![]() |
| "Πρέπει να ανεβείτε ένα βουνό για να μάθετε τί σας συνδέει με την ύλη" Χένρι Ντέιβιντ Θορώ |
Σήμερα
Άρχισε πάλι ο εφιάλτης με τις φωτιές. Μια αγανάκτηση διάχυτη παντού, στους ανθρώπους, στη φύση, στα ζώα. Όσο θυμώνουν οι άνθρωποι τόσο άσχημα φέρονται σε ό,τι υπάρχει και ζει γύρω τους. Γενικά μιλάω. Αλίμονο αν ήταν έτσι όλοι. Παρατηρώ όμως ένα μούδιασμα απ' τη μια μεριά και επιθετικές διαθέσεις απ' την άλλη. Μια διπολικότητα στις αντιδράσεις των ανθρώπων που δεν ξέρεις πότε και προς τα πού θα εκδηλωθεί. Νιώθω πως τίποτα δεν εξαρτάται πλέον από εμάς τους ίδιους, εκτός από την μυστική μας ψήφο, όταν έρθει η ώρα. Για τώρα, ας προσέχουμε το περιβάλλον μας και όσους μπορούμε.
Από μας πέρασε η φωτιά και κατέκαυσε 66.000 στρέμματα γης, σπίτια, δέντρα, ζώα. Όσο κρατούν τα μελτέμια τόσο η φωτιά θα "τρέφεται" και θα φουντώνει ανεξέλεγκτη. Τι να σου κάνουν τα εναέρια μέσα όταν δεν μπορούν να πετάξουν ή οι κατάκοποι πυροσβέστες, εθελοντές και κάτοικοι που δεν βλέπουν μπροστά τους από την εξάντληση και τον πυκνό καπνό;
Από σπινθήρες ανεμογεννήτριας είπαν οι εμπειρογνώμονες πως προήλθε η πυρκαγιά.
Δυστυχώς βρισκόμαστε στο έλεος της ανθρώπινης ηλιθιότητας και της ανθρώπινης απληστίας αλλά αυτό που μας σώζει την ίδια στιγμή είναι η ανθρώπινη αλληλεγγύη και η δύναμη των "λίγων" που διατηρούν ακόμα μεγάλα αποθέματα ανθρωπιάς και δύναμης.
Αυτοί οι λίγοι λοιπόν και όλοι εμείς που γνωρίζουμε τα όρια της φύσης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ας σώσουμε ό,τι σώζεται ακόμα, σ' αυτόν τον κόσμο.
| Η καταστροφική φωτιά στην αρχή της |
Τα παραπάνω είναι μια απαραίτητη προσθήκη στην κανονική ροή της δικής μας εμπειρίας στο χωριό που συνεχίζεται άλλοτε με ευχάριστο τρόπο και άλλοτε, όπως παραπάνω, με τον χειρότερο.
Πριν λίγες μέρες
Οι τελευταίες μέρες ήταν αφόρητες. Έβραζε ο τόπος. Ο ουρανός γαλακτερός και τα απέναντι βουνά μόλις που διακρίνονταν μέσα από την αχλή της ζέστης. Πού όρεξη και αντοχή για δουλειές; Απόγευμα το αποφασίσαμε να κατέβουμε για μπάνιο. Μυρμήγκια ο κόσμος στις παραλίες. Κάπου μαυροβρήκαμε και είπαμε ας κάτσουμε για μια βουτιά μέχρι να δύσει ο ήλιος. Στον λιγοστό ίσκιο που έδιναν τα αλμυρίκια, καμία αλληλεγγύη. Άπλωναν τις τσάντες τους για μην τους πάρουν τη θέση.
Αγανακτήσαμε. Οκ, το είχαμε πει πως μόνον καθημερινές θα
κατεβαίνουμε για μπάνιο αλλά σήμερα κάτι μας έπιασε και δεν το τηρήσαμε. Κακώς!
Πολύ κακώς!
![]() |
| Ξεκούραση 😎 |
Σούρουπο μαζέψαμε τα πράγματά μας και φύγαμε.
«…Με το που περάσαμε την αυλόπορτα, καταφθάνει ο κύριος
Μάνθος, ο γείτονας.
Τώρα πήγατε για μπάνιο; Το πρωί έπρεπε να πάτε. Κουνήσαμε το
κεφάλι πως συμφωνούμε. Η κούραση μας είχε χτυπήσει κόκκινο. Ο Μάνθος δεν έβλεπε
δεν ήξερε. Συνέχισε απτόητος.
Εγώ παίρνω την κυρά
και τον Γιάννη και κατεβαίνουμε πρωί, βλέπετε το αυτοκίνητο που
κατεβαίνει. Μη μου πείτε πως δεν το βλέπετε. Κρατούσα την τσάντα της θάλασσας
και επιπλέον μια τσάντα από το φούρνο και το μπακάλικο. Είχαμε περάσει από το
ζαχαροπλαστείο και είχαμε πάρει δύο παγωτά. Βιαζόμασταν να καθίσουμε κάπου και
να τα απολαύσουμε με ησυχία. Όχι. Οι βουλές του κυρίου Μάνθου ήταν άλλες. Ήθελε
παρέα κι όταν ο κύριος Μάνθος θέλει παρέα δεν βλέπει τίποτα, δεν καταλαβαίνει
τίποτα. Από ευγένεια δεν τον διακόψαμε.
Καθίσαμε μαζί του κι ας ξέραμε πως θα άρχιζε πάλι τις ίδιες ιστορίες από το
στρατό και πώς γνώρισε την κυρά του ... Χιλιοειπωμένες ιστορίες. Εκείνος
μίλαγε, εμείς κουνούσαμε το κεφάλι. Απ’ το πολύ κούνημα έτοιμοι είμασταν να μας
πάρει ο ύπνος. Η ώρα στο μεταξύ περνούσε. Η 9 έγινε 10, προχώρησε στις 11,
έφτασε 12. Ο Ροβινσώνας μπήκε στο σπίτι να πιεί νερό και δεν ξαναγύρισε.
Που είναι αυτός; Χάθηκε, διαμαρτυρήθηκε ο κύριος Μάνθος. Του
χάρισα ένα παγωμένο χαμόγελο. Είχα ξεπαγιάσει. Καθόμουν ώρα με το παγωμένο
μαγιό κολλημένο πάνω μου. Ο Μάνθος δεν έβλεπε, δεν ήξερε. Κάποια στιγμή του τέλειωσαν οι ιστορίες. Και
πάνω που σκεφτόμουν τώρα θα φύγει, βγάζει από τη σακούλα που κρατούσε ένα χαρτί
και το βάζει μπροστά μου. Για ρίξε εδώ μια ματιά και πες τι καταλαβαίνεις. Με
την ησυχία σου δεν βιάζομαι, αλλά μην το καθυστερήσεις. Πρέπει να δώσω απάντηση
αύριο.
![]() |
| Η πανσέληνος του ελαφιού από την πίσω βεράντα |
Τέλεια! Άνοιξα το ρημαδόχαρτο περισσότερο για να ξεμπερδεύω
μήπως καταφέρω να φάω επιτέλους εκείνο το παγωτό. Ήξερα πως ήταν ικανός να με
κρατήσει εκεί μέχρι το πρωί για να πάρει την απάντηση που ήθελε. Όσο
προσπαθούσα να βγάλω άκρη με το έγγραφο εκείνος συνέχιζε τις διηγήσεις του.
Αυτή τη φορά άρχισε να μιλάει για τα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη. Ή το χαρτί
θα διαβάσω ή θα ακούω τις ιστορίες σου κύριε Μάνθο μου, είπα. Το ‘πιασε και
σταμάτησε. Όμως κράτησε λίγο. Συνέχισε κάπως δειλά αυτή τη φορά, αλλά αποφασισμένος
να ολοκληρώσει αυτό που είχε ξεκινήσει να λέει. Και που λες ο αδελφός μου
ζητάει να συμφωνήσω να πουλήσει το χωράφι που έχουμε μισιακό. Εγώ λείπω τόσα
χρόνια από την Κρήτη. Την τελευταία φορά που βρεθήκαμε αρπαχτήκαμε για τα καλά
και τώρα ζητάει συμφωνία. Τούτος ο διάολος που μου έστειλε τι είναι;
Πάνω που άρχισα να απελπίζομαι για τα καλά, πήρε το μάτι μου
μια σκιά να κινείται ύποπτα πίσω από τα δέντρα του κήπου. Την είδε και ο
Μάνθος. Ο Γιάννης! είπε, κι αμέσως άλλαξε ύφος. Τι έγινε, τι θέλεις; φώναξε στο
γιο του που πράγματι στεκόταν μισο κρυμμένος στην σκιά και του έκανε νοήματα. Η
μαμά είπε να έρθεις αμέσως στο σπίτι, πέρασε η ώρα. Στο άκουσμα αυτής της
διαταγής ο κύριος Μάνθος έγινε αρνάκι. Τα μάζεψε και έφυγε. Ούτε καληνύχτα δεν
πρόλαβε να πει πάνω στη βιασύνη του.
