Αναρτήσεις

Τετάρτη 24 Απριλίου 2019

Ένα διήγημα - ψαλμός

ΚΑΛΗ  ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Γιατί αξίζει να διαβάζει κανείς ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη τη Μ.Εβδομάδα;
Επειδή η ανάγνωση ενός τέτοιου κειμένου είναι σα να διαβάζεις έναν ψαλμό, ένα ιερό κείμενο και γεμίζει η ψυχή σου με γαλήνη και άπειρη ομορφιά και συγκίνηση για τους απλούς ανθρώπους μιας άλλης εποχής που σκέφτονταν πιο κοντά στη γη και στην ψυχή της.

Ο Αλιβάνιστος, είναι ο γέροντας που ζει πολλά χρόνια μόνος, σε μια καλύβα απόμερης παραλίας. Είναι ο ερημίτης του έρωτα, του πληγωμένου έρωτα που τον έσπρωξε να σιχαθεί τα ανθρώπινα και να αγκαλιάσει την ταπεινότητα και τη μοναξιά.
 Μιαν άνοιξη όμως,  Μ. Σάββατο, έγινε ένα μικρό θαύμα, από εκείνα τα θαύματα που μόνον ο Παπαδιαμάντης μπορεί να μας ιστορήσει...

― Εἶδες κεῖνον ἄθλωπο;
― Ποιόν;
― Κόλια;
― Τὸν Ἀλιβάνιστο; Ἔ, τί;
Ἡ Μολώτα ἔκυψεν, ἐταπείνωσε τὴν φωνὴν καὶ εἶπε:
― Σὰν ἤμουν ἐγὼ μικλὸ κολίτσι, αὐτὸς μ᾽ ἤθελε γυναῖκα. Πλὶν ἀλλωστήσω, κὶ πιαστῇ φωνή μου, μ᾽ ηὗλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενὸ σοκάκι, μ᾽ ἐ… (ἔκυψεν εἰς τὸ οὖς τῆς Ἀφέντρας, κ᾽ ἐψιθύρισε μὲ φωνὴν μόλις ἀκουομένην)· μ᾽ ἐφίλησε…
Ἡ Ἀφέντρα ἔπνιξε βαθύν, ἀργυρόηχον γέλωτα. Ἡ γραῖα ἐπανέλαβε:
― Πατέλας δὲν τὸν ἤθελε γαμπλό. Πῆλα ἄλλον. Χήλεψα. Αὐτός, εἶπαν, πῆλε καημό, πῆγε βουνά, ἀγλίεψε, δὲν πάτησ᾽ ἐκκλησιά… Ἐγὼ ἔχω τὸ κλῖμα (τὸ κρῖμα);
Ἡ Ἀφέντρα ἐνόησεν ἀμέσως τὴν ἁπλοϊκὴν εὐσυνειδησίαν τῆς γραίας.
―Ἔ, καλά, εἶπε, νὰ ποὺ τὸν ηὗρες τώρα, στὴν Ἀνάσταση. Ὥρα τοῦ Ἀσπασμοῦ, τῆς ἀγάπης εἶναι. Νὰ σχωρεθῇς, νὰ τὸ πῇς τοῦ παπᾶ καὶ θὰ σ᾽ ἀφήσῃ νὰ μεταλάβῃς.

Ας μη μείνουμε κι εμείς "αλιβάνιστοι". Υπάρχει μια θέση για όλους τους ερημίτες του Κόσμου μέσα στο ναό της Ανάστασης, όπου κι αν βρίσκεται αυτός.
Ένα κεράκι, ένα χαμολούλουδο, μια όμορφη σκέψη κι ένα φιλί είναι το Πάσχα της ελληνικής παράδοσης που φέρνει την ανάσταση στην ψυχή.
Η άνοιξη, η αναγεννημένη γη, η αγάπη των συνανθρώπων δεν αφήνουν περιθώρια να μένουν μόνες οι αγαθές ψυχές.

"...Ἡ Μολώτα ἠκολούθησε κατὰ γράμμα τὴν συμβουλὴν τῆς Ἀφέντρας. Εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἠσπάσθη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἀνάστασιν, εἶτα ἐζήτησε συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Κόλιαν. Ἀκολούθως, τὴν ὥραν τοῦ Κοινωνικοῦ, ἐπλησίασε μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας εἰς τὴν βορείαν πύλην τοῦ ἱεροῦ, ὅπου ὁ ἱερεὺς ἀνέγνωσεν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν, ἐνῷ ὁ μικρὸς ψάλτης ἐμινύριζε τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε».
Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν, ἅμα οἱ ἄνδρες ἐξῆλθον, ὁ Σταμάτης συναντήσας τὸν Κόλιαν τὸν ἐχαιρέτισε:
― Χριστὸς ἀνέστη, μπαρμπα-Κόλια! Καλὴ ὥρα ἦτον ποὺ σ᾽ ηὗρα χτές.
Καὶ ὁ γέρων ἐρημίτης ἀπήντησεν:
―Ἀληθῶς ἀνέστη, βρέ! Δὲν εἶμαι ἀλιβάνιστος! "

Ὁ Ἀλιβάνιστος (1903)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1984
Ολόκληρο το διήγημα:   Ο αλιβάνιστος





Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

Όσο γεμίζει το φεγγάρι...



...ας αφεθούμε στην ομορφιά :)






Παρακολουθούμε τον πολυβραβευμένο Ουκρανό χορευτή μπαλέτου Σεργκέι Βλαντιμόροβιτς Πολούνιν (20/11/1989), τον νεώτερο κύριο χορευτή του The Royal Ballet (2010), 
σήμερα, κύριο χορευτή του Μουσικού Θεάτρου της Μόσχας.

To 2014, συνεργάστηκε με τον Αμερικανό φωτογράφο και σκηνοθέτη Ντέιβιντ ΛαΤσάπελ και πήρε μέρος στο χορευτικό βίντεο του Take Me to Church, χάρις στο οποίο έγινε ευρέως γνωστός. 






Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Το μελίσσι της Notre Dame



Ας μείνουμε στα θετικά. 
Η Παναγία των Παρισίων επλήγει αλλά το οικοδόμημα σώθηκε.
Κάποιοι θα σκεφτούν, εδώ χάνονται ανθρώπινες ζωές κάθε λεπτό και στιγμή για τα μνημεία θα κλαίμε;
Θα κλαίμε και γι' αυτά, γιατί τα μνημεία, και μάλιστα τα αρχιτεκτονικά, μιλούν κολακευτικά για τον άνθρωπο και τις δυνατότητές του και γίνονται σύμβολα του ανθρώπινου πνεύματος.
Ο υπέροχος αυτός ναός γοτθικής αρχιτεκτονικής έχει συνολική επιφάνεια 4.800 τετραγωνικά μέτρα, 130 μέτρα μήκος, 48 φάρδος, 35 ύψος και μπορεί να χωρέσει 6000 ανθρώπους.
Έχει 4 καμπάνες και η μεγαλύτερη ζυγίζει 4000 κιλά.


Μέσα στο ναό βρίσκονται 37 συνολικά αναπαραστάσεις της Παναγίας σε βιτρό, γλυπτά και ζωγραφιές.
Στα ψηλά σημεία του ναού βρίσκονται οι gargouilles τα διάσημα αγάλματα-δαίμονες που κοιτούν το Παρίσι από ψηλά και προσέχουν το ναό. Στην πραγματικότητα πέρα από διακοσμητικά χρησιμεύουν και ως υδρορροές

Από την άνοιξη του 2013 η Παναγία των Παρισίων φιλοξενεί στη στέγη της ένα μελίσσι ως ένδειξη σεβασμού και ευθύνης του ανθρώπου για τη φύση.


 Όσα έργα Τέχνης σώθηκαν από τη φωτιά μεταφέρονται στο μουσείο του Λούβρου.
Απομένει να γίνει ο απολογισμός και να δούμε τι έχει σωθεί.




Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Το φως μέσα από το φακό του Josef Sudek



Το φως είναι ο πρωταγωνιστής.
Ένας καλός φωτογράφος οφείλει να το ξέρει. Το φως σκηνοθετεί τον υπαρκτό κόσμο. 
Το φως το αντιλαμβάνεσαι καλύτερα από τη σκιά. Κρυμμένος. Πίσω από τον κορμό ενός δέντρου ή έχοντας την προστασία του φύλλου μπροστά στα μάτια σου.
Μεγάλη ικανότητα να μπορείς να περιγράφεις το φως με εικόνες.
Αυτό κατά τη γνώμη μου κάνει τον καλό φωτογράφο.






«Τα πάντα γύρω μας, είτε ζωντανά είτε άψυχα, μπορούν να προσλάβουν στα μάτια ενός τρελού φωτογράφου ποικίλες όψεις, έτσι που ένα φαινομενικά άψυχο αντικείμενο, ζωντανεύει μέσα από το φως ή από το περιβάλλον του.
Κι αν ο φωτογράφος έχει λίγο μυαλό στο κεφάλι του, τότε ίσως  μπορεί να συλλάβει κάτι απ’ όλα αυτά.
Υποθέτω ότι αυτό είναι που ονομάζουμε “λυρισμό”.»

Josef Sudek (1896-1976)




Η Πράγα δεν γέννησε μόνον τον Κάφκα αλλά και τον Josef Soudek
Το 1896, στο Kolin, στην  Ελβετία, στην τότε Βοημία (μέρος της Τσεχικής Δημοκρατίας γεννήθηκε ένας μικρούλης που ονόμασαν Josef .  Στα τρία του  o Josef Soudek έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του τον πήρε και πήγαν στην Πράγα. Στα δέκα πέντε του ήταν μαθητευόμενος βιβλιοδέτης αλλά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος διέκοψε τη μαθητεία του. Τον επιστράτευσαν και τον έστειλαν να πολεμήσει στο Ιταλικό μέτωπο. Εκεί, από λάθος των δικών του, μια οβίδα διέλυσε το δεξί του χέρι με αποτέλεσμα να του το ακρωτηριάσουν. Έτσι η καριέρα του βιβλιοδέτη τέλειωσε πριν καν ξεκινήσει.
Η Κυβέρνηση του πρότεινε να γίνει πλανόδιος πωλητής καπνού και τσιγάρων (κρατικό μονοπώλιο)
Απέρριψε αυτή την προοπτική και όπως συμβαίνει συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις που ο άνθρωπος μηδενίζει και ξεκινάει απ’ την αρχή, άρχισε να «ξεθάβει» τις καταχωνιασμένες αγάπες του. Για τον Σούντεκ ήταν η φωτογραφία. Είχε μάλιστα αποκτήσει με αιματηρές οικονομίες μια φωτογραφική μηχανή.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά ο νεαρός Σούντεκ άρχισε τη ζωή του μέσα από το φακό. Γύριζε και φωτογράφιζε οτιδήποτε του κέντριζε το ενδιαφέρον στην πόλη του την Πράγα και αυτή τη φορά ήταν οι δικές του φωτογραφίες που πούλαγε στο δρόμο. 
Όμως η Κυβέρνηση τον ανάγκασε να σταματήσει να τις πουλάει γιατί δεν είχε άδεια.

Τότε, ένας καλός άγγελος, γιατί ακόμα και στα πιο δύσκολα της ζωής πάντα υπάρχουν τέτοιοι, ο γιατρός στο νοσοκομείο παλαιμάχων δόκτωρ Νεντόμα, που είχε δει τη δουλειά του και είχε πιστέψει σ’αυτήν μεσολάβησε ώστε ο Josef να γίνει δεκτός στο τμήμα φωτογραφίας της Σχολής Γραφικών Τεχνών.






Ο δάσκαλός του εκεί καθηγητής Νόβακ ασκούσε σκληρή και άδικη κριτική στη δουλειά του και καταρράκωσε την πίστη του Josef στον εαυτό του.
Κατάφερε κακείν κακώς να τελειώσει τη σχολή και με χίλια ζόρια να στήσει ένα μικρό εργαστήριο σε μια παράγκα που βρισκόταν ανάμεσα στη mala strana και το ποτάμι. Γέμισε το χώρο αυτό με παλιές φωτογραφικές μηχανές του περασμένου αιώνα κάτι που ερχόταν να δέσει με την εικόνα που είχε ο ίδιος για τον εαυτό του ώσπου το 1940 βρήκε τη μηχανή με την οποία έδεσε κυριολεκτικά τη ζωή και τη δουλειά του: μια πανοραμική Κοdak του 1894.


Αυτή την ογκώδη μηχανή κουβαλούσε με το γερό χέρι του σε όλη την Πράγα και φωτογράφιζε. Πέρα από το βάρος της που έκανε το διάβημά του άθλο, είχε και ένα δεύτερο μειονέκτημα αυτή η μηχανή. Έπαιρνε μόνο ένα φιλμ. Αυτό τον υποχρέωνε να γυρίζει σπίτι του μαζί με τη μηχανή για να βγάλει το φιλμ στον σκοτεινό θάλαμο και να μην πάρει φως. Έβγαλε εκπληκτικές φωτογραφίες μ’ αυτή τη μηχανή. Μια φίλη του του έδωσε τη λύση. Έφτιαξε ένα τεράστιο μαύρο σάκο και έμπαινε επί τόπου ο ίδιος με τη μηχανή του και έβγαζε το φιλμ χωρίς φόβο.





Η συλλογή του «Πανοραμική Πράγα» του 1959 τραβήχτηκε με την αγαπημένη του Kodak.




Τον καιρό της Ναζιστικής κατοχής απαγορευόταν η λήψη φωτογραφιών σε δημόσιους χώρους με ποινή τουλάχιστον φυλάκισης. Έτσι ο Josef άρχισε να φωτογραφίζει το δικό του χώρο. Το στούντιο, το δωμάτιό του, τον κήπο του.



Αυτό που έκανε κάθε φωτογραφία του μοναδική, πέρα από την προσωπική του οπτική ήταν και η ιδιαίτερη σύνθεση διαλυμάτων που χρησιμοποιούσε για την εμφάνιση. Η σύνθεση ήταν δικής του επιλογής και διαφορετική για κάθε φιλμ με αποτέλεσμα η κάθε φωτογραφία του να είναι μοναδική αφού δεν μπορούσε να αναπαραχθεί.




Τα δάση της Βοημίας και της Μοραβίας που αιχμαλώτισε η κάμερά του κατοικούνταν από τους "Γίγαντες του Ύπνου" όπως αποκαλούσε τα τεράστια νεκρά δέντρα του τοπίου.
Η ελίτ των διανοούμενων της Πράγα του απέδιδαν με ειρωνεία τον χαρακτηρισμό «ρομαντικός» επειδή δεν είχε ανθρώπους στις φωτογραφίες του και έτσι δεν απέδιδε τον αγώνα των ανθρώπων για την καθημερινότητα. Εκείνη την εποχή για τους κομμουνιστές η τέχνη έπρεπε να είναι στρατευμένη.




 Ο Σούντεκ  απαντούσε με την ίδια ειρωνεία λέγοντας πως ήταν λόγω της αναπηρίας του πολύ αργός στο να στήσει τη μηχανή και να τραβήξει τη φωτογραφία και οι άνθρωποι βαριόντουσαν και έφευγαν.





Σε μία από τις Ρωμανικές αίθουσες που βρισκόταν βαθιά κάτω από τον ναό του St. Vitus και ήταν σκοτεινή όπως οι κατακόμβες, από ένα μικρό παράθυρο κάτω από το επίπεδο του δρόμου, μπήκε μια μικρή ακτίδα του ήλιου. Αμέσως άρχισε με το βοηθό του να κουνούν πανιά για να σηκωθεί η σκόνη και να μπορέσει έτσι να φωτογραφίσει το φως όπως ήθελε. Ήξερε πως ο ήλιος έφτανε μέχρις εκεί δυο ή τρεις φορές το χρόνο. Τον περίμενε. 
Το φως άλλωστε ήταν ο πρωταγωνιστής των φωτογραφιών του.








Οι εικόνες του Σούντεκ απεικονίζουν την ίδια αίσθηση της υπομονής. Οι κύκλοι των θεμάτων του όπως οι νεκρές φύσεις και τα τοπία, χρειάστηκαν δέκα και πλέον χρόνια για να ολοκληρωθούν.









Οι φωτογραφίες από την αναστήλωση του Αγίου  Βίτο. 







Τα περισσότερα αστικά τοπία του δείχνουν ερειπωμένους δρόμους.






















































https://loeildelaphotographie.com/en/josef-sudek-1896-1976-a-collection-of-photographs-gg/

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Ο Ταρίκ





Τον Ταρίκ δουλευταρά δεν τον λες. 
Έχει όμως το κατιτίς του. Η ευγένεια, το επίχρυσο μυωπικό γυαλί του, οι τρόποι του, το στήσιμο του κορμιού του όταν σου κόβει τον κιμά ή σου δίνει να δοκιμάσεις τη γραβιέρα Κρήτης, όλα αυτά ή τίποτα από όλα αυτά μα κάτι άλλο που πάντα σου διαφεύγει, τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους υπαλλήλους.
Έπειτα είναι και εκείνη η ευκολία να πιάνει κουβέντα με τους πελάτες. Διαπερνά με τόση άνεση και φυσικότητα τον αδιαφανή τοίχο των λογισμών σου που δεν ξέρεις αν θέλεις να του θυμώσεις ή να του χαμογελάσεις.
Δουλευταρά πάντως δεν τον λες.
Ουρά κάνουν οι πελάτες στο δικό του πόστο όσο εκείνος φλυαρεί με την άνεσή του. Θέματα για φλυαρία άπειρα. Ο καιρός το πιο προσφιλές. Μετά ακολουθεί η κρίση, τα παιδιά του, η αγάπη του για την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα που ομολογουμένως μιλάει άπταιστα.

Τα χρόνια που πέρασαν και η συνήθεια να ψωνίζω συχνά από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, μας έφεραν πιο κοντά.
Έτσι, μια μέρα, βρήκε το θάρρος να με καλέσει στο σπίτι του.
"Θα χαρώ πολύ να έρθετε από το σπίτι, να σας προσφέρουμε ένα καφέ, να γνωρίσετε και την οικογένεια…"
Δεν πέταξα τη σκούφια μου. Η φύση όμως που με προίκισε με τη δυσκολία του συγχρωτισμού, δεν φρόντισε να με απαλλάξει από τους καλούς τρόπους. Η δυσκολία του συγχρωτισμού και οι καλοί τρόποι δεν πάνε μαζί και όταν πάνε, προκαλούν ολέθριες εσωτερικές συγκρούσεις που σου χαλάνε την ησυχία :)
Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία για να αρπαχτώ και να "σωθώ". Τα σπίτια μας βρίσκονταν στο ίδιο τετράγωνο και η συχνή επαφή μας στο σούπερ μάρκετ έκαναν κάθε προσπάθεια υπεκφυγής μου εντελώς προσβλητική και για τους δυο μας.
Έτσι, κανονίσαμε να τον επισκεφθώ το απόγευμα της επόμενης μέρας.

Το διαμέρισμα του Ταρίκ βρίσκεται στον πάνω όροφο μιας παλιάς διώροφης οικοδομής που βλέπει σε πεζόδρομο. Χτύπησα το κουδούνι του με βαριά καρδιά ελπίζοντας πως η επίσκεψη αβροφροσύνης θα κρατούσε λίγο.
Με περίμενε όλη η οικογένεια στο κεφαλόσκαλο. Ο Ταρίκ μου σύστησε τους δικούς του με επισημότητα και με οδήγησε στο μικρό καθιστικό τους.  Τα παιδιά, δύο κοριτσάκια το ένα του δημοτικού, το άλλο στο γυμνάσιο και η γυναίκα του, μια λιγομίλητη αλλά χαμογελαστή κοπέλα γύρω στα τριανταπέντε, έμειναν στην αρχή μαζί μας, να πούμε τα τυπικά, να αλλάξουμε δυο-τρεις κουβέντες και μετά έφυγαν και μας άφησαν μόνους.
Ήπιαμε τον καφέ μας μιλώντας περί ανέμων και υδάτων ώσπου κάποια στιγμή το βλέμμα μου έπεσε στη μικρή βιβλιοθήκη που βρισκόταν στο χώρο. Τα περισσότερα βιβλία είχαν αγγλικούς τίτλους - ο Ταρίκ έσπευσε να μου εξηγήσει πως ήταν πτυχιούχος Αγγλικής φιλολογίας. Υπήρχαν όμως και αρκετά ελληνικά.  
Με μεγάλη μου έκπληξη έμαθα πως ο Ταρίκ ήταν ήδη είκοσι χρόνια στην Ελλάδα. Η χώρα του είναι το Πακιστάν. Εκεί έχει μια πολυμελή οικογένεια που φρόντισε από πολύ νωρίς να τον αρραβωνιάσει χωρίς βέβαια τη δική του έγκριση. Στα είκοσι δύο ξενιτεύτηκε. Την υπόσχεση γάμου όμως που έδωσε ο πατέρας του για λογαριασμό του, την τήρησε. 
Επέστρεψε μετά από εννέα χρόνια στην πατρίδα του, παντρεύτηκε εκείνο το κορίτσι που δεν είχε δει ποτέ και γύρισαν μαζί στην Ελλάδα. 
Τον ρώτησα γιατί προτίμησε την Ελλάδα από μιαν άλλη Ευρωπαϊκή χώρα και μου απάντησε πως η Ελλάδα ήταν ο προορισμός που ονειρευόταν από παιδί. Στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο τους μιλούσαν πολύ για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και το να έρθει στην Ελλάδα, ήταν γι αυτόν όνειρο ζωής. 
Ακόμα και τώρα, μου τόνισε, που τα πράγματα οικονομικά έχουν χειροτερέψει, δεν μου περνάει καν απ' το μυαλό η σκέψη να φύγω παρ' ότι έχω συγγενείς στην Αγγλία.  

Ο Ταρίκ έμαθε μόνος του να διαβάζει και να γράφει ελληνικά. Διαβάζει για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, παρακολουθεί σχετικά ντοκιμαντέρ και  οτιδήποτε άλλο του δίνει περισσότερες πληροφορίες για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
"Τα διαβάζω και μετά τα λέω στα παιδιά." 
Μου μιλούσε με ενθουσιασμό. Χαιρόμουν το πρόσωπό του που έλαμπε σαν του μικρού αγοριού που διηγείται τα κατορθώματά του.
"Πιο πολύ μου αρέσουν τα νησιά στην Ελλάδα αλλά δεν έχω πάει σε κανένα. Το καλοκαίρι στην άδεια, διαλέγω το νησί που θα ήθελα να πάω και μαζεύω πληροφορίες που τις λέω στα παιδιά όσο βλέπουμε τα βίντεο που βρίσκω στο ΥouTube. Έτσι είναι σα να έχουμε πάει." 
Η έκπληξή μου μεγάλωσε όταν μου ανακοίνωσε με την ίδια χαρά  πως άρχισε να διαβάζει Καζαντζάκη.
"Στο παζάρι, στην πλατεία Κοτζιά, βρήκα βιβλία του Καζαντζάκη με ελάχιστα ευρώ αλλά πήρα στα αγγλικά το "Καπετάν Μιχάλης".
"Γιατί στ' αγγλικά;" απόρησα
"Επειδή έχει δύσκολες λέξεις. Δεν τις καταλαβαίνω."

Ούτε κι εγώ κατάλαβα πώς πέρασαν δυο ώρες στο σπίτι του Ταρίκ. 
Όταν ήρθε πια η στιγμή να φύγω, τον ευχαρίστησα για τη φιλοξενία, χαιρέτισα τη γυναίκα του και τα παιδιά που με συνόδευσαν ως έξω και πριν χωριστούμε τον ρώτησα:  
"Τί σημαίνει "Ταρίκ" στα ελληνικά;"
"Ταρίκ σημαίνει Αυγερινός κυρία. "




Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

Η αφανής καλοσύνη









Η καλοσύνη δεν περισσεύει. 
Όλοι έχουμε στο περιβάλλον μας έναν άνθρωπο που δεν προσέχουμε ιδιαίτερα, που  θεωρούμε παρείσακτο. Τον αγνοούμε από αμέλεια. Τον παραβλέπουμε από βιασύνη. Τον ειρωνευόμαστε από υπεροψία. Τον υποτιμούμε ως αδύναμο. Μπορεί και να μας ενοχλεί η παρουσία του γιατί δεν ταιριάζει με το δικό μας τρόπο ζωής.

Έρχεται όμως μια στιγμή που όλα ανατρέπονται.
Ένα γεγονός συμβαίνει που μας συγκλονίζει, μας συνθλίβει.  Μένουμε μόνοι. Το «περιβάλλον» εξαφανίζεται σιγά-σιγά, η πόρτα κλείνει. Οι μέρες κυλάνε άδειες. Το τηλέφωνο δεν χτυπάει, το κουδούνι της πόρτας βουβαίνεται. Η σιωπή και η θλίψη, γίνονται μόνιμος σύντροφος.
 Τότε ακριβώς  είναι που παρουσιάζεται εκείνος ο αμελητέος άνθρωπος, σαν ξωτικό, σαν τζίνι που εκπληρώνει τις ευχές μας και καλύπτει τις ανάγκες μας.
Δεν μιλάει πολύ, όμως κάνει πολλά, με διακριτικότητα και με σεβασμό προς τα αισθήματά μας, τη δεινή θέση που έχουμε βρεθεί, ξεπερνώντας ίσως ο ίδιος τα δικά του παράπονα.
 Γίνεται ο ώμος που ακουμπάμε, το χέρι που αρπαζόμαστε, ο πρόθυμος ακροατής των ατελείωτων μονολόγων μας.
 Και όταν όλα τα άσχημα τελειώσουν και τα πράγματα μπουν ξανά στη θέση τους, αποχωρεί διακριτικά από τη ζωή μας,  λες και δεν ήρθε ποτέ.
 Τον ξεχνάμε και προχωράμε ώσπου, περνώντας τα χρόνια, ξανασκεφτόμαστε τα περασμένα και, εκεί, μέσα στο σωρό των αναμνήσεων ξεπηδάει η μορφή του, η καλοσύνη του και μας πιάνει μια ντροπή "τι να κάνει άραγε;".

Όποιος τυχερός έχει έναν τέτοιον άνθρωπο στο περιβάλλον του, ας τον βγάλει από τα αζήτητα, ας τον αγαπήσει και ας του δώσει τη θέση που του αρμόζει. Μπορεί να είναι ένας γείτονας, η γυναίκα που έχει το ψιλικατζίδικο της γωνίας, ένας γνωστός από παλιά, η μάνα μας, ο αφανής συγγενής μας ...
Η ζωή μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πολύ δύσκολη και τέτοιοι άνθρωποι είναι δυσεύρετοι, σωστή ευλογία για όποιον που τους έχει κοντά του. 

Αναγνωρίζονται εύκολα αν έχουμε υπόψη μας πως:
 Η αληθινή καλοσύνη δεν κάνει βαρύγδουπες δηλώσεις. 
Δεν αναλώνεται σε περιττές αβροφροσύνες. 
Είναι ντροπαλή, κοκκινίζει, κρύβεται. 
Δεν επιδιώκει τον έπαινο, δεν εντάσσεται σε «παρέες». 
Βαδίζει μόνη της, ακροπατώντας σχεδόν, για να μην γίνει αντιληπτή και το καταφέρνει. 
Κανείς δεν την αναζητάει ως τη στιγμή που θα τη χρειαστεί.  
Η αληθινή καλοσύνη δεν είναι αδυναμία. Είναι δύναμη και κάνει πανίσχυρους όσους την έχουν.

Αφιερωμένο στην κυρία Μαργαρίτα. Ξέρει εκείνη.

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Τραγούδια ραδιοφώνου






Κάποτε είχα ένα φίλο. Τον έλεγαν Πάρη. Ο Πάρης είχε μια κοπέλα που την έλεγαν Φλώρα. Ήταν μια όμορφη μελαχρινή με πλούσιο στήθος και λεπτή μέση. 
Το στήθος της Φλώρας ήταν σαν το πετράδι του στέμματος. Κοσμούσε όλο το πάνω μέρος του κορμιού της με μια ανεπιτήδευτη αναίδεια. Χάρις σ' αυτή την αναίδεια η Φλώρα δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη. Ο Πάρης ευτυχώς δε ζήλευε. Αντίθετα, καμάρωνε δίπλα της. Δεν του περνούσε καν από το μυαλό να περιορίσει τη Φλώρα πίσω από το δικό του «μαντρότοιχο». Ίσως, η προοπτική μιας φαινομενικής κοινοκτημοσύνης (φάτε μάτια ψάρια ...) να ερέθιζε την φαντασία του.
Η Φλώρα απ' τη μεριά της απολάμβανε με το παραπάνω τα πλεονεκτήματα που της έδινε η εμφάνισή της και έκανε ό,τι μπορούσε για να γίνεται ακόμα περισσότερο –πόσο πια; –αισθητή η παρουσία της.  Η χαλαρή στάση του Πάρη τη διευκόλυνε πολύ σ’ αυτό. Η Φλώρα δεν χρειαζόταν να προσέχει για να έχει. Είχε και ήθελε κι άλλα. Γιατί, σε τελική ανάλυση, η σκανδαλώδης εύνοια της τύχης κάνει τους ανθρώπους άπληστους.

Περπατούσαν πάντα πιασμένοι χέρι- χέρι. Εγώ από πίσω - πιστό σκυλί, αφοσιωμένος ιπποκόμος- τους ακολουθούσα κρατώντας τις δέουσες αποστάσεις ασφαλείας. Το ζευγαράκι έπρεπε να μένει και λίγο μόνο χωρίς όμως να γλυτώνει  εντελώς από την παρουσία μου. Τι παράδοξο πράγμα! Ένα μικρό παιδί να ακολουθεί τους αρραβωνιασμένους! Έτσι απαιτούσε όμως  η μικρή μας κοινωνία.

Σάββατο απόγευμα η πλατεία γέμιζε με κόσμο. Ζευγάρια, οικογένειες, παρέες εφήβων, έκαναν βόλτες  πάνω κάτω,  σε μια απόσταση τριακοσίων περίπου μέτρων μπροστά από το δημαρχείο. Η μπάντα του δήμου έπαιζε τραγούδια ραδιοφώνου, τα ίδια που άκουγα συχνά τα καλοκαιρινά πρωινά από το πρώτο πρόγραμμα, γονατισμένη μπροστά στο παλιό ράδιο με τα πολλά παράσιτα.  Έβραζε ο τόπος αλλά το μωσαϊκό ήταν πάντα δροσερό απ' το πολύ κατάβρεγμα. Τα παραθυρόφυλλα μισόκλειστα προφύλαγαν το εσωτερικό  απ' τον δυνατό ήλιο που έλουζε τους εξωτερικούς τοίχους. Η δροσιά ήταν δεδομένη αν και εφήμερη αφού, πλησιάζοντας το μεσημέρι, δεν μας έσωζε τίποτα από την λαύρα που έκανε την πλάκα της στέγης να καίει σαν καμίνι. 
Μέσα σ' όλη αυτή την καλοκαιρινή πλήξη, τα τραγούδια του ραδιοφώνου έφερναν μια αύρα δροσιάς μαζί με εκείνη του ανεμιστήρα. Ήταν ένα διαβατήριο μετοίκησης στον απαγορευμένο κόσμο των μεγάλων. 
«Θα σε πάρω να φύγουμε, σ' άλλη γη σ' άλλα μέρη, που κανένα δεν ξέρουμε και κανείς δε μας ξέρει ...» 
Γιατί να θέλουν να φύγουν σε τόπο άγνωστο που δεν θα τους ξέρει κανείς; Εγώ πάντως, δεν ήθελα να πάω πουθενά. Ήμουν μια χαρά εκεί που βρισκόμουν, αν εξαιρέσουμε βέβαια την πολλή ζέστη. 
Αυτά τα τραγούδια και κάποια άλλα που δεν είχα ξανακούσει έπαιζε η μπάντα του δήμου μπροστά από το δημαρχείο κάθε Σάββατο απόγευμα.



