...που όμως, όταν συμβαίνει στον δικό μου κόσμο, γίνεται σημαντική.
| Ο stalker |
Είναι ενός έτους και τον λένε Ρίνγκο. Τον ονόμασε έτσι ο χιούμαν του και υπήρχε λόγος.
Είναι τρυφερός, άπειρα στοργικός, ναζιάρης, γκρινιάρης, υπερκινητικός αλλά και παράδοξα υπάκουος για αρσενικό. Όταν όμως τον πιάνει η «τρέλα» του πηδάει στα πόμολα και ανοίγει πόρτες, τρέχει σαν σίφουνας πάνω κάτω στα δωμάτια, κάνει ζημιές και πρόσφατα έπιασε ένα περιστέρι και το άφησε έξω από την μπαλκονόπορτα.
Όταν «ξεφεύγει» του ανοίγω την πόρτα και ανεβαίνει σφαίρα
στην ταράτσα. Λιάζεται, τρέχει, κυνηγάει γλάρους και μετά κουρασμένος ξαπλώνει
πάνω στη ζεστή πλάκα και παίρνει έναν υπνάκο.
Πριν φτάσω όμως στο προκείμενο, ας κάνω μια αναδρομή ένα
χρόνο περίπου πίσω, όταν κάναμε μεταξύ μας τις πρώτες συστάσεις.
Ήταν μια καυτή μέρα του Αυγούστου σε ένα παραθαλάσσιο
χωριουδάκι. Εκεί, μας περίμενε ένα εγκαταλειμμένο πολλών ετών σπίτι που ήθελε
αναστήλωση κυριολεκτικά. Πολλή δουλειά, πολλή κούραση, πολλή ζέστη. Μια τέτοια
μέρα λοιπόν, αφού μαζέψαμε διάφορα άχρηστα υλικά, κατεβήκαμε στην παραλία για
να τα πετάξουμε στα σκουπίδια. Μεγάλα γατιά ήταν πάνω στον κάδο απορριμμάτων
και έψαχναν για τροφή. Νερό γύρω ούτε για δείγμα. Πετάξαμε τα σκουπίδια και
μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να επιστρέψουμε στο σπίτι, όταν ξαφνικά ακούσαμε ένα
περίεργο σούρσιμο στην πίσω πόρτα του αυτοκινήτου. Ένα μαύρο κεφαλάκι με
σβησμένα ματάκια κρεμόταν από το τζάμι της πόρτας. Άχνα δεν ακουγόταν, παρά
μόνο το σούρσιμο νυχιών πάνω στην καυτή λαμαρίνα.
- -Τί κάνεις εσύ εδώ; ρώτησα κοιτώντας το κορμάκι
που κρεμόταν πίσω μου.
Ήταν εντελώς απελπισμένος ο γατούλης. Τριών μηνών το πολύ,
εντελώς αφυδατωμένος, πεινασμένος αλλά αποφασισμένος να επιβιώσει με κάθε
τρόπο. Τον πήραμε μαζί μας. Μόλις φτάσαμε, έπεσε με τα μούτρα στο νερό. Το
φαγητό δεν το πλησίασε. Έπινε..έπινε μέχρι που φοβήθηκα πως θα πάθει τίποτα από
το πολύ νερό και προσπάθησα να τον απομακρύνω. Επέστρεψε τρέχοντας και συνέχισε
να πίνει.
Όσο μείναμε στο χωριό, δεν κουνήθηκε από την πολυθρόνα της βεράντας. Μόνο τα βράδια έμπαινε μέσα και κουλουριαζόταν πάνω σε μια καρέκλα. Παρ’ ότι έδειχνε πως άρχιζε κάπως να συνέρχεται από την μεγάλη κακουχία, η μύτη του συνέχιζε να τρέχει και η αναπνοή του ήταν ακόμα πολύ δύσκολη.
Έφτασε η μέρα που θα επιστρέφαμε στη βάση μας και η απόφαση να τον πάρουμε μαζί μας ήταν αυτονόητη. Έπρεπε να τον δει κάποιος γιατρός. Όταν μπήκε στο σπίτι, εξοικειώθηκε γρήγορα. Ο γιατρός διέγνωσε βαρύ κρυολόγημα και μας είπε πως αν έμενε τρεις μέρες ακόμα στα χωράφια, θα πέθαινε. Ακολούθησε αντιβίωση, ορός στη μύτη, καλό φαγητό, ξεκούραση. Έδειχνε να απολαμβάνει τις αγκαλιές αλλά φαινόταν εξαντλημένος. Η μύτη του όμως βούλωνε συνέχεια και τότε σταματούσε να τρώει γιατί δεν μπορούσε να μυρίσει το φαγητό του.
Πέρασε μήνας για να δείξει κάποια βελτίωση. Μετά ξανακύλησε.
Πάλι στο γιατρό. Του άλλαξε την αντιβίωση, πάλι οροί στη μύτη.. Έτσι τράβηξε όλο το φθινόπωρο και ο χειμώνας.
Ο Μάρτιος τον βρήκε εντελώς θεραπευμένο, ζωηρό και έτοιμο
για δράση. Από κει και πέρα άρχισε το έλα να δεις. Δεν έμενε τίποτα όρθιο στο
σπίτι. Ο Ρίνγκο σωστό αστέρι. Έβαλε σκοπό να ανακαλύψει οτιδήποτε ήταν χαμένο.
Τσιμπιδάκια, μικρά χαρτάκια, ένα κουδουνάκι…πού στο καλό ήταν χωμένα και δεν τα
είχα πάρει είδηση; Στόχος του οι μπογιές και ο κέρσορας. Μια μέρα τον έπιασα
στα πράσα να πίνει νερό από το ποτήρι μου. Η σίτα της μπαλκονόπορτας, κουρέλι.
Άρχισε να περπατάει πάνω στα κάγκελα. Μου κοβόταν η ανάσα όταν τον έβλεπα. Ασυμμάζευτος,
σωστός ρέμπελος αλλά που την είχε τόση τρυφερότητα; Δεν ξέρω.
Έμαθα με τον καιρό να «ερμηνεύω» τα νιαουρίσματά του. Απόκτησα παρέα στο νεροχύτη όταν έκανα δουλειές. Περίμενε να ανοίξω τη βρύση για να πιεί νερό λες και δεν είχε στο πιάτο του. Όταν άνοιγα την πόρτα να μπω σε ένα δωμάτιο, έτρεχε πρώτος. Σιδέρωνα και έπαιζε με το καλώδιο. Με καλούσε με νάζι να παίξουμε με το αυτοσχέδιο μπαλάκι που του έφτιαχνα κάθε πρωί με το αλουμινόχαρτο και τα πρωϊνά στηνόταν στο τζάμι της πόρτας και με περίμενε να βγω απ' την κρεβατοκάμαρα.
Έτσι κυλούσε η καθημερινότητά μου με τον Ρίνγκο. Μια μικρή βασανιστική δοκιμασία νεύρων που εύκολα την γύριζε σε γλύκα που μ’ έκανε να του τα συγχωρώ όλα.
Ένα μεσημέρι, που το είχε παρακάνει με τις αταξίες και ήθελα
επιτέλους να ηρεμήσω, του άνοιξα την πόρτα. Σφαίρα στην ταράτσα. Έβαλα την
αλυσίδα και άφησα μια χαραμάδα για να την βρει ανοιχτή όταν θα επέστρεφε. Το
έκανε συχνά αυτό. Το είχε μάθει. Όμως αυτή
τη φορά δεν γύρισε. Αρχίσαμε το ψάξιμο. Ο φόβος ήταν μην κατέβηκε τη σκάλα,
βρήκε την πόρτα της πολυκατοικίας ανοιχτή και βγήκε στο δρόμο. Τον ψάξαμε παντού
γύρω. Τίποτα. Στην ταράτσα τίποτα. Πέρασαν δύο μέρες. Η ΕΜΥ προειδοποιούσε για
ισχυρές καταιγίδες με κεραυνούς. Αν είναι έξω, στο δρόμο, θα κρυφτεί κάτω από
κανένα αυτοκίνητο για να προστατευτεί;
Αποφασίσαμε να βγούμε πάλι να τον ψάξουμε. Τίποτα. Γυρίσαμε
πίσω, φωνάζαμε το όνομά του… Κάποια στιγμή, μου φάνηκε πως άκουσα ένα ξεψυχισμένο
νιαούρισμα. Μήπως έπεσε στον φωταγωγό; Κατεβήκαμε τρέχοντας τις σκάλες μέχρι το
υπόγειο. Ο ενοικιαστής του διαμερίσματος που είχε πρόσβαση στον φωταγωγό,
έλειπε. Ανοίξαμε το παράθυρο του κλιμακοστασίου και φωνάζαμε ξανά και ξανά το
όνομά του, αλλά δεν φαινόταν πουθενά. Ακούγαμε όμως που και που ένα αδύναμο
νιαούρισμα. Ήταν ο Ρίνγκο; Κι αν ήταν άλλο γατί;
Ο καιρός φόρτωνε σιγά-σιγά. Άρχισα να μετράω την ώρα μέχρι
να ξεκινήσει η καταιγίδα. Σκεφτήκαμε να πάρουμε τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος
τηλέφωνο. Του είπαμε τι είχε συμβεί. Εκείνος ειδοποίησε τον ενοικιαστή και πήρε
την άδειά του να ανοίξει το διαμέρισμα με τα δεύτερα κλειδιά που είχε για να
βγούμε στον φωταγωγό.
| Πριν το "salto mortale" |
Ο Ρίνγκο ήταν χωμένος κάτω από μια παλιά ντουλάπα. Μας νιαούριζε πότε-πότε αλλά δεν ξεμυτούσε από κει. Του ρίξαμε φαγητό μήπως δελεαστεί και βγει απ’ την κρυψώνα του. Δεν ανταποκρίθηκε. Αποφασίσαμε να μετακινήσουμε την ντουλάπα. Δεν ήταν εύκολο γιατί είχε πολλά βαριά αντικείμενα και ήταν κλειδωμένη. Όταν απ’ τα πολλά τα καταφέραμε πήρα τον Ριγκούλη αγκαλιά και ανέβηκα στο σπίτι μας. Έτρεμε, ήταν εντελώς αφυδατωμένος και χτυπημένος. Κούτσαινε και πάνω από το μάτι του είχε πληγή. Το μάτι του ήταν κόκκινο. Κάταγμα έδειξε η ακτινογραφία. Ναι, είχε πέσει από την ταράτσα. Τέσσερις όροφοι! Δυο μέρες έμεινε χτυπημένος, πληγωμένος, φοβισμένος, πεινασμένος και μόνος κάτω από την ντουλάπα.
| Ο Σημαδεμένος (μετά το salto mortale) |
Τώρα είναι καλά, πατάει το ποδαράκι του, η πληγή του έκλεισε
και το μάτι του ευτυχώς δεν έπαθε σοβαρή ζημιά.
-Σου έμειναν πέντε ζωές απ’ τις εφτά. Κανόνισε την πορεία σου, του είπε ο
χιούμαν του και ο Ρίνγκο Σταρ, σαν να κατάλαβε, του έκανε μια κουτουλιά και τύλιξε τρυφερά την ουρά του γύρω από το πόδι
του. 💗
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου