Αναρτήσεις

Κυριακή 14 Μαΐου 2023

ΜΙΚΡΕΣ ΖΩΕΣ

 



Margarita Sikorskaia


Δευτέρα πρωί, τι σιχαμερή μέρα, δεν τη χώνεψα ποτέ μου. Βρίσκω τα παπούτσια μου πάλι παγωμένα. Το πετσί τους σκληρό σα σίδερο. Περπατάω και πονάω. Η κάλτσα τρίβεται στο κρέας, το κρέας ματώνει.  Σκατά. Στο τραπέζι, το σιχαμερό γάλα. Δεν το πίνω με τίποτα. Να ξεφύγω θέλω.

Ντύνομαι σβέλτα και την κάνω από πίσω. Η μάνα πλένει στην μπροστινή αυλή.  Το πορτάκι κλειδωμένο. Γιατί το κλειδώνει; Δεν έχω καταλάβει. Δεν κάθομαι να σκάσω. Πετάω την τσάντα μου στο δρόμο και πηδάω από πάνω. Την ακούω να φθάνει τρέχοντας. Με φωνάζει. Ίσα που της ρίχνω ένα βλέμμα. Η ποδιά της μούσκεμα. Τα χέρια της κατακόκκινα, στάζουν σαπουνάδες.  

"Το γάλα σου το ήπιες; Αν δεν πιείς το γάλα σου, δεν πας πουθενά. Τ’ άκουσες;"

Μαζεύω από κάτω την τσάντα και γίνομαι μπουχός. "Θα το πω στον πατέρα σου!" Ούφ..όλο λόγια είναι.

 Στη στροφή του δρόμου κόβω ταχύτητα. Ώρα να πάρω ανάσα. Πετάω την τσάντα στο χώμα. Ψάχνω τις μπίλιες μου στην κωλότσεπη. Πάλι τις ξέχασα γαμώτο. Βρωμοδευτέρα! Απ’ την τσαντίλα μου κλωτσάω πέτρες. Τα παπούτσια μου χάλι μαύρο. Φαγωμένες μύτες, γδαρμένο χρώμα, τρύπια σόλα. Ποιος ακούει το γέρο! Και βαράει σα στραβός, δεν αστειεύεται. Σκατά! Έχει δίκιο η μάνα.

 Απ’το σχολείο, μ’ αρέσει μόνο η διαδρομή μέχρι να φτάσω. Την κάνω με το πάσο μου για να χαζεύω πέτρες. Σταμπάρω την καλύτερη και την κλωτσάω μέχρι το προαύλιο. Είμαι καλός στις πέτρες. Διαλέγω στρογγυλές που κάνουν γύρους πάνω στο χώμα. Δεν κουμαντάρονται εύκολα. Είναι για ζόρικους, σαν εμένα. Με θαυμάζουν οι φίλοι μου κι ο θείος με φωνάζει "Κλωτσαδόρο". Ο γέρος θυμώνει. Είμαι αλήτης λέει, και ντρέπεται.

 Το σπίτι μας είναι στην άκρη της πόλης. Ο δρόμος περνάει μέσα απ’ τα χωράφια. Ο κολλητός μου ο Χαρίλαος μένει στην πλατεία. Τον φέρνει ο πατέρας του στο σχολείο με τη βέσπα. Άτυχος αυτός, τον κλαίω από τώρα. Πάνε χαμένες τόσες περιπέτειες! Δεν του το λέω για να μην τον τσαντίσω.

 Το κουδούνι! Σκατά! Άργησα πάλι. Αν τρέξω, ίσως προλάβω την πόρτα πριν κλείσει αλλιώς πάλι τιμωρία. Το χειρότερό μου; Όταν μου στρίβει ο δάσκαλος τις φαβορίτες. Πονάει πολύ, μα δεν κλαίω. Οι άλλοι κλαίνε σαν κορίτσια.

 Η μάνα όλη μέρα είναι με ρόμπα και ποδιά. Στην ποδιά σκουπίζει τα χέρια της. Σκουπίζει και τα μάτια της καμμιά φορά. "Γιατί κλαις μάνα;" τη ρωτάω. "Δεν κλαίω βρε, καθάριζα κρεμμύδια". Πολύ ζόρικο να καθαρίζεις κρεμμύδια!

Μυστήριο τραίνο η μάνα αλλά είναι καλή στο σημάδι. Δεν αστοχεί ποτέ όταν πετάει το τετράδιο της ορθογραφίας στο πατάρι "Κοίτα να συμμορφωθείς. Έτσι και το δει ο πατέρας σου χάθηκες κακομοίρη!" Γκρίνιααα…!

 Τι κόλλημα κι αυτός με την ορθογραφία! Γιατί τραβάει τόσο ζόρι; Τι θα πάθει το χωριό αν το γράψω με όμικρον; Θα φύγει απ’ τη θέση του και θ’ αλλάξει η  γεωγραφία; Πολλή πλάκα έχουν οι μεγάλοι!

Η μάνα δεν σηκώνει χέρι πάνω μου. Γκρινιάζει μόνο όταν μου μπαλώνει τις τσέπες. Τις γεμίζω με όσα μαζεύω απ’ το δρόμο. "Δεν καταλαβαίνει θείε!" "Πού να καταλάβει κλωτσαδόρε μου; Γυναίκα είναι." Ο θείος είναι κυνηγός.  Ξέρει.

 Συρματάκια, τσιγκάκια, μικρά ελατήρια, βίδες, ξυλάκια… "Τι τα μαζεύεις όλα τούτα ρε μάγκα;" με ρωτάει. "Όταν τα παίζω, ονειρεύομαι…" του απαντάω. Με κοιτάει περίεργα. Έτσι μου φαίνεται. "Μου τα πουλάς;" "Πόσα δίνεις;" Κάναμε συμφωνία. "Μια δεκάρα το ένα, ό,τι μου αρέσει".

 Έχω μαζέψει τρεις δραχμές. Θέλω ακόμα δύο. Μετά, σφαίρα στην Τασία. Το αποφάσισα. Θα το πάρω εκείνο το μαντήλι μες το γυαλιστερό κουτί. Έχει κεντημένο σε μια άκρη του το κεφαλαίο Μ. Πολύ μ' αρέσει. Γελάω μόνος μου όταν τη σκέφτομαι. Θα σκουπίσει τα χέρια στην ποδιά, μετά θα το ανοίξει. "Χρόνια Πολλά!" θα της πω. Θα τα χάσει. Γιορτάζει κι αυτή την Άνοιξη. "Μάνα" δεν τη λένε;


Μάνα - Λεωνίδας Μπαλάφας