Πάλι απ' την αρχή...
Υπέροχο το αποψινό βράδυ! Μέσα Ιούλιου στο χωριό. Μετράω ήδη τέσσερεις εβδομάδες απ’ τη μέρα που μάζεψα τα πράγματα και τις αντοχές μου και ήρθα
να μείνω σ’ ένα μέρος τόσο διαφορετικό απ’ τον τόπο διαμονής μου τα τελευταία
53 χρόνια: Την πρωτεύουσα. Μια μύγα μέσα στην κοινωνία των πέντε εκατομμυρίων μυγών
αυτής της πόλης. Την αγάπησα; Με αγάπησε; Αγώνας της ζωής άγονος; Δεν θα το πω ποτέ
αυτό.
Στο χωριό, όλα είναι αλλιώς. Νιώθω σαν μετανάστρια.
Κυριολεκτώ. Ακριβώς έτσι! Πρέπει να μάθω απ’ την αρχή την αλφαβήτα της ψυχής.
Να χτυπήσω προσκλητήριο στις αισθήσεις. Να θυμηθώ μυρωδιές ξεχασμένες αλλά όχι εξαφανισμένες.
Να γυρίσω ξανά στην δεκαετία του ’60 και να το πιάσω απ’ την αρχή. Πετρογκάζ,
παλιές χτυπημένες κατσαρόλες, σπασμένα πλακάκια στην πίσω αυλή, κήπος ζούγκλα,
ρωγμές στο δάπεδο και στην ταράτσα. Αλλά…Οι τρύπιοι σωλήνες στον τοίχο
σταλάζουν ξανά τη ζωή. Μέσα, όλα μυρίζουν υγρασία, αλλά έξω, ω έξω! Όλα μυρίζουν
χαρά, δροσιά, πράσινο, πεύκα και κουνούπια, πολλά κουνούπια που μου δείχνουν
απ’ την πρώτη στιγμή τεράστια αδυναμία!
Ένα όνειρο «αιώνων»…υπερβολή; Όχι καθόλου. Η κοντή ανάσα, το
περιορισμένο οπτικό πεδίο, η ψυχική κούραση πολλαπλασιάζουν το χρόνο τόσο που
στο τέλος χάνεσαι στις προσθέσεις. Ανάσα - χρόνος, στιγμή - αιώνας.
16 Ιουνίου 2026
Όχι πολλά πράγματα, το υποσχέθηκα στον εαυτό μου. Μόνο όσα
μου έμειναν πιστοί στυλοβάτες στο βάθος των χρόνων, μόνον αυτά θα είναι οι
«εκλεκτοί» του ταξιδιού, της περιπέτειας του σύγχρονου αλλά αποφασισμένου
«Ροβινσώνα».
Φτάσαμε. Παρκάραμε. Όλος ο δρόμος ελεύθερος. Ερημιά. Κανένας
ήχος γύρω εκτός από τα τζιτζίκια, και τον αέρα που έκανε τα πεύκα να
φυλλορροούν περνώντας ανάμεσα στα κλαδιά τους.
Η μάντρα της αυλής γκρεμισμένη σε δυο σημεία. Οι κολόνες που
στηρίζεται η καγκελόπορτα γερμένες ελαφρά στο πλάι. Ο κορμός ενός τεράστιου
πεύκου έχει αγκαλιάσει τη μία. Χρειάστηκε προσπάθεια για να ανοίξει. Να
ξανακλείσει; Μου φάνηκε αδιανόητο. Μια εβδομάδα έμεινε ορθάνοιχτη στον άνεμο
που ξεκίνησε να φυσάει από το απόγευμα. Το τσιμεντένιο δρομάκι μέχρι τα σκαλιά της μπροστινής βεράντας
αδιάβατο. Πλήθος από πεσμένα μαύρα μούρα, κλαδιά ενός αυθαίρετου φοίνικα,
πευκοβελόνες, απλωμένα κλαδιά από άγνωστα φυτά που τα 16 χρόνια ανθρώπινης
απουσίας τα θέριεψαν. Όπως ο πρίγκιπας έβγαλε το σπαθί του για να ανοίξει δρόμο
μέχρι το παλάτι της ωραίας κοιμωμένης έτσι κι εμείς βγάλαμε τις ψαλίδες και το
κλαδευτήρι για να ελευθερώσουμε τη δίοδο που απλωνόταν μπροστά εντελώς
απροσπέλαστη.
-Εντάξει, πέρνα.
-Εσύ πρώτος
-Τι φοβάσαι; Αφού έφυγαν τα πολλά.
-Μπορεί να έχει φίδια
-Κι αν έχει τι; Εκείνα σε φοβούνται το ίδιο όπως τα φοβάσαι
εσύ. Αν δεν τα πειράξεις δεν σε πειράζουν.
-Τα πειράξαμε. Τους χαλάσαμε την ησυχία.
-Δεν έχει φίδια. Έλα, προχώρα να τελειώνουμε.
Προχώρησε πρώτος. Ακολούθησα μετά φόβου φιδιού, και όποιου
άλλου ερπετού.. όμως για κάποιο λόγο, που δεν είναι της παρούσης να αναλύσω,
ένιωθα υπέροχα. Ξαναθυμόμουν το μεθυστικό άρωμα της φύσης που οργιάζει.
Δεν μ’ ένοιαζε που το γιασεμί είχε ξεφύγει από το φράχτη, είχε απλωθεί στον κήπο και είχε φτιάξει με τα κλαδιά και τα φύλλα του ένα φυσικό σκίαστρο στη βεράντα. Θα μας προστατεύει από τον καυτό ήλιο της Δύσης, σκέφτηκα.
Μια αυτοφυής ελιά είχε γίνει «κυπαρίσσι» στην προσπάθειά της να βρει
φως. Ο κορμός της έφτανε σχεδόν μέχρι τα μισά του μεγάλου πεύκου. Η λεμονιά
είχε επιβιώσει ως πορτοκαλιά πλέον και το κάτω μέρος του κήπου είχε καλυφθεί
από μια τεράστια ολόδροση συκιά. Τη θυμάμαι αυτή τη συκιά, μικρούλα και
κακορίζικη, να προσπαθεί να αναπτυχθεί μάταια. Τι τη θέριεψε τόσο;
Η Γιούκα, από πού μας ήρθε άραγε; Έφτασε στο Θεό κι αυτή.
Και στη ρίζα της άλλες μικρότερες διεκδικούν μια αξιοπρεπή θέση μέσα σ’ αυτή τη
ζούγκλα.
Η είσοδος στο σπίτι ήταν λιγότερο περιπετειώδης. Η εξώπορτα
αντιστάθηκε σθεναρά στην εισβολή του πολιτισμού αλλά στο τέλος υποχώρησε
τρίζοντας. Όλα μέσα ήταν όπως ακριβώς και πριν 16 χρόνια αλλά πιο «στολισμένα»
θα έλεγα. Αράχνες στις γωνίες και στα φώτα, σκόνη, άπειρη σκόνη παντού, ένα
λεπτό στρώμα από χώμα στο δάπεδο, στάμπες από υγρασία στους τοίχους. Κάπως
έτσι, σκέφτηκα, θα ένιωσαν και οι τυμβωρύχοι όταν άνοιξαν τις πυραμίδες.
Εμείς τυμβωρύχοι; Σίγουρα το λες. Αποφασίσαμε να συλήσουμε
τον τάφο των νεανικών μας αναμνήσεων πιστεύοντας πως θα μπολιαστούμε ξανά με
εκείνο το παλιό, το πρωταρχικό αίσθημα ελευθερίας.
Συνεχίζεται…



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου