η ελπίδα. Η ελπίδα για καλύτερες μέρες, χωρίς αγωνία, φόβο και θάνατο παρά μόνο με χαρά, ειρήνη και ευημερία. Μας το χαλάει όμως η καρδιά που πεισματώνει κρυμμένη σε γωνίες και στενά περάσματα. Αυτή η καρδιά που χτυπάει πάντα δυνατά και γρήγορα στα δύσκολα, αλλά περνάει σαν αέρας πάνω από τα εύκολα και τα απλά.

Ο χρόνος είναι μια ατελείωτη ροή, χωρίς κόμματα και τελείες, γεμάτος με ερωτηματικά, θαυμαστικά και αποσιωπητικά. Τον τεμαχίζουμε για να τον χωρέσει ο νους μας, να τον κατανοήσει, ίσως γιατί μόνον έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε και τις πράξεις μας, τις επιλογές μας, δηλαδή τους εαυτούς μας. Τον πάμε βήμα-βήμα, κοιτάζοντας περισσότερο πίσω μας, και χάνουμε τη θέα που απλώνεται μπροστά μας. 

Πέρα απ' τις ευχές μου για τον νέο χρόνο, νιώθω επιπλέον φέτος την επιθυμία να ρίξω μια "κατάρα" σε όλους του πολεμοχαρείς και αιμοδιψείς τύπους του κόσμου. Τους ρίχνω λοιπόν την "κατάρα" να ερωτευθούν με πάθος κι αγιάτρευτα για όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Να λιώνουν από έρωτα κάθε στιγμή. Κάθε πρωί να κλέβουν τριαντάφυλλα από τον κήπο του γείτονα για να τα χαρίσουν στην καλή τους. Να ξημερώνονται κάτω απ' τα παράθυρά της και να τους παίρνει ο ύπνος αρθρώνοντας μόνον στίχους. 
Ίσως έτσι να αφήσουν ήσυχη την ανθρωπότητα να ζήσει μια ειρηνική ζωή με τις οικογένειες ενωμένες, τα χωράφια καλλιεργημένα, τα παιδιά χαρούμενα και χορτασμένα στην αγκαλιά της μάνας τους και τον ήλιο να ανατέλλει και να δύει σε ξάστερο ουρανό, χωρίς καπνούς από φωτιές και βόμβες. 

Ολόκαρδα εύχομαι όλα αυτά να γίνουν πραγματικότητα! 
Και για σας, τους γνωστούς εδώ και τους άγνωστους φίλους σε όλο τον κόσμο, εύχομαι ο νους σας, το 2024, να έχει την ωραιότερη θέα!! 

💝😊🎅🎈


Ωδή Στη Χαρά/Ελευθερία, πληροφορίες ΕΔΩ 


Ode To Joy/Freedome  - André Rieu 





Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2023

Κάποτε τα Χριστούγεννα... (δεύτερο και τελευταίο μέρος)

 

Aysem Kubilay



ΜΕΡΟΣ  ΔΕΥΤΕΡΟ

 

-3-

 

Όταν ο Πέτρος έφερε στην πόλη την Ελισάβετ, όλα άλλαξαν. Ο θαυμασμός και ο κρυφός πόθος των κοριτσιών μετατράπηκε σε ζήλεια και περιφρόνηση. Τα σούρτα-φέρτα μπροστά από το σιδεράδικο σταμάτησαν κι εκείνος έκλεινε το εργαστήρι του πιο νωρίς τα βράδια. Η ζωή του ζευγαριού κυλούσε ωστόσο ήρεμα, και οι δουλειές του Πέτρου πήραν τα πάνω τους πάλι. Τους άλλους όμως τους έτρωγε η περιέργεια. Ήθελαν να γνωρίσουν από κοντά την Ελισάβετ. Ήθελαν να τη δουν από κοντά, μήπως και καταλάβουν τι έφερε μαζί τους δυο αυτούς παράταιρους ανθρώπους: τον θηριώδη κι απόκοσμο σιδερά με την αλλόκοτη και ντελικάτη Ελισάβετ;

 Εκείνη προτιμούσε να περνάει τον χρόνο της στο σπίτι. Κι όταν αποφάσιζε κάποτε να βγει έξω, τα βήματά της την οδηγούσαν στο δάσος με τις οξιές και τους καλαμιώνες. Εκεί περιπλανιόταν με τις ώρες, ακολουθώντας τα ασφαλή περάσματα που είχε σημαδέψει από πριν ο Πέτρος. Έψαχνε στο έλος καλάμια για τα κουκούλια της, τα έδενε σε δεμάτια και τα έφερνε στο σπίτι. Αργά το απόγευμα ετοίμαζε το δείπνο τους κι έστρωνε το τραπέζι τους δίπλα στη φωτιά. Όσο για τον Πέτρο, ένα ήταν σίγουρο. Μέτραγε την ώρα ώσπου να κλείσει το σιδεράδικο και να γυρίσει πίσω, στο σπίτι. Οι ώρες που βρισκόταν δίπλα της, ήταν γι’ αυτόν βάλσαμο, και οι μικρές καθημερινές του συνήθειες έπαιρναν αίφνης άλλο νόημα.

Μετά το δείπνο, εκείνος έβγαινε στο κεφαλόσκαλο για να καπνίσει. Έβγαζε από το ξύλινο κουτί τη φιλντισένια πίπα του Ματθαίου και από το πέτσινο πορτοφόλι του τον μυρωδάτο καπνό. Κι αυτή ήταν η μοναδική πολυτέλεια που είχε. Την άναβε με τελετουργικές κινήσεις και τράβαγε δυο, τρεις ρουφηξιές εκστατικός. Μετά, το βλέμμα του καρφωνόταν πέρα, πάνω απ’ τα τελευταία σπίτια της πόλης, εκεί που το λυκόφως έβαφε τον ουράνιο θόλο χρυσό. Οι Πλειάδες, απ’ τον αστερισμό του Ταύρου, έλαμπαν σταθερά, στη θέση τους. Τις αναγνώριζε με ευκολία όπως και πολλούς άλλους αστερισμούς. Του άρεσε από παιδί να κοιτάζει τον ουρανό, τα ξάστερα βράδια. Η ουράνια απεραντοσύνη χαλάρωνε την ψυχή του κι άφηνε το νου του να ονειρεύεται.

Η Ελισάβετ σπάνια καθότανε μαζί του. Τον άφηνε μονάχο του, να τα πει με τον εαυτό του. Εκείνη δεν την ικανοποιούσε η ονειροπόληση. Προτιμούσε να δημιουργεί. Της άρεσε να πιάνει το απλό και να το κάνει χρήσιμο. Όπως έκαμε με τα νήματα και τα καλάμια  του έλους. Όταν εκείνος κάπνιζε στο κεφαλόσκαλο, η Ελισάβετ ύφαινε σιγοτραγουδώντας. Ο Πέτρος μπορεί να μην καταλάβαινε τα λόγια της, αλλά τον μάγευε ο ρυθμός τους. 

Αρχές της άνοιξης η Ελισάβετ έστησε τα «κουκούλια» της στον αγρό που απλωνόταν μπροστά στο σπίτι. Μετά, ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο του λόφου κι άρχισε ένα ιδιότυπο μυστικιστικό τραγούδι, μια μελωδική ιαχή, σαν κάλεσμα. Και τότε συνέβη κάτι θαυμαστό και πρωτόγνωρο.  Σμήνη από άγριες μέλισσες άρχισαν να καταφθάνουν από μακριά. Την πλησίασαν και πέταξαν γύρω της χωρίς να την πειράξουν. Ύστερα, υπακούοντας σ' ένα διαφορετικό κάλεσμα της Ελισάβετ, μια διαφορετική ιαχή, μπήκαν όλες μες στις καλαμένιες κυψέλες της. Κι αυτό γινόταν για μέρες, μέχρι που μια μέρα απ’ αυτές, ο ιερέας της πόλης, περνώντας με την άμαξά του απ’ το δημόσιο δρόμο, έγινε μάρτυρας μιας τέτοιας σκηνής.  Φώναξε αμέσως στον αμαξά του να σταθεί. Κοιτούσαν και οι δυο τους άναυδοι τούτο το παράξενο φαινόμενο: τη γυναίκα να μιλάει στις μέλισσες σε μια γλώσσα ακατάληπτη, σχεδόν μαγική.

Το αλλόκοτο φέρσιμο της Ελισάβετ φάνταξε αμέσως στα μάτια του ιερέα, διαβολικό. Το νέο δεν άργησε να διαδοθεί. Η φήμη πως η Ελισάβετ ήταν αλαφροΐσκιωτη απλώθηκε στην πόλη σαν αστραπή.  


                                     

 

Ένα πρωί, περαστικοί είδαν τον Πέτρο να κρεμάει στην πρόσοψη του σιδεράδικου μια σειρά από πολύχρωμα μαντίλια. Είχανε πάνω τους ανθισμένους αγρούς, κι ανθρώπους ειρηνικούς και χαρούμενους.  Η ιδιότροπη τέχνη της Ελισάβετ απαιτούσε ησυχία και υπομονή. Τα δάχτυλά της έπρεπε να κρατήσουν τον σωστό ρυθμό, και η φαντασία της να βάλει σε τάξη τις εικόνες του νου της. Πολύχρωμα βαμβακερά νήματα δεμένα σε ξυλάκια, γινόντουσαν  στα χέρια της σπάνια ποιήματα.

  Όσοι περνούσαν από κει, στέκονταν και τα θαύμαζαν, χωρίς όμως την πρόθεση να τ’ αγοράσουν. Μπορεί να τους γοήτευαν τα χαρούμενα χρώματα, αλλά οι υπόνοιες που διαδίδονταν εις βάρος  της Ελισάβετ, τους καθήλωναν. Γι' αυτό, τα όμορφα μαντήλια της έμεναν αζήτητα και περιφρονημένα. Ανεμοδέρνονταν πάνω στον μαυρισμένο τοίχο, μοιάζοντας περισσότερο με σημαίες άγνωστων κρατών ή με λάβαρα τροπαιοφόρα, παρά με δυσοίωνα  προμηνύματα.

 Οι μόνοι που αγόραζαν τα όμορφα μαντήλια της Ελισάβετ, ήταν οι τσιγγάνοι που κατέβαιναν απ’ το βορρά για να περάσουν τον χειμώνα τους στα χωριά του Νότου. Τα μπουλούκια τους έκαναν στάση στο σιδεράδικο για να πεταλώσουν τα άλογά τους. Τα κάρα τους γεμάτα γυναικόπαιδα έφερναν χαρά στην πόλη. Τα γέλια και τα τραγούδια τους διαμήνυαν από μακριά την μεγάλη πομπή τους. Αυτοί μόνον αγόραζαν τα μαντήλια της, οι άντρες για να στολίσουν τις σέλες των αλόγων τους και τα κορίτσια για να στολίσουν τα μαλλιά τους.

Όσα έμεναν απούλητα, έχαναν σιγά σιγά τη λάμψη τους, ξεθώριαζαν και σκοτείνιαζαν απ’ την κάπνα τα χρώματα  τους μέχρι που, κάποιο πρωί, ο Πέτρος ανοίγοντας το εργαστήρι του, βρήκε τα μαντήλια της γυναίκας του πεταμένα πάνω στον βρεγμένο δρόμο.

 

-4-

 

Όταν μπήκε η άνοιξη η Ελισάβετ ένιωσε τα πρώτα σκιρτήματα στην κοιλιά της. Το είπε αμέσως στον άντρα της, κι εκείνος την έσφιξε με συγκίνηση στην αγκαλιά του. Το σπίτι τους σαν να ζωντάνεψε ξαφνικά. Σαν όλα εκεί μέσα να απόκτησαν μιλιά, και διηγούνταν τη δική τους ιστορία. 

Ώσπου συνέβη στην πόλη κάτι αναπάντεχο. Απ’ τη μια μέρα στην άλλη ένας - ένας οι κάτοικοι έπεφταν άρρωστοι από μια άγνωστη ασθένεια. Τα σπίτια γέμισαν αρρώστους και αρκετοί πέθαιναν αβοήθητοι. Κανείς γιατρός δεν μπορούσε να βρει την αιτία. Ο θυμός για το κακό που τους βρήκε, φούντωσε μες στις ψυχές τους κι έψαχνε τρόπο για να ξεσπάσει. Μια υποψία, σαν φίδι φαρμακερό, σερνόταν μες στα σοκάκια της πόλης. "Αυτή, η αλαφροΐσκιωτη του σιδερά φταίει.." 

Μόνον κατάρες και αναθέματα ακούγονταν πλέον για τον Πέτρο και την Ελισάβετ. Μάταια οι πιο λογικοί προσπάθησαν να συγκρατήσουν τους θυμωμένους. Ο πόνος κι ο θυμός κάνει ασυγκράτητους τους ανθρώπους.

Έτσι, μια μέρα, πλήθος κόσμου ξεχύθηκε στο δημόσιο δρόμο με προορισμό το σπίτι του λόφου. Η Ελισάβετ βρισκόταν μόνη της εκείνη την ώρα.  Άκουσε από μακριά το θυμωμένο ανθρώπινο βουητό να πλησιάζει και βγήκε έξω για να δει τι συμβαίνει. Δεκάδες άνθρωποι κραδαίνοντας ξύλα, μαχαίρια και δρεπάνια, έρχονταν κατά πάνω της, βρίζοντας. Εκείνη σαστισμένη έκανε βήματα πίσω. Έβγαλε ασυναίσθητα το μαντήλι που φορούσε στο κεφάλι της -ίδιο με κείνα στο σιδεράδικο – και σκέπασε μ’ αυτό την κοιλιά της. Μια προσευχή ξεπήδησε από μέσα της και αμέσως μετά, εκείνο το μελωδικό κάλεσμα των μελισσών βγήκε τόσο δυνατά απ’ το στόμα της, που σκέπασε  εντελώς τις φωνές και τα αναθέματα του κόσμου. 

Οι μέλισσες ξεχύθηκαν σαν πυκνό σύννεφο απ’ τα κουκούλια τους και πέταξαν κοντά της. Έφτιαξαν γύρω της έναν κλοιό αδιαπέραστο.  Πάγωσε το οργισμένο πλήθος. Ακούστηκε κάποιος να λέει: "Ο ιερέας είχε δίκιο!…Ο ιερέας είχε δίκιο!". Όλοι τον άκουσαν, αλλά κανείς δεν τόλμησε να κάνει βήμα. Ο άγριος βόμβος των μελισσών τους κράτησε σε απόσταση, και άβουλοι απ’ τον τρόμο, κοίταζαν κατάπληκτοι τη σκηνή που διαδραματιζόταν εμπρός τους. 




Ο χειμώνας που ήρθε δεν εξαφάνισε το κακό στην πόλη. Κάθε σπίτι πενθούσε νεκρό και στο κοιμητήρι άνοιγαν τακτικά νέους τάφους.

Η Ελισάβετ, κλεισμένη στο σπίτι, περίμενε με αγωνία τη γέννηση του παιδιού τους . Ο Πέτρος την ησύχαζε με την ήρεμη φωνή του, αλλά κι εκείνος στο βάθος της ψυχής του ένιωθε τον ίδιο φόβο για το μέλλον που τους περίμενε.

Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν η αρρώστια έριξε και τα παιδιά στο στρώμα. Μάταια ο ιερέας έκανε δεήσεις να σταματήσει το κακό. Όλα έδειχναν πια πως η αρρώστια είχε απλώσει για τα καλά το μαύρο πέπλο της πάνω απ’ την πόλη.

 


Παραμονή Χριστουγέννων η Ελισάβετ ένιωσε τους πρώτους πόνους της γέννας. Είχε προετοιμάσει τον άντρα της κι εκείνος ήξερε καλά τι έπρεπε να κάνει. Ήταν όλα έτοιμα. Η φωτιά έκαιγε στο τζάκι και η κούνια του μωρού μαζί με τα σπάργανα περίμεναν ζεστά στην άκρη. Χιόνιζε απ’ το πρωί ακατάπαυστα, μα η λευκότητα του χιονιού δεν κατάφερνε να καλύψει την διάχυτη δυστυχία της πόλης. Άλλες χρονιές τέτοια μέρα τα παιδιά περνούσαν τις διακοπές τους χαρούμενα κάνοντας πατινάζ στην επιφάνεια της παγωμένης λίμνης. Τώρα, κανείς δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους. 

Το δυνατό κρύο γινόταν χειρότερο με τον αέρα που λυσσομανούσε και οι πόνοι της Ελισάβετ δυνάμωναν, όσο περνούσε η ώρα. Ο Πέτρος, σωστός βράχος δίπλα της.

 Περασμένα  μεσάνυχτα ήρθε στον κόσμο ο γιός τους. Ένα όμορφο και παράξενο μωρό με κόκκινα μαλλιά, σαν τα δικά της και μάτια κάρβουνο, σαν του πατέρα του. 

Ο Πέτρος τύλιξε το παιδί συγκινημένος. Το χιόνι είχε από ώρα σταματήσει, και ο ουρανός άστραφτε πεντακάθαρος. Ένα ολόγιομο φεγγάρι στεκόταν ακριβώς πάνω απ’ το σπίτι τους κι έλουζε με το φως του τα πάντα. Κανείς στην πόλη δεν θυμήθηκε τόσο μεγάλη και φωτεινή ξανά τη σελήνη.


-5-

 

Κοντά στα ξημερώματα, ένα κάρο με δυο ανθρώπους τυλιγμένους σε χοντρά πανωφόρια, διέσχισε αργά τους έρημους δρόμους της πόλης. Όταν έφτασε στο ναό σταμάτησε. Ένας μεγαλόσωμος άντρας και μια μικροσκοπική γυναίκα διασκέλισαν το κατώφλι του. Κανείς δεν βρισκόταν στον ναό εκείνη την ώρα, παρεκτός του ιερέα που έψελνε άτονα το απολυτίκιο του Όρθρου των Χριστουγέννων. Η είσοδος του ζευγαριού τον διέκοψε. Γύρισε και τους κοίταξε με περιέργεια. Είδε τότε τον θηριώδη σιδερά να προχωράει προς το μέρος του κρατώντας  ένα μωρό στα χέρια. Πίσω του, ακολουθούσε σαν σκιά, η Ελισάβετ. Ο Πέτρος γονάτισε κι έτεινε το φασκιωμένο μωρό προς το μέρος του ιερέα.

«Θα ευλογήσεις το γιο μου παπά;» ρώτησε, και η φωνή του δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνον τον αψύ άνδρα, που ήξερε η πόλη.

Ο ιερέας σάστισε στην αρχή. Μετά όμως πήρε το μωρό στα χέρια του και σχημάτισε το σημείο του σταυρού στο μέτωπό του. Στη συνέχεια είπε μια προσευχή και το έδωσε στη μητέρα του που περίμενε δίπλα στον άντρα της συγκινημένη. 

Όταν το ζευγάρι με το μωρό βγήκε απ’ τον ναό, τους υποδέχτηκε το πρώτο φως της μέρας. Ανέβηκαν στο καρό τους και ξεκίνησαν. Περνώντας απ' τον δημόσιο δρόμο, είδαν έκπληκτοι ν’ ανάβουν τα φώτα του το ένα μετά το άλλο. Όταν το κάρο τους έφτασε στην κορυφή του λόφου, όλη η πόλη πίσω τους, έλαμπε φωταγωγημένη. 

 Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε, αλλά η ιστορία του Πέτρου και της Ελισάβετ έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη όλων. Την διηγούνταν στα παιδιά και στα εγγόνια τους κι εκείνα στα δικά τους.  Γιατί κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να εξηγήσει πώς έγινε κι όλα τα άρρωστα παιδιά γιατρεύτηκαν μέσα σ’ ένα βράδυ. Εκείνο το βράδυ των Χριστουγέννων, στο Ινμεμόριαμ, σ' αυτή τη μικρή, ασήμαντη πόλη.

Τέλος

 Πρώτο μέρος της ιστορίας ΕΔΩ  🎄

Ευχαριστώ για την ανάγνωση.

 

Καλά Χριστούγεννα 🎄


The Arrival of the Christmas Tree
by Hans Andersen Brendekilde