"Κοντεύω να γίνω "μικρός". Μικραίνει κανείς όταν ατέλειωτα βιάζει τον εαυτό του να είναι χωμένος σ' ένα μηχανισμό στενό και ανόητο."
Ίων Δραγούμης (Ζωγράφος: Ettore Tito - Con la rosa tra le labbra )
- Βγαίνω έξω και κοιτάζω ένα χορταράκι ή το κλαδί μιας
συκιάς για να ηρεμήσω.Νιώθω ότι ο Θεός
είναι η φύση και η φύση είναι ομορφιά.
- Από πού προέρχεται το χάρισμά σου να
ζωγραφίζεις; Θα έλεγες ότι ο Θεός σου έδωσε αυτό το χάρισμα;
- Ναι, εκείνος μου το έδωσε. Είναι το μόνο χάρισμα που
μου έχει δώσει.
- Γιατί λες ότι είσαι ζωγράφος;
- Γιατί ζωγραφίζω. Λατρεύω τη ζωγραφική, πρέπει να
ζωγραφίζω. Πάντα ζωγράφος ήμουν. Γι’ αυτό είμαι σίγουρος.
- Γεννημένος ζωγράφος;
- Ναι.
- Πώς το ξέρεις;
- Γιατί δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο. Και πίστεψέ με,
έχω προσπαθήσει.
- Δεν βλέπεις ότι αυτός ο πίνακας
είναι…δυσάρεστος, άσχημος;
- Γιατί να μου δώσει ο Θεός χάρισμα για να ζωγραφίζω
δυσάρεστα και άσχημα; Κάποιες φορές νιώθω τόσο απομακρυσμένος από τα πάντα.
- Αγοράζει κανείς τους πίνακές σου;
- Όχι.
- Είσαι φτωχός δηλαδή;
- Ναι, αρκετά.
- Άρα πιστεύεις ότι ο Θεός σου έδωσε αυτό το
χάρισμα για να μείνεις στη μιζέρια;
- Δεν το είδα ποτέ έτσι. Κάποιες φορές πιστεύω ότι
ίσως... ίσως να επέλεξε λάθος στιγμή. Ίσως ο Θεός να με έκανε ζωγράφο για
ανθρώπους που δεν γεννήθηκαν ακόμα. Λένε: "Η ζωή είναι για να σπέρνουμε. Ο
θερισμός δεν γίνεται εδώ». Ζωγραφίζω με τα προσόντα και τα ελαττώματά μου.
- Άρα νομίζεις ότι μπορεί να έκανε λάθος ο Θεός;
- Θεωρώ τον εαυτό μου εξόριστο, έναν προσκυνητή σ’ αυτή
τη γη. Ο Ιησούς είπε: "Απομάκρυνε την καρδιά σου από τα ορατά και στρέψου προς
τα αόρατα". Και ο Ιησούς ήταν εντελώς άγνωστος όταν ήταν ζωντανός.
Ζωγραφίζω για να σταματάω να σκέφτομαι και να αισθάνομαι ότι
αποτελώ κομμάτι των πάντων , έξω από μένα και μέσα μου. Ήθελα τόσο πολύ να
μοιραστώ αυτά που βλέπω. Νόμιζα ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να διδάσκει πως να
βλέπουμε τον κόσμο, αλλά δεν το νομίζω πια. Τώρα σκέφτομαι μόνο τη σχέση μου με
το άπειρο.
- Τι αποκαλείς άπειρο;
- Τον χρόνο που θα έρθει. Υπάρχει πολλή καταστροφή κι αποτυχία
στην πόρτα μιας επιτυχημένης ζωγραφιάς. Εγώ βρίσκω τη χαρά στη θλίψη και η
θλίψη είναι μεγαλύτερη από το γέλιο. Ένας άγγελος δεν απέχει πολύ από τους
θλιμμένους κι η αρρώστια μπορεί καμιά φορά να μας θεραπεύσει. Είναι η
φυσιολογική κατάσταση που γεννά η ζωγραφική. Κάποιες φορές απεχθάνομαι την ιδέα
του να ξαναβρώ την υγεία μου. Λένε ότι είμαι τρελός αλλά μια δόση τρέλας είναι
η καλύτερη τέχνη.
Χρειάζεται να κάνουμε ένα μακρύ και βαθύ ταξίδι, προκειμένου να προσεγγίσουμε το έργο του σημαντικότερου φωτογράφου του εικοστού αιώνα, του "πατέρα" της φωτο-δημοσιογραφίας Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν.
Υπήρξε πραγματικός καλλιτέχνης και κυρίως, μέσα από τις φωτογραφίες του γνωρίσαμε ιστορικά γεγονότα που αλλιώς δεν θα είχαμε την ευκαιρία να τα καταγράψουμε στη μνήμη μας τόσο γλαφυρά. Ιστορικά γεγονότα λέγοντας εννοώ τον Ισπανικό Εμφύλιο, τον Μάη του '68, την Κινέζικη Επανάσταση.
Αλλά όχι μόνον αυτά. Επίσης πορτραίτα μεγάλων προσωπικοτήτων και φωτογραφίες από ταξίδια του σε όλο τον κόσμο που απαθανάτισαν πολέμους, θύματα, αλλά και ανθρώπους της καθημερινότητας. Δηλαδή τη ζωή όπως συμβαίνει στον κόσμο.
Τι το διαφορετικό έκανε αυτός ο φωτογράφος από τους άλλους;
Βγήκε στο δρόμο για πρώτη φορά, έχοντας περασμένη στον καρπό του την φωτογραφική του μηχανή με τον νορμάλ φακό των 50 mm. Καμιά φορά και με έναν τηλεφακό των 90 mm. Τίποτα στημένο. Ούτε στούντιο, ούτε σκηνικά. Όλα ζωντανά και σουρεαλιστικά.
Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν (22 Αυγούστου 1908 - 3 Αυγούστου 2004)
Έβγαζε τις φωτογραφίες του με έναν μοναδικό σκοπό, να απαθανατίσει την "αποφασιστική στιγμή". Δικός του αυτός ο ορισμός. Έτσι όρισε τις φωτογραφίες του δρόμου.
Από την Ελλάδα
Σε πολλές φωτογραφίες του επικρατεί μια μεγάλη σιωπή ενώ συγχρόνως υποβόσκει μια νευρική ένταση.
Αποτυπώνοντας τις στιγμές, στην ουσία, δηλώνει πως η ζωή είναι ήδη αλλού.
Φωτογράφισε τους φτωχούς στους δρόμους του Μεξικού το 1930 αλλά και στο Παρίσι και στη Μαδρίτη.
Πλήθος που περιμένει έξω από μια τράπεζα για να αγοράσει χρυσό κατά τις τελευταίες μέρες του Κουομιντάνγκ. Σαγκάη, Δεκέμβριος 1948.
" Εμείς οι φωτογράφοι ασχολούμαστε με πράγματα που συνεχώς εξαφανίζονται, και όταν έχουν εξαφανιστεί δεν υπάρχει καμμιά επινόηση στη γη που να μπορεί να τa κάνει να επιστρέψουν ξανά. Δεν μπορούμε να αναπτύξουμε και να εκτυπώσουμε μια μνήμη. Δεν υπάρχει κλειστή φιγούρα στη φύση. Κάθε σχήμα συμμετέχει με ένα άλλο. Κανένα πράγμα δεν είναι ανεξάρτητο από το άλλο. Tο ένα κάνει ρήμα με το άλλο, και το φως τους δίνει σχήμα.
Η φωτογραφία από μόνη της δεν μ' ενδιαφέρει. Θέλω μόνο να συλλάβω ένα λεπτό μέρος της πραγματικότητας.
Μέσω της ζωής ανακαλύπτουμε τους εαυτούς μας, την ίδια στιγμή που ανακαλύπτουμε τον κόσμο γύρω μας. Φωτογραφίζω σημαίνει, να βάζω στην ίδια γραμμή οπτικής της όρασης, το κεφάλι, το μάτι και την καρδιά.
Φωτογραφία σημαίνει, να κρατάς την αναπνοή κάποιου όταν όλα συγκλίνουν για να συλλάβουν την φευγαλέα πραγματικότητα. Είναι εκείνη ακριβώς η στιγμή που η κυριαρχία μιας εικόνας γίνεται μεγάλη σωματική και πνευματική χαρά".
Όταν τελείωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, βγήκε πάλι στους δρόμους και απαθανάτισε το συνολικό μείγμα ανακούφισης, εξάντλησης και θυμού που ακόμα αιχμαλωτίζουν το μάτι.
Άνθρωποι που κοιτάζουν ψηλά, τον ουρανό, άνθρωποι που τεμπελιάζουν στα πάρκα ή παίζουν σαν παιδιά.
Η δουλειά του καλύπτει τρεις δεκαετίες '30, '40, '50 και στηρίχτηκε πάνω στην κοινωνική του συνείδηση. Συνεργάστηκε με τον γίγαντα Ζακ Ρενουάρ στον κινηματογράφο. Γνώρισε τον Πικάσο και τον φωτογράφησε, όπως και πολλούς άλλους καλλιτέχνες.
Ο μεγάλος ζωγράφος Ανρί Ματίς που σχεδιάζει στο σπίτι του ενώ τον παρακολουθούν τα κατοικίδια πουλιά του.
Υπάρχουν και κάποιες ήσυχες αισθησιακές εικόνες όπως οι γάμπες της συζύγου του, Μαρτίν Φράνκ, επίσης φωτογράφου, που βρίσκεται ξαπλωμένη σε έναν καναπέ.
Μάης του 1968 στο Παρίσι. Ο Καρτιέ Μπρεσόν στήνεται σε μια άκρη και περιμένει τον "κατάλληλο" περαστικό για να τραβήξει αυτή την φωτογραφία. Στον τοίχο έχουν γράψει οι νέοι "Απολαύστε χωρίς περιορισμό". Η λέξη "Jouissez" έχει έντονη σεξουαλική χροιά.
Είπε:
"Στη φωτογραφία το μικρότερο πράγμα μπορεί να είναι ένα μεγάλο θέμα. Η μικρή ανθρώπινη λεπτομέρεια μπορεί να γίνει ένα έμβλημα".
"Yπάρχει μια στιγμή όπου το μάτι, η καρδιά και το μυαλό βρίσκονται σε μια ευθεία. Κι αυτή είναι η στιγμή που θα μας δώσει μια φωτογραφία που θα μετρήσει για την υπόλοιπη ζωή μας".
"Ο σουρεαλισμός είχε μια βαθιά επίδραση πάνω μου, και σε όλη μου τη ζωή έκανα ό,τι μπορούσα για να μην τον προδώσω ποτέ".
"Το "Magnum" είναι μια κοινότητα σκέψης, μια κοινή ανθρώπινη ιδιότητα, μια περιέργεια για το τι συμβαίνει στον κόσμο, ένας σεβασμός γι' αυτό που συμβαίνει, και μια επιθυμία να το μεταγράψουμε οπτικά".
Ο πόλεμος τον βρήκε αιχμάλωτο των Γερμανών. Προσπάθησε να αποδράσει. Οι δύο πρώτες απόπειρες απέτυχαν αλλά η τρίτη το 1943, στέφτηκε με επιτυχία. Μετά αφιερώθηκε στη φωτογραφία.
Όλα όσα είπε σε σχέση με τον εαυτό του και την δουλειά του βρίσκονται συγκεντρωμένα στον βιβλίο "Η αποφασιστική στιγμή", εκδόσεις ΑΓΡΑ
Θα κλείσω αυτό το μικρό αφιέρωμα σ' αυτόν τον καλλιτέχνη - ορόσημο στο χώρο της φωτογραφίας με τα παρακάτω λόγια του. (απόσπασμα από την συνέντευξή του)
"Είναι ντροπιαστικό να σου απονέμουν βραβείο. Και το να είσαι διάσημος επίσης είναι ντροπιαστικό. Είσαι ευγνώμων, αλλά ντροπιαστικό. Για έναν αναρχικό, είναι ντροπιαστικό. Είμαι αναρχικός."
"Τι σημαίνει αναρχικός;"
"Η αναρχία είναι ηθική"
"Τι ηθική; Μπορείτε να ορίσετε την ηθική;"
"Είναι σαν ένα ταξίδι. Ο τρόπος που φέρεσαι, που πράττεις, που αγαπάς τελικά"
"Τελικά για την αγάπη"
"Απόλυτα! Εγκεφαλικά, πνευματικά και τελικά σωματικά"
Πρόκειται για ένα λαϊκό Ουκρανικό τραγούδι που έχει τις ρίζες του πολύ βαθιά στον χρόνο.
Ο ακριβής χρόνος εμφάνισής του είναι άγνωστος. Οι στίχοι του ανάγονται στην προχριστιανική περίοδο. Σύμφωνα με έρευνες που έκαναν ανθρωπολόγοι, το τραγούδι αυτό ήταν διαδεδομένο στο Ποντίλλια, περιοχή της Ουκρανίας που συνοδεύει με την Μολδαβία.
Στο τραγούδι, υπάρχει ένα χελιδόνι που πετά κι εύχεται όλα τα καλά πράγματα που θα φέρει η άνοιξη σε όλους. Στην παλαιότερη ουκρανική παράδοση, το Νέο Έτος γιορταζόταν τον Απρίλιο, με τον ερχομό της Άνοιξης και μόνο αργότερα, με την εισαγωγή του χριστιανισμού στην περιοχή, η παραμονή του Νέου Έτους μεταφέρθηκε στην ημέρα που όλοι γνωρίζουμε σήμερα.
Ο συνθέτης Mycola Leontovich δούλεψε όλη του τη ζωή πάνω σ' αυτή τη μελωδία. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1901-1902.
Η πρώτη χορωδιακή παράσταση του Shchedryk αναφέρεται το 1916 με την παρουσίαση από την χορωδία του Πανεπιστημίου του Αγίου Βλαδιμήρου του Κιέβου, υπό την καθοδήγηση του Olexander Kosice.
Στις 5 Οκτωβρίου του 1921 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο εξωτερικό, σε συναυλία που έγινε στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης.
Το 1936, ο Peter Vyhovsky δημιούργησε την αγγλική έκδοση του Shchedryk, το γνωστό Carol of the Bells.
Το 2016, έκλεισαν τα 100 χρόνια από την πρώτη παρουσίαση αυτού του όμορφου λαϊκού τραγουδιού που έμελλε να αγαπηθεί από εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
Στέλνουν τον ήχο πέρα απ' τον λόφο και την κοιλάδα
λέγοντας το παραμύθι τους.
Χαρούμενα κουδουνίζουν ενώ άνθρωποι
τραγουδούν τραγούδια όμορφης χαράς.
Στέλνουν χωρίς τέλος τον χαρμόσυνο ήχο τους σε κάθε σπίτι..."
Εύχομαι με όλη μου την καρδιά, να τελειώσει σύντομα ο πόλεμος και οι καμπάνες της Ουκρανίας να αρχίσουν πάλι να χτυπούν χαρούμενα, μόνο για ελευθερία και χαρά και "...να στέλνουν χωρίς τέλος τον χαρμόσυνο ήχο τους σε κάθε σπίτι!!"
Απ' όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα πάντα ένα θεματάκι με τα ύψη.
Δεν είμαι υψοφοβική, αν αυτό νομίσατε. Αντίθετα, πάντα μου άρεσε να βλέπω τον κόσμο από ψηλά.
Όχι..."αφ' υψηλού" :) όπως μπορεί πάλι να νομίσατε, αλλά από ύψος.
Ο Φρόυντ σίγουρα θα είχε πολλά να μας πει - ίσως και να έχει πει κι εγώ να μην το γνωρίζω -, σχετικά με το θέμα μου που, είμαι βέβαιη πως το μοιράζομαι με πολλούς άλλους ανθρώπους.
Ίσως να οφείλεται σε μια ενδεχόμενη τάση μου να μην εμπλέκομαι πολύ με την... πραγματικότητα, να μου αρέσει να αιθεροβατώ :)
Άλλη εκδοχή είναι, να αρκούμαι στο να βλέπω μόνον τα όμορφα και όχι τα άσχημα της ζωής.
Και μια τρίτη, να μου αρέσει να βλέπω τη μεγάλη εικόνα.
Όπως και να 'χει πάντως, εμένα μου αρέσει το ύψος, ο ανοιχτός ορίζοντας, περισσότερο κι απ' τη θάλασσα ακόμα.
Αφού όμως δεν μπορώ, λόγω συνθηκών, να απολαμβάνω... το "κουσούρι" μου, βρήκα άλλον τρόπο να ικανοποιώ αυτή την επιθυμία μου. Αναζητώ στο διαδίκτυο εικόνες από ψηλά. Ψάχνοντας βρήκα θησαυρούς. Ανακάλυψα ανθρώπους που έχουν δημιουργήσει μια ξεχωριστή "σχολή" αεροφωτογραφίας. Και επειδή, όποιος ψάχνει βρίσκει, η αρχική αναζήτησή μου με οδήγησε στους εναέριους αρχαιολόγους και συγκεκριμένα στονKLAUS LEIDORF.
Είναι γερμανός εναέριος αρχαιολόγος και εργάζεται στη Βαυαρία. Σπούδασε προτεσταντική θεολογία και υπηρέτησε μέχρι το 1989 ως κρατικός υπάλληλος στο Βαυαρικό Κρατικό Γραφείο για την διατήρηση των ιστορικών μνημείων. Μετά πήρε ιδιωτική άδεια πιλότου και άρχισε να φωτογραφίζει τα ιστορικά μνημεία από αέρος. Ίδρυσε εκδοτική εταιρεία, μια από τις μεγαλύτερες στη γερμανική γλώσσα, με ειδίκευση στην αρχαιολογική λογοτεχνία. Οι εναέριες καλλιτεχνικές φωτογραφίες του είναι άπειρες και διακρίνονται για την υψηλή αισθητική τους.
Πόση δύναμη πρέπει να έχει ένας άνθρωπος για να πιστεύει στο εφήμερο; Να το αγκαλιάζει, να του δίνει χώρο και χρόνο και να το αναδεικνύει σαν παντοτινό; Μόνον εκείνος που έχει αποδεχτεί την δική του εφήμερη φύση, που λατρεύει τη στιγμή που νιώθει ζωντανός και την αναγάγει σε έργο τέχνης.
Ένας άντρας εξήντα τριών χρονών, σήμερα, αναμετριέται με το απέραντο χιόνι. Προσπαθεί να του δώσει μορφή, σχήμα, και τα καταφέρνει.
Δημιουγεί 30 σχέδια περίπου, κάθε χειμώνα, κυρίως στις Άλπεις.
Περπατάει για δέκα ώρες πάνω σε χιονοπέδιλα, προκειμένου να ολοκληρώσει ένα έργο. Κάποιες φορές, φτάνει να περπατάει έως και 30 μίλια. Μια πυξίδα τον βοηθάει στο μέτρημα των βημάτων του.
Το συνολικό του έργο, μέχρι σήμερα, ανέρχεται σε 330 έργα στο χιόνι. Το κάθε έργο του καλύπτει την έκταση τριών ποδοσφαιρικών γηπέδων.
Και όλα αυτά, περπατώντας!
Δεν χρησιμοποιεί καμβάδες, πινέλα και χρώματα. Τα πόδια του, η αντοχή, η δύναμή του και μια πυξίδα είναι τα βασικά "εργαλεία" του για να να απεικονίσει τις εμπνεύσεις του πάνω στο χιόνι.
Είναι ο καλλιτέχνης του εφήμερου.
Ο πρώτος καλλιτέχνης χιονιού σε όλο τον κόσμο. Πρώην χαρτογράφος. Γεννήθηκε το 1958 στην Μεγάλη Βρετανία και σπούδασε στην Οξφόρδη.
Εμπνέεται από τη φύση. "Η φύση μας χαρίζει τόσα σχήματα! Παρατηρώντας την είναι επόμενο να μας εμπνέει." Κάποιες φορές αντλεί έμπνευση ακόμα και από αντικείμενα του περιβάλλοντός του, όπως ένα δαντελωτό κουρτινάκι στο παράθυρό του δωματίου που τον φιλοξενεί.
Ένας καλλιτέχνης του χιονιού πρέπει να διαθέτει πολλά περισσότερα από έναν ζωγράφο, γλύπτη κ.λ.π. Πρέπει να διαθέτει το πνεύμα του αθλητή, του περιηγητή και πάνω απ' όλα να λατρεύει το χιόνι. Τι να σκέφτεται άραγε όταν έχει μπροστά του μια μεγάλη επίπεδη, χιονισμένη έκταση;
Ποιά αίσθηση τον διακατέχει; Της αναμέτρησης ή της συμφιλίωσης; Ποιός νοητικός διάλογος ανοίγει μεταξύ τους;
Ο Σάιμον Μπεκ είναι σαν τον αγρότη. Δουλεύει στην ύπαιθρο, δέχεται καταπρόσωπο τις καιρικές συνθήκες, αντέχει στην κακουχία αλλά το δικό του δημιούργημα κρατάει τόσο λίγο! Μέχρι το επόμενο χιόνι.
"...Αληθώς ειπείν, η ιστορία μου είναι η ιστορία μιας κατσαρίδας που έπεσε ανάσκελα στο μπάνιο. Εκεί σκέφτηκε, ότι υπάρχουν κι άλλοι χώροι εκτός από το μπάνιο, κι άρχισε να προσπαθεί να μεταχειριστεί τα πόδια της. Η προσπάθειά της ήταν τόσο επίμονη που μαζεύτηκε κόσμος πολύς για να δει αν θα τα καταφέρει. Κατάφερα να χρησιμοποιήσω ξανά τα πόδια μου, αλλά συχνά είχα την εντύπωση πως τα πουλιά κλαίνε γιατί ζούνε κι ο ήλιος ήταν μια φωτιά, που κύριος οίδε ποιά μεγάλη δύναμη του απαγορεύει να μας κάψει, σκεπτόμενος συχνά ότι αν σταθώ στα πόδια μου, ήτοι αν ισορροπήσω, αυτό θα σήμαινε πως βρέθηκε ο ιός μιας αρρώστιας".
"...Μόνο με παραμύθια κατακτώνται οι άνθρωποι"
Αφήγηση του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου Φασιανού, για τον Τσαρούχη, με ευδιάκριτη την συγκίνησή του.
"...Έβλεπα, μπορώ να πω, πιο μακρυά απ' τους άλλους, έβλεπα το επερχόμενο. Αντί να με θεωρούν πρωτοπόρο, με θεωρούσαν έναν άνθρωπο παράξενο, περίεργο που ενοχλούσε τις συνήθειές τους".
(Προσωπογραφία της Δέσποινας με κολιέ και σκουλαρίκια - 1978)
"...Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, σε μια κριτική για την πρώτη μου έκθεση έγραψε "Κάθε έργο του Τσαρούχη είναι ένας παλιάνθρωπος"
( Στο παντοπωλείο 1971)
"...Ο λόγος, η γλώσσα, η φωνή, αντίδοτα στο θάνατο και στη δυστυχία".
"...Αρετές μας είναι τα ελαττώματά μας, που τα παραδεχτήκαμε"
Δειλία που αναδεικνύει ένα ανώτερο θάρρος: Όταν είπανε στους Χιώτες στρατιώτες "Πυρ", για να πυροβολήσουν τον εχθρό, αυτοί απάντησαν: "Ίντα πυρ και ξεπύρ, εν θωρείτε ότι είναι μπρος ανθρώποι;"
"...Κάποτε με τον Καζαντζάκη μιλήσαμε για τη ζωγραφική και μου είπε: "Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι ζωγράφοι μεταχειρίζονται τελάρα ή κομμάτια ξύλο. Οι Κινέζοι και οι Ιάπωνες έχουν ελευθερώσει τη ζωγραφική από το βάρος της ύλης. Ζωγραφίζουν σ' ένα κομμάτι χαρτί ή σ' ένα κομμάτι μεταξωτό".
Κάποτε ήρθε στο ατελιέ μου. Μεταξύ άλλων είπε και το εξής:
"Όλα σου τα έργα με κοιτάνε σαν άνθρωποι. Δε μπορώ να μιλήσω".
Περίεργο ότι αυτά τα έργα του 36-37 τα είχε χαρακτηρίσει ο Παπαντωνίου, διευθυντής της Πινακοθήκης, ως αφηρημένα που δεν έχουν καμιά σχέση με τη ζωή".
"...Τα έργα τέχνης που δείχνουν μη ολοκληρωμένα, τελειώνουν μόνα τους με τον καιρό"
(Τέσσερις εποχές - 1968)
"...Αγαπώ την Κάλας και την Σωτηρία Μπέλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται γι' αυτό να καταλάβουν τι μου συμβαίνει. Εγώ πάντως κοπίασα και κοπιάζω για να βρω μια τάξη και μια ισορροπία. Θέλω συνεχώς να γνωρίζω και να ξεκαθαρίζω. Για να είμαι ελεύθερος ν' αγαπήσω απόλυτα".
(Πασαλιμάνι )
Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου του 1918, στον Πειραιά, στο Πασαλιμάνι και πέρασε την παιδική του ηλικία στο πατρικό του, ένα νεοκλασσικό σπίτι, και μέσα σε μεγαλοαστικό περιβάλλον.
Πίσω του, οι νικηφόροι βαλκανικοί πόλεμοι και η εποχή του Διχασμού.
Ζει την άφιξη των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής, ενθουσιάζεται με τις παραστάσεις του Καραγκιόζη, κατασκευάζει σκηνικά. Ακολουθούν τα χρόνια της φοίτησής του στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Μεγαλώνει μέσα στο φορτισμένο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα της εποχής. Η Μεγάλη Ιδέα περί αλυτρωτισμού έχει καταρρεύσει αλλά γίνεται η αφορμή προκειμένου να προσπαθήσει ο ίδιος να βρει μια πνευματική διέξοδο.
Η ανακάλυψη της Ελληνικότητας είναι το ζητούμενο της ζωγραφικής του Τσαρούχη. Θέλει να ανοίξει ένα γόνιμο διάλογο ανάμεσα στη Ανατολή και τη Δύση, ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον μοντερνισμό.
Μαθαίνει τη Βυζαντινή τέχνη από τον Κόντογλου αλλά μετά από τέσσερα χρόνια διαφωνεί μαζί του και φεύγει από το εργαστήρι του.
Tο 1935, φεύγει για το Παρίσι και εκεί έρχεται σε επαφή με το καλλιτεχνικό κλίμα της πόλης. Ο Έλληνας τεχνοκριτικός Ταιριάντ του γνωρίζει τους διάσημους ζωγράφους Laurens και Matisse. Ο τελευταίος του δίνει την απάντηση που αναζητάει στο μεγάλο προβληματισμό της γενιάς του για τον συγκερασμό της Δύσης με την Ανατολή.
"...Έπρεπε να περάσουν χρόνια πολλά για να καταλάβει ο κόσμος πως είμαι επικίνδυνος. Και πάλι πολλοί δεν το πιστεύουν αυτό".
Για το ζεϊμπέκικο
"...Προς το ηλιοβασίλεμα, όταν ξεκίνησε το πλοίο για την Πόλη, ο νεαρός χόρεψε (ζεϊμπέκικο ) πάνω στο κατάστρωμα. Ήταν κοντός και χοντροκόκαλος μα μόλις άρχισε να κινείται, πραγματικά μετεμορφώθη. Δεν ήταν πια το ίδιο πρόσωπο. Την ανδρεία του, γιατί ήταν ανδρείος πολύ, σχεδόν άγριος, συνεπλήρωνε περίεργα ένα είδος ταπεινότητος και ένα είδος ευγνωμοσύνης, που δεν ήταν γνωστό σε ποιόν απευθύνεται και ήταν σαν να ευγνωμονεί με πολλή σεμνότητα έναν θεό, για το θαύμα που είναι η ζωή. [...]
Αληθινή θυσία αινέσεως, ανδρεία και μαζί πνεύμα συντετριμμένον και τεταπεινωμένον.
Έρωτας και αντρειωσύνη και μαζί κάτι σαν αίσθηση του θανάτου.
Είναι αξιοθαυμαστο πως χαμήλωνε τα μάτια του με γλυκιά υποταγή, σε αντίθεση με τη μεγάλη δύναμη, αλλά συγχρόνως με τα πόδια του που τα χτυπούσε στο έδαφος, φοβέριζε κάτι αόρατο που σερνόταν κατά γης.
Έμοιαζε με άγαλμα ενός πολεμιστή που κάποτε βαστούσε σπάθα και ασπίδα, και πολεμούσε έναν δράκοντα, και τώρα είχε μείνει χωρίς αυτά τα τρία συμπληρώματα - την ασπίδα την σπάθα και τον δράκοντα - που είχαν χαθεί όπως συμβαίνει σε πολλά παλιά αγάλματα.
Ενώ φαινόταν να μάχεται και να πολεμά αυτό το δράκοντα, συγχρόνως είχες την εντύπωση ότι συνουσιαζόταν μαζί του, όχι πια με το αόρατο σπαθί του αλλά με το ίδιο το αόρατο πέος του.
Το πρόσωπό του, όπως συμβαίνει στα πρόσωπα πολλών Ελλήνων, είχε μια έκφραση παντοκράτορος υπεροπτικού και την ταπεινοσύνη ενός μισθοφόρου. Ένας πολεμιστής που τον είχε υποτάξει ο λυσιμελής έρως.
Αυτό το άγνωστο ζεϊμπεκάκι που δεν το ξαναϊδα ποτέ ούτε ξέρω τι γίνηκε έκτοτε, χάρη σ' αυτό το χορό το θεικό είχε τη δυνατότητα να ζει αληθινά για μερικές στιγμές, να ζει μια καλύτερη μοίρα του ανθρώπου, πράγμα πολύ πιο ανώτερο από κάθε άλλο ανώτερο επίπεδο ζωής".
"...Η πενία της Ελλάδος επέβαλε τη λιτότητα και αυτή η ίδια η πενία οδήγησε σε μια μεγάλη ελευθερία της σκέψεως και της φαντασίας και σε μια προβολή των ατομικών τάσεων του ανθρώπου.
Οι ίδιες αιτίες οδήγησαν άλλους λαούς στην οικονομία, στην περισυλλογή και στην άκρα ομαδικότητα.
Στους Έλληνες είχαν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Η Ελλάς, εκφράζοντας τέλεια και για πρώτη φορά το άτομο σαν μια εσωτερική πραγματικότητα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που αυτό μπορούσε νάχει στην κοινωνική και πολιτική ζωή, έδωσε μια γερή συνείδηση στον άνθρωπο - όσο θέλετε καταστρεπτική και καταδικαστέα, μα αλησμόνητη για όποιον τη γνώρισε "
"...Η Ελλάς, με τα έργα και τις θεωρίες της, θα είναι πάντα ένα φως για τον δημιουργό που συνειδητοποιεί βαθύτερα όχι μια ειδικότητά της μα την προαιώνια και παγκόσμια ανάγκη του ανθρώπου για το απόλυτο".
Το θέμα του έργου του Τσαρούχη είναι η ανδρική μορφή και ο άνδρας που σε όλες του τις στιγμές - ντυμένος ή γυμνός, στατικός ή χορευτής, μόνος ή ως μέλος ανδρικής συντροφιάς - κυριαρχεί στο μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος του έργου του.
Μέσα από τους πίνακές του τυποποιείται η εικόνα του νεοέλληνα, λαϊκού, μικροαστού, με σταθερά χαρακτηριστικά: το ηλιοκαμένο δέρμα, τα δυνατά χέρια, τα μελαχρινά μάτια και μαλλιά, τις μεγάλες πλάτες και το γερό κορμί. Η έκφρασή του είναι σοβαρή, ίσως λίγο αινιγματική, σίγουρα πάντως ανδροπρεπής. Μέσα από την χρωματική τεχνική του, οδηγεί το μοντέλο του νεοέλληνα σε μια εξιδανίκευση, που δεν αφορά την ωραιότητα της μορφής, όσο τη σύνδεσή του με τις διαχρονικές αξίες.
"...Κανένας ζωγράφος δε μ' αρέσει απολύτως γιατί το όνειρο που λέγεται ζωγραφική είναι δυνατόν να το πραγματοποιήσει οποιοσδήποτε αγαπά και πιστεύει στη ζωγραφική, άρα κι εγώ".
Οι φτερωτές φιγούρες
(Πνεύμα που πενθεί -1966 Γ. Τσαρούχης)
(Γ. Τσαρούχης: "Η Τέχνη δεν είναι απάσχοληση. Είναι η θρησκεία του ζωντανού και αιώνιου)
"...Η φτερωτή φιγούρα έχει πολύ ταπεινή καταγωγή. Μια μέρα ο Σπαθάρης μου είπε "Έλα να δεις τον αληθινό Καραγκιόζη". Άκουσα να παίζεται μια σκηνή του Καραγκιόζη με αληθινούς ηθοποιούς. Μετά έγινε η σούφλιση του Αθανασίου Διάκου -ο Αθανάσιος Διάκος ήταν από τσίγκο ντεκουπαρισμένο, με τη φουστανέλα, με όλα- μετά παρουσιάζεται ο νεαρός Σπαθάρης, ήταν 18 χρονών νομίζω τότε, ντυμένος άγγελος, μάλλον γυμνός, φορούσε μία περισκελίδα αθλητική, θαλασσί χρώμα, μια κορδέλα ροζ στο κεφάλι σαν διάδημα και φτερά από ασημόχαρτο με λεπτομέρειες δεμένες με μελάνι μωβ-κοκκινωπό και βαστούσε ένα στεφάνι στο χέρι και την ελληνική σημαία και είπε την τιμή του αγγέλου προς την τέφρα του Αθανασίου Διάκου.
Τον παρακάλεσα πολύ τον μικρό Ευγένιο να 'ρθει σπίτι μου να ποζάρει και αυτός μου χάρισε και τα φτερά που είχε στην παράσταση και με αυτά τα φτερά έκανα τους πρώτους έρωτες.
Μετά πήρα την κάτω βόλτα και έκανα πολλά φτερωτά πρόσωπα. Ήταν ένας τρόπος να κάνεις ένα γυμνό που να μη φαίνεται σπουδή."
"Πάω στο Λονδίνο να δω τα Ελγίνεια πριν μας τα πάρει η Μελίνα"
"...Δεν ζητώ ανθρώπους να σκέφτονται σαν εμένα, αλλά να κάνουν σκέψεις συμπληρωματικές των δικών μου"
(Η αντιγραφή του Τισιάνου - 1971 - Γ. Τσαρούχης)
"... Άλλά τι να πω για έναν μαραγκό του οποίου η σεμνότης μου έμαθε τόσα πολλά για τη δουλειά.
Τι να πω για μια ασήμαντη γυναίκα που πλένει τα πιάτα της και συγυρίζει την κουζίνα της που μου έμαθε - μου έδωσε φιλοσοφικά διδάγματα - ποιές είναι οι συνθήκες της ζωής.
Μαθαίνω κάθε μέρα από οποιονδήποτε άνθρωπο και οι μεγάλοι άνθρωποι είναι επίσης μεγάλοι γιατί με πολλή απλότητα σαν τους πολλούς ανθρώπους εξετέλεσαν τον προορισμό τους.
Οι μεγάλοι τραγικοί με έχουν επηρεάσει πολύ μου έδειξαν τη ζωή όπως είναι.
Ο φιλόσοφος Νίτσε με επηρέασε πολύ μου έδωσε ωραίες συμβουλές και ωραίες διαφωνίες μαζί του".
"... Νομίζω πως είναι αδικία να προσπαθούμε να μάθουμε αυτούς που δεν ενδιαφέρονται για την Τέχνη, τι είναι η Τέχνη, γιατί αυτό θα δημιουργήσει υποκριτές και σνομπ ανθρώπους οι οποίοι θα γεμίσουν τα κενά της ζωής τους με υποκρισία περί Τέχνης".
( Η πλατεία Αλεξάνδρας στον Πειραιά - 1962)
"...Θέλω να βρω την ηρεμία και την τάξη στη ζωή μου και να τη μεταδώσω στους άλλους ανθρώπους. Η ακαταστασία, η απόγνωση και η απελπισία είναι φυσικό να υπάρχουν.
Όταν δυναμώνει μέσα μου η ελπίδα, δεν ξέρω προς τι, είναι ένα αίσθημα ελπίδας η πίστη; Δεν ξέρω προς τι είναι μια πίστη δυνατή. Θέλω αυτό το πράγμα να το συγκρατήσω και να το μεταδώσω, διότι το συλλέγω σαν ένα ωραίο αντίδοτο που μας δίνει η ίδια η φύση για να ζήσουμε".
"...Αν άρχιζα απ' την αρχή, θα έψαχνα να βρω έναν καλό τεχνίτη να μου μάθει καλά την τεχνική της ζωγραφικής και να μην πάω στη σχολή όπου οι καθηγητές προσπαθούν να γεμίσουν τον διορισμό τους με άχυρα.
Και βέβαια θα πήγαινα σ' ένα χωράφι να μάθω πιο σοβαρά την καλλιέργεια της γης για να έχω ένα δεύτερο επάγγελμα να μου δίνει ανεξαρτησία.
Στους νέους καλλιτέχνες θα έδινα την ίδια συμβουλή που δίνω στον εαυτό μου: να βρουν ένα κτήμα να καλλιεργούν για να μην κάνουν ουρές για να βρουν εργασία. Η γεωργία αφήνει περισσότερες ελεύθερες ώρες απ' ό,τι αφήνουν οι άλλες δουλειές.
Και να εξομολογούνται με την τέχνη τους. Να μιλούν για τη ζωή τους, γι' αυτό που τους ενδιαφέρει.
Όταν κανείς εξομολογείται, εκατομμύρια ανθρώπων βρίσκουν ικανοποίηση και ξαλαφρώνουν".
(Καφενείον ο Παρθενών )
"...Η δική μου εξομολόγηση είναι προς την αγάπη, προς τη ζωή που η ίδια η ζωή μας υπαγορεύει.
Κάθε συγκίνηση, κάθε μεταφυσική χαρά που ένιωσα απ' το θαύμα της ζωής και της δημιουργίας προσπαθώ να τις εκφράσω.
Τα πράγματα μας καλούν σε μια μέθη, σ' έναν ενθουσιασμό και σ' ένα παραλήρημα.
Το να ελευθερώνεται κανείς από τους φόβους και να εκφράζει αυτό το παραλήρημα, είναι αυτό νομίζω, που ονομάζω εξομολόγηση του καλλιτέχνη. Και γενικώς να ενώνω τη ζωή μου με την παιδική μου ζωή".
(Καφενείον το Νέον (νύχτα)- 1965-1966 )
"...Οι γονείς μου εμπόδιζαν τις καλλιτεχνικές μου τάσεις. Εύρισκαν ότι η ζωγραφική μου, λερώνει το σπίτι."
Στη δεύτερη εποχή του ζωγραφικού του έργου (1950-1967) που κλείνει με το πραξικόπημα του 1967 και την μετάβασή του στο Παρίσι, το θέμα του, εκτός από τους άνδρες, είναι τα καφενεία και τα νεοκλασσικά.
Νιώθει την ανάγκη να αποδώσει με σαφήνεια τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας που είναι άμεσα συνδεδεμένα με τα νεοκλασσικά σπίτια.
Η κατεδάφισή τους του αφήνει έντονο και αξεπέραστο ψυχικό τραύμα, μια οδύνη και ένα πένθος καταλυτικό.
(Δρόμος κοντά στο Τελωνείο του Πειραιά)
Τα καφενεία για τον Τσαρούχη έχουν πολλαπλούς συμβολισμούς. Ανακαλούν στο νου του παιδικά και νεανικά βιώματα και θυμίζουν σκηνικά θεάτρου είτε έρημα είτε με κόσμο.
(Λουώμενος Παρίσι - 1968)
"... Θα έλεγα πως είναι ο δάσκαλος της καλλιτεχνικής λιτότητας - στην καλύτερη έννοια του όρου.
Λιτότητα, που δεν την επιβάλλει η έλλειψη μέσων αλλά αντίθετα την υπαγορεύει η αίσθηση του πραγματικά αναγκαίου και την πραγματώνει η ικανότητα να εκφράζει το μείζον με το ελάχιστο".
Μάριος Πλωρίτης (για τον Γ. Τσαρούχη)
Στις 20 Ιουλίου του 1989 ο Γιάννης Τσαρούχης, που μικρός ήθελε να γίνει ακροβάτης αλλά οι γονείς του τον πρόριζαν για δικηγόρο ή μηχανικό, έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 80 χρονών, εξαιτίας της χρόνιας ταλαιπωρίας του με το ζάχαρο αλλά σε πλήρη πνευματική διαύγεια. Θυμόσοφος έως το τέλος.
(...Στην αστική τάξη μόνο περιουσιακά ζητήματα εσυζητούντο, και πώς γινόμενη αυτή η τάξις ευρωπαϊκή, θα ερχόταν σε διαφορά με τον λαό. Θυμάμαι κάποτε πως άκουσα τον Νιάρχο να λέει -όταν ήταν παιδί όχι πλούσιο βέβαια αλλά ευκατάστατο - "Φέτος η μόδα των παπουτσιών θα είναι τέτοια που δεν θα μπορούν να τ' αγοράσουν οι φτωχοί κι έτσι θα χωριστούν οι πλούσιοι από τους φτωχούς". Μια προϋπόθεσις πολύ σοβαρή γι' αυτούς τους ανθρώπους. Υπήρχε μια περιφρόνηση για τον κόσμο που ήτανε λαϊκός. Δηλαδή τον κόσμο που εξέφραζε ο Θεόφιλος.)
Ο Πειραιάς του Τσαρούχη. (εξαιρετικό ντοκυμαντερ!)
Πηγές:
LIFOTEAM 13-1-2012
"Αγαθόν το εξομολογείσθαι" Γιάννης Τσαρούχης - Εκδόσεις Καστανιώτη 1986