![]() |
| Το ηλιοβασίλεμα από την ταράτσα |
Την άλλη μέρα το πρωί κατέφθασε νωρίς, αγκαλιά με δυο
γλάστρες. Ακόμα κοιμάστε; Εγώ είμαι στο πόδι απ’ τις τέσσερις. Και τί κάνεις μες
στη νύχτα βρε Μάνθο τον ρώτησε ο Ροβινσώνας. Ακούω τα δέντρα. Ακούω τα φύλλα που
σκάνε στα κλαδιά. Παίρνω το φακό και τα ψάχνω…
Μετά γύρισε προς τη μεριά μου. Τις είχα φυτεμένες για σένα. Πιπερίτσες καλλωπιστικές. Είναι γεμάτος ο κήπος. Κόκκινες , πορτοκαλιές και κίτρινες πιπερίτσες! Κοίτα ομορφιά! Δεν θέλουν φροντίδα. Και στη γη να τις φυτέψεις θα πιάσουν αμέσως. Τις δέχτηκα με χαρά και τον ευχαρίστησα, έδειχνε ικανοποιημένος. Να πάτε πρωί για μπάνιο, όχι σαν χθες. Κούνησα το κεφάλι. Τις έβαλα στην μπροστινή βεράντα κι αμέσως ομόρφυνε ο τόπος…»
Τι κάθομαι και θυμάμαι τώρα; Τα μικρά ασήμαντα συμβάντα που
έγιναν πριν τόσα πολλά χρόνια;
Ναι. Γιατί μάθαμε πρόσφατα πως ο κύριος Μάνθος τα τελευταία χρόνια παλεύει με την άνοια και η κυρά του με τον Γιάννη έφυγαν πρόωρα απ’ τη ζωή.
Κι εγώ, κάθομαι εδώ, στην μπροστινή βεράντα κι αναπολώ τις πιπερίτσες του, εκείνον τον γλυκό τρόπο του να ξοφλάει τα "χρέη" του, ομορφαίνοντας τον τόπο...💚
🕮🕮🕮🕮🕮🕮🕮🕮🕮🕮
Τελείωσα την «Αγανάκτηση» του Φίλιπ Ροθ. Ήταν ό,τι έπρεπε μετά από την δοκιμασία των ατελείωτων περιγραφών του, κατά τα άλλα, σπουδαίου Άρχοντα των Μυγών.
Αμερική του ’51. Δεύτερος χρόνος του πολέμου στην Κορέα. Ένας νεαρός, ο
Μάρκους, μελετηρός, νομοταγής και παθιασμένος βρίσκεται στο δεύτερο έτος ενός ακραία
συντηρητικού με θρησκευτικές καταβολές πανεπιστημίου. Ο Μάρκους αντιμετωπίζει
ένα μεγάλο πρόβλημα και θέλει να καταφέρει τρεις στόχους.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι ο παράλογος, εμμονικός και ακραία
καταπιεστικός πατέρας του που φοβάται πώς κάτι κακό θα συμβεί στο γιο του και γι' αυτό τον παρακολουθεί παντού ή να βάζει άλλους να τον παρακολουθούν
παντού. Μπουκάρει στο δωμάτιό του, ψάχνει τα πράγματά του, μετράει τα δευτερόλεπτα μέχρι να γυρίσει σπίτι από το σχολείο ή τις αθλητικές του δραστηριότητες. Όταν ο Μάρκους αργεί, ο πατέρας του κλειδώνει την πόρτα. Με λίγα λόγια ο Μάρκους βιώνει βαθιά αγανάκτηση.
Φεύγοντας από το σπίτι για σπουδές πιστεύει πως επιτέλους γλύτωσε από τον πατρικό έλεγχο, αλλά δυστυχώς το καθεστώς αυτό συνεχίζεται γιατί ο πατέρας βρίσκει τρόπους να τον ελέγχει ακόμα και μέσα στην πανεπιστημιούπολη. Σ' αυτό έρχεται να προστεθεί και η αυστηρή επιτήρηση του ίδιου του πανεπιστημίου που επιβάλει στους φοιτητές θρησκευτικούς και αναχρονιστικούς κανονισμούς.
Ο Μάρκους όμως πήγε εκεί για να πραγματοποιήσει συγκεκριμένους στόχους που είναι: να φύγει όσο πιο μακριά γίνεται από το
σπίτι, να αριστεύσει στα μαθήματα για να γλυτώσει την στράτευσή του στον
πόλεμο της Κορέας - που ακόμα κι αν δεν τη γλυτώσει, οι άριστοι βαθμοί του θα
του εξασφαλίσουν μια θέση σε υπηρεσία πληροφοριών και δεν θα σκοτωθεί πολεμώντας ως πεζικάριος. Παράλληλα να εργαστεί τα Σαββατοκύριακα ως σερβιτόρος
για να συμβάλλει στα έξοδα των σπουδών του.
Τα πράγματα όμως δεν εξελίσσονται όπως τα περιμένει. Η φοίτησή του είναι ταραχώδης και πολύ αποκαλυπτική σχετικά
με τον τρόπο που ο ίδιος σχετίζεται με τους άλλους, με την αρχή της ερωτικής του ζωής,
και κυρίως με την δική του μοναδική αλήθεια.
Το συστήνω ανεπιφύλακτα!!
Συνεχίζεται…
Προς το παρόν...και μετά βλέπουμε (1)
Προς το παρόν...και μετά βλέπουμε (2)



.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου