![]() |
| Malak Mattar |
Έχω ακόμα στη μνήμη μου εκείνες τις ήσυχες μητέρες της παιδικής
μου ηλικίας ζωσμένες με τις σκουρόχρωμες ποδιές τους να σκύβουν στους κήπους τους
για να ξεβοτανίσουν τα φυτά τους, να ποτίζουν τις γλάστρες τους τα καλοκαιρινά
απόβραδα, και να φορούν τα καλά τους τις Κυριακές στην εκκλησία.
Θυμάμαι ακόμα τα πρωινά που σκούπιζαν σχολαστικά τις αυλές τους και έπλεναν με
το λάστιχο τα στενά ασβεστωμένα πεζοδρόμια έξω από το σπίτι τους. Αντάλλασσαν
καλημέρες με δυνατές καθαρές φωνές, όπως των απλών ανθρώπων.
Έχω ακόμα στη μνήμη μου, τα ιδρωμένα τους πρόσωπα, τα
μανταλάκια στο στόμα και τα κόκκινα, πρησμένα χέρια τους, να απλώνουν στον ήλιο τις αστραφτερές μπουγάδες τους.
Εκείνες τις μητέρες που αντάλλασσαν συνταγές γερμένες πάνω στο κοτετσόσυρμα που χώριζε τις αυλές τους και τις ώρες του μεσημεριού μοσχοβολούσε ο δρόμος από τα φαγητά που ψήνοντας στις γκαζιέρες.
Θυμάμαι τα απογεύματα που έπιαναν τα
εργόχειρα στο κεφαλόσκαλο κάτω απ’ τον γλυκό ήλιο της άνοιξης ή του φθινοπώρου.
Θυμάμαι ακόμα τις σιωπηλές μητέρες που γύριζαν απ’ το παζάρι
του Σαββάτου φορτωμένες πράγματα. Περπατούσαν βιαστικές και ιδρωμένες. Σταματούσαν
στον ίσκιο να πάρουν μιαν ανάσα. Σκούπιζαν με την ανάστροφη του χεριού τους το
μέτωπο και μετά συνέχιζαν το δρόμο τους. Στα συναπαντήματα με γνωστούς ή γείτονες, κουνούσαν για χαιρετισμό το κεφάλι.
Κάποτε, έφταναν στ’ αυτιά μου κάποιες αλλιώτικές
φωνές που το παιδικό μυαλό μου δεν ήξερε να ερμηνεύει. Τις ερμήνευε όμως η ψυχή
μου με μια απροσδιόριστη ανησυχία και λύπη. Ήταν εκείνες οι φορές που οι
πόρτες και τα παράθυρα έκλειναν με κρότο και ακολουθούσε σιωπή. Και μέσα από εκείνη τη
σιωπή έβλεπα τις σιωπηλές μητέρες να βγαίνουν έξω λαβωμένες.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου