Αναρτήσεις

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Η παλάντζα δυστυχώς αργεί να ισορροπήσει.

 


"Ένας σπουδαίος δάσκαλος είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης.
Η διδασκαλία μπορεί να είναι η σπουδαιότερη από τις Τέχνες,
αφού το μέσο είναι το ανθρώπινο μυαλό και το πνεύμα."
Τζον Στάινμπεκ 



Δεν έχω σκοπό να πάω κόντρα στο δημόσιο αίσθημα αγανάκτησης που κυριαρχεί το τελευταίο διάστημα με αφορμή τα έκτροπα που συμβαίνουν στα σχολεία. Ανοίγω το σημερινό θέμα περισσότερο για να καταθέσω τον προβληματισμό μου σχετικά με όσα διαδραματίζονται στους σχολικούς χώρους. Κι αυτό θα το κάνω ξεκινώντας με μια μικρή αναδρομή στα σχολικά χρόνια της γενιάς μου.

Ας αρχίσω λοιπόν από το δημοτικό.

Στο σύνολο των έξι εκπαιδευτικών μας δύο, ένας άντρας και μια γυναίκα, ήταν οι καλύτεροι. Είχαν πάθος με τη δουλειά τους, ήταν δίκαιοι με τα παιδιά, αυστηροί όσο έπρεπε για να τηρείται η ησυχία και κυρίως πρωτοποριακοί στον τρόπο που δίδασκαν.

Από τους υπόλοιπους θυμάμαι την κυρία Επιθεωρητού, σύζυγο του επιθεωρητή που κατά τη διάρκεια του μαθήματος έπλεκε καθισμένη αναπαυτικά στην έδρα. Όσα παιδιά πέρασαν από τα χέρια της, στραβώθηκαν εντελώς.

Θυμάμαι τον επόμενο «λαμπρό» δάσκαλο που ήταν κάπως τρομακτικός στην όψη γιατί δεν χαμογελούσε ποτέ. Χτυπούσε με λύσσα τις παλάμες των παιδιών σε κάθε λάθος ή παραστράτημα και ειδικά στα αγόρια της τάξης του απολάμβανε να τους στρίβει τις φαβορίτες μέχρι που έβλεπε δάκρυα στα μάτια τους αλλά και πάλι δεν σταματούσε. Υπήρξα μάρτυρας ενός τέτοιου περιστατικού, και εκείνη ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ως παιδί βαθιά αγανάκτηση και μίσος.

Ο ίδιος αυτός δάσκαλος είχε σταθερά πάνω στην έδρα ένα ποτήρι με σκούρο υγρό, πιθανόν να ήταν καφές, και συχνά πυκνά έβγαζε την μασέλα του και την πετούσε μέσα. Μετά, την έβγαζε με τα χέρια του και την τοποθετούσε ξανά στη θέση της. Όλο αυτό το σκηνικό γινόταν μπροστά στα έκπληκτα και αηδιασμένα παιδικά μάτια.

Θυμάμαι κι άλλον έναν, διευθυντή του σχολείου μας, που είχε κρυφή σχέση με την μητέρα φίλου και γείτονά μας. Κάποια μέρα σήκωσα το ακουστικό για να τηλεφωνήσω και άκουσα την ερωτική συνομιλία τους. Εκείνη του ζητούσε συνεχώς να βοηθήσει τον γιό της κι εκείνος την ρωτούσε πότε θα έφευγε ο άντρας της από το σπίτι για να την επισκεφτεί. Το είπα στη μητέρα μου και με μάλωσε. Απαίτησε να μην το ξανακάνω. Ο γιός της γειτόνισσας, αν και αδύναμος μαθητής, προβιβάστηκε με δέκα εκείνη τη χρονιά, βαθμό που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του.

 Ο αδελφός και ο εξάδελφός μου είχαν την ατυχία να περάσουν και από τους δυο αυτούς δασκάλους. Δεν βοηθούσε και η τότε πολιτική κατάσταση. Οι πατεράδες μας ήταν του Κέντρου και διάβαζαν τα Νέα ενώ οι εν λόγω εκπαιδευτικοί ήταν δεξιοί. Έδερναν τα παιδιά εξαιτίας των πολιτικών φρονημάτων των πατεράδων τους.

Τόσο ο αδελφός μου όσο και ο εξάδελφός μου έτρεφαν πάντα γι' αυτούς βαθύ μίσος.

Στα χρόνια της Χούντας, στο εξατάξιο τότε γυμνάσιο, ήρθε και η δική μου σειρά να χάσω πάσα ιδέα για τους περισσότερους από τους καθηγητές μας. Η δουλοπρέπειά τους στο καθεστώς και ο φόβος τους μην τυχόν και στιγματιστούν ως αντιφρονούντες, τους ωθούσαν να φέρονται απάνθρωπα στις μαθήτριες. Δημόσιες ταπεινώσεις και χαστούκια που έφταναν μέχρι το ξύλο, όλα σε δημόσια θέα, το πρωί, μετά την προσευχή και την έπαρση της σημαίας.  Πριν, περνούσαν κάποιες καθηγήτριες από τις σειρές των παραταγμένων μαθητριών και μας έψαχναν τα νύχια, μήπως είναι βαμμένα, επιτηρούσαν την εμφάνισή μας. Αλίμονο σε όσες είχαν σγουρά μαλλιά και δεν έστρωναν καλά στο κεφάλι τους. Σκαμπίλια και τραβήγματα από τις αλογοουρές.

Έτσι νόμιζαν πως συνετίζουν τις απείθαρχες που δεν φορούσαν την μπλε κορδέλα στα μαλλιά, που λούζονταν με χαμομήλι για να ξανθαίνουν οι μπούκλες τους, που ξεχνούσαν να καρφιτσώσουν το σήμα τους στην ποδιά ή φορούσαν σοσόνια σε άλλα χρώματα εκτός από μπλε και άσπρο. Νιώθαμε τρόμο. Ο γυμνασιάρχης διάβαζε από έναν κατάλογο, που προηγουμένως του είχαν παραδώσει οι καθηγήτριες, τα ονόματα όσων κοριτσιών δεν είχαν πειθαρχήσει.

Σ’ αυτό το «έξοχο» εκπαιδευτικό περιβάλλον είχαμε ξεχωρίσει έναν καθηγητή. Μαθηματικός ήταν. Υπερήφανος και αξιοπρεπής άνθρωπος Αρνιόταν να παραβρίσκεται σε τέτοιους πειθαρχικούς ελέγχους αδιαφορώντας για τις έξαλλες,  εκτός ελέγχου, φωνές του γυμνασιάρχη που τον διέταζε να επιστρέψει στη θέση του. Ένα φωτεινό παράδειγμα ήταν ο μαθηματικός μας, σ’ εκείνα τα μαύρα χρόνια της εφηβείας μας.



Ας έρθω στο σήμερα.

Τα πράγματα απ’ την πλευρά των μαθητών φαίνεται πως έχουν ξεφύγει. Οι εκπαιδευτικοί ζητούν πιο αυστηρές τιμωρίες εκείνων που εκτρέπονται.  Ξέρουμε πολύ καλά πως όλα ξεκινούν μέσα από το σπίτι. Εκεί μπαίνουν οι βάσεις του ήθους, της αξιοπρέπειας του σεβασμού και της δικαιοσύνης. Η κοινωνία πιστεύει πως οι γονείς τέτοιων παιδιών είναι ανάξιοι και αναποτελεσματικοί στο ρόλο τους. Και ίσως να είναι. Όμως αυτός είναι ο μόνος λόγος;

Η κοινωνία είναι μια πυραμίδα. Όταν ο πολίτης νιώθει εξουθενωμένος από την αδικία που υφίσταται απ’ την πλευρά του κράτους, όταν βλέπει να συρρικνώνεται το εισόδημά του και να μην τα βγάζει πέρα με τις υποχρεώσεις του. Όταν δεν μπορεί να στηρίξει τα όνειρα των παιδιών του ενώ, την ίδια στιγμή, απέναντι του πρωτοστατεί μια κάστα πολιτών που απολαμβάνει όλα τα προνόμια με σκανδαλιστικό τρόπο. Σε ποιόν άραγε θα «μετακυλιθεί»  αυτό το άρρωστο περιβάλλον; Με ποιους αδικημένους και ποιους ωφελημένους;

Μέχρι σήμερα γίνεται προς τα κάτω με τελικό αποδέκτη τους οργισμένους νέους που βλέπουν μπροστά τους σκοτάδι, μηδέν προοπτική.

Τα ακραία κοινωνικά φαινόμενα για να έρθουν σε μια ισορροπία χρειάζονται πολλά χρόνια. Η κοινωνική παλάντζα ανεβοκατεβαίνει για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να ισορροπήσει. Κάποτε επικρατούσε η ασύδοτη εξουσία των δασκάλων πάνω στους μαθητές.

Σήμερα όπως φαίνεται επικρατεί η ασύδοτη εξουσία των μαθητών πάνω στους εκπαιδευτικούς. Έτσι τουλάχιστον παρουσιάζεται από το σύστημα.

Προσωπικά πιστεύω πως η διόρθωση του «μοντέλου» δεν θα γίνει με περισσότερες τιμωρίες. Θα γίνει, ξεκινώντας με σεβασμό του κράτους προς τους πολίτες, με απονομή δικαιοσύνης, με δίκαιη αντιμετώπιση όλων και παροχή ασφάλειας. Μόνον όταν η υπέρτατη εξουσία του κράτους αναλάβει να εκτελέσει σωστά τον ρόλο της απέναντι στους πολίτες, τότε μόνον οι πολίτες - οι οικογένειες - θα ανακτήσουν την αξιοπρέπεια και τη συνείδησή τους και θα δώσουν σωστά παραδείγματα στα παιδιά τους.

Και η κοινωνική παλάντζα, δυστυχώς, θα αργήσει πολύ να ισορροπήσει.



Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Old women

 





Υπάρχουν κάποιες "αρτίστες" στη ζωή που το στυλ τους παίρνει όλα τα χρώματα. Από το ροζ μέχρι το βαθύ κόκκινο και το μαύρο.

Η κυρία Ντίνα, ενενήντα τριών ετών ζει με τον σκύλο της στον κάτω όροφο. Ανοίγει, στις δώδεκα το μεσημέρι ακριβώς, την σιδεριά που έχει τοποθετήσει στην εξώπορτά της για να της παραδώσει ο ντελιβαράς το μεσημεριανό φαγητό της. 

Ο ήχος της σιδεριάς είναι στριγκός και με κάνει κάθε φορά να ανατριχιάζω. Έχει βάλει ίδιες σιδεριές και στις δύο μπαλκονόπορτες του διαμερίσματός της. Παλιά φοβόταν τους Αλβανούς, μετά τους Πακιστανούς και τώρα φοβάται τις κάθε λογής συμμορίες που την έχουν βάλει στόχο. Επιμένει πως κόβουν βόλτες στο δρόμο και παραμονεύουν να την κλέψουν. Έχει τσακωθεί με τους λίγους συγγενείς της και δεν τους δέχεται στο σπίτι της γιατί θέλουν κι αυτοί να την κλέψουν. Κάθε φορά που χάνει κάτι είναι σίγουρη πως κάποιος από την πολυκατοικία έχει μπει κρυφά στο διαμέρισμά της και το έχει κλέψει.

Η κυρία Ντίνα ζει φυλακισμένη στο σπίτι της και στο μυαλό της.

Δεν είχε βέβαια πάντα αυτά τα μυαλά. Στα νιάτα της επιβίωσε χάρη στην ικανότητά της να βλέπει ευκαιρίες  ακόμα και σ' ότι δεν ήξερε να κάνει. Έμαθε όμως. Ξεκίνησε μετά την Κατοχή να φτιάχνει σόλες για παπούτσια στο σπίτι της. Όταν οι δουλειές μεγάλωσαν, νοίκιασε ένα παλιό προσφυγικό παράπηγμα μισογκρεμισμένο απ΄ τους κατοχικούς βομβαρδισμούς και έστησε εκεί μέσα μια μικρή βιοτεχνία για σόλες. Απέκτησε χρήματα και συχνά πυκνά μάζευε τα ρακένδυτα πεινασμένα παιδάκια της γειτονιάς της και τα τάιζε. 

Υπήρξε πολύ ωραία στα νιάτα της. Το μαρτυρούν οι φωτογραφίες στο σαλόνι της. Σε περίοπτη θέση βρισκόταν μέχρι πρόσφατα ο πίνακας που είχε φιλοτεχνήσει ένας παλιός φίλος της, ζωγράφος. Τον κατέβασε γιατί δεν ήταν σωστό - όπως είπε - να την βλέπει γυμνή ο κόσμος. 

Πριν ένα χρόνο έχασε το γιο της. Εξήντα πέντε χρονών. Ζούσε στην Νότιο Αφρική. Είχε να τον δει πάνω από τριάντα χρόνια. Σ' όλο αυτό το διάστημα, αντάλλαξαν ελάχιστες επισκέψεις. Εκείνη την αρρώσταινε το κλίμα. Δεν τα πήγαινε καλά και με τη νύφη. Εκείνος ήταν πολυάσχολος επιχειρηματίας. Μιλούσαν όμως συχνά στο skype. 

Της έκρυψαν το θάνατό του. Της είπαν πως έλειπε στη ζούγκλα για δουλειές. Ώσπου κάποιος φίλος του συνταξιούχος, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, αποφάσισε να της το φανερώσει. Πίστευε πως η μάνα έπρεπε να πενθήσει το παιδί της.  

 Mόλις το έμαθε, έμεινε σκεπτική. Δεν την αιφνιδίασε η είδηση. Είπε πως το είχε διαισθανθεί. Έκλαψε και μετά, το ξέχασε. 

Μέλημά της έγινε η τακτοποίηση της κηδείας της. Τα κανόνισε όλα με το γραφείο τελετών και πλήρωσε προκαταβολικά για τα πάντα. Αυτό ήταν θέμα αξιοπρέπειας για την ίδια.

Πέρασαν χρόνια από τότε. Ο τελετάρχης της θύμιζε που και που τον εκκρεμή θάνατό της. "Ξέχασες να πεθάνεις; Έχεις πληρώσει." Γελούσε η κυρία Ντίνα. Ηλικιωμένος αυτός, ηλικιωμένη κι αυτή βρήκανε αυτό για να γελάνε. 

Κάθε μέρα στις 12 μ.μ. χτυπάει το κουδούνι της ο ντελιβεράς που φέρνει το φαγητό της. Όταν βιάζεται χτυπάει σε μας. Εκείνη αργεί πολύ να του ανοίξει. Ευγενικός άνθρωπος με πολλή υπομονή. Ο σκύλος ξεσηκώνει τον κόσμο απ' τη χαρά του όταν τον βλέπει. Αλλά κι εκείνη δεν κρύβει τη δική της. Του πιάνει τη συζήτηση, μιλάει για λίγο μαζί της, τον πληρώνει, την ευχαριστεί και φεύγει. 

Τελευταία δεν βλέπει σχεδόν καθόλου. Το ζάχαρό της έχει χτυπήσει ταβάνι. Στο ψυγείο της όμως  διατηρεί σταθερά στοκ από σοκολάτες. 

Αρνείται να υπακούσει στις εντολές του γιατρού. Η γεύση άλλωστε είναι η τελευταία αίσθηση που της έχει απομείνει.


(Από το διαδίκτυο)

Στο ημιυπόγειο ζει η κυρία Ζωή. Το δικό της διαμέρισμα, αντίθετα, είναι κέντρο διερχομένων. Στις δέκα, που έχει τελειώσει τα ψώνια της και τις δουλειές της, βάζει στη διαπασών τη μουσική της αρεσκείας της και το ρίχνει στο τραγούδι. Έχει πατήσει τα ογδόντα, αλλά δεν το βάζει κάτω. Κατάξανθο μαλλί, colorful ενδυμασία και μακιγιάζ επικίνδυνο. Αεικίνητη και αισιόδοξη δεν αφήνει κανένα φαρμάκι να πάει κάτω. «Μακαρία και πτωχή τω πνεύματι» ζει ευτυχισμένη, και το μόνο της πρόβλημα είναι το υψηλό ζάχαρο που της ταράζει τα νεύρα. Τότε βρίζει μόνη της και ξεριζώνει τα λουλούδια της εισόδου. Σε αντίθεση με τη Ντίνα που πλακώνεται στις σοκολάτες, η Ζωή προσέχει τον εαυτό της. Τηρεί με ευλάβεια τη δίαιτά της και κάνει ανελλιπώς τον καθημερινό της περίπατο.

Οι άντρες και τα γλέντια δεν έλειψαν απ’ τη ζωή της. Όλα φανερά, σε δημόσια θέα. 

Η κυρία Ζωή έχασε νωρίς τον άντρα της και μεγάλωσε μόνη της τα τέσσερα παιδιά της. Χρειάστηκε να κάνει όλων των ειδών τις δουλειές. Τα φρόντισε, τα πάντρεψε και τα καμαρώνει. Στο πεντακάθαρο διαμέρισμά της είναι όλοι καλοδεχούμενοι. 

Πριν ενάμιση χρόνο μου σύστησε το τελευταίο amore της. Έναν ηλικιωμένο συνταξιούχο ξυλουργό και χήρο. Άντρας της καλύτερής της φίλης. Πέθανε νέα και της τον άφησε κληρονομιά, όπως έλεγε. Ερχόταν σπίτι της συχνά και έκαναν παρέα. Του έπλενε τα ρούχα, του μαγείρευε κι εκείνος φαινόταν απόλυτα εξαρτημένος. Ήσυχος άνθρωπος, μελαγχολικός, ευγενικός και λιγομίλητος. Απέπνεε μια κάποια αρχοντιά κι αξιοπρέπεια. Πίνανε μαζί καφέ, έβγαιναν και βόλτες τα απογεύματα. 

Τους συναντούσα κάποιες φορές στις σκάλες. Εκείνη με χαιρετούσε μες στα χαμόγελα. Εκείνος στεκόταν αμίλητος στην άκρη, με βλέμμα χαμένο. Σαν να 'ταν κι ο ίδιος, σε άλλο χρόνο, χαμένος και το μόνο σκοινί που τον κρατούσε στο παρόν, να ήταν το εκρηκτικό γέλιο της Ζωής και το κατακόκκινο κραγιόν της.  

Μου ανακοίνωσε τον θάνατό του ένα απόγευμα. Τον φρόντισα μου είπε, όπως υποσχέθηκα στη φιλενάδα μου. Δεν είδα λύπη στα μάτια της. Σαν να είχε κάνει το καθήκον της και ήταν ήσυχη. Πρόσεξα όμως πως δεν φορούσε το κόκκινο κραγιόν της. Ίσως δεν της πήγαινε η καρδιά να το φορέσει αφού εκείνος έλειπε.

Κάποιες φορές η Ντίνα και η Ζωή κάνουν παρέα οι δυο τους. Άλλες πάλι φορές τις ακούμε να τσακώνονται σαν τα κοκόρια. Η Ντίνα να λέει τη Ζωή ξεδιάντροπη και η Ζωή να χαρακτηρίζει την Ντίνα ξεμωραμένη.  

Όμως, όσες φορές τις έχω δει να περπατούν αγκαζέ στο δρόμο, νιώθω πως είναι πιο κοντά απ' ό,τι οι ίδιες νομίζουν. Πως κάτι δυνατό υπάρχει που τις ενώνει. Τα σιγοψιθυρίσματά τους, τα βλέμματα όλο νόημα, τα "κοριτσίστικα" κρυφοχαμόγελα τους. 

Κι αυτή η δυνατή, ακόμα παθιασμένη γυναικεία καρδιά τους.