Σ' εκείνες τις βόλτες έμαθα σιγά - σιγά πολλά. Όπως, τον ήχο που κάνουν οι γόβες στιλέτο πάνω στις πλάκες της πλατείας, τα σήματα μορς των βλεμμάτων που διασταυρώνονταν τυχαία, τα δήθεν στραβοπατήματα της Φλώρας, τα βιαστικά αγκαλιάσματα στη στροφή, το θρόισμα της μουσελίνας γύρω από τους γοφούς της. 
Έμαθα τη φλύαρη σιωπή και τους ανόητους διαλόγους των ερωτευμένων μα κυρίως έμαθα τη θεϊκή γεύση του παγωτού παρφέ! 
Παχιά, γλυκιά, με κομματάκια σοκολάτας και βύσσινου!! Αυτό, ήταν η ανταμοιβή μου για το ξεποδάριασμα της μιας ώρας και κάτι. Μ’ ένα δίφραγκο που έβρισκα στην τσέπη μου την κατάλληλη πάντα στιγμή, άφηνα ευχαρίστως μόνους τους αρραβωνιασμένους και τρεχάλα στο Σεράνο, το μεγάλο ζαχαροπλαστείο της πλατείας.  
Έδινα τα χρήματα  στον υπάλληλο και μετά παρακολουθούσα όλη τη διαδικασία. Πώς γέμιζε κουταλιά-κουταλιά το χωνάκι και μετά το έπνιγε με το σιρόπι του βύσσινου. Το κρατούσα με δέος όπως το παπαδοπαίδι τα εξαπτέρυγα στον επιτάφιο και δεν το άφηνα δευτερόλεπτο απ’ τα μάτια μου μην τυχόν και μου πέσει. Μετά, είχα το ελεύθερο να το απολαύσω με την ησυχία μου, όρθια συνήθως, μπροστά στην μπάντα με τους κοκκινοσκούφηδες μουσικούς. 
Κόκκινο και χρυσό! Κόκκινα κουστούμια με χρυσά κουμπιά και χρυσά μουσικά όργανα που έλαμπαν στο ηλιοβασίλεμα και άστραφταν αργότερα κάτω από τα φώτα της πλατείας. 
Ο αέρας μύριζε γιασεμί, νυχτολούλουδο και βανίλια. Που και που η όσφρησή μου αιχμαλώτιζε μια πινελιά αρώματος όταν με προσπερνούσε κάποια κυρία. Ένας μαγικός κόσμος που φόρτιζε όλες μου τις αισθήσεις. Κάπου εκεί χανόμουν στον δικό μου κόσμο και ξεχνούσα εντελώς τον Πάρη και τη Φλώρα όπως εκείνοι εμένα. Σ' αυτό τουλάχιστον ταιριάζαμε!

Γνώρισα τον Πάρη στα οκτώ μου, εντελώς τυχαία. Είχε μετακομίσει στο διπλανό μας σπίτι. Όταν έπαιζα με τα παιδιά στο δρόμο, τον έβλεπα συχνά, πίσω από το φράχτη, να κάθεται με τις ώρες σ’ ένα τραπέζι γεμάτο καλάμια και λεπτούς σπάγκους. Δεν ήξερα τι έφτιαχνε. Με γοήτευαν όμως οι κινήσεις των χεριών του που ξεδίπλωναν μπρος στα μάτια μου, όπως ο ταχυδακτυλουργός, ένα μικρό θαύμα. Μια μέρα τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν. Μου χαμογέλασε και πήρα θάρρος.
-Τι κάνεις εκεί; τον ρώτησα χωρίς περιστροφές εκφράζοντας δυνατά  για πρώτη φορά την απορία που με απασχολούσε μέρες.
«Κλουβί για πουλιά.» μου απάντησε με προθυμία.
«Τα πουλιά πού τα βρίσκεις; »
Άρχισε να μου διηγείται την περιπέτεια της αιχμαλωσίας των πουλιών. Εκείνος έλεγε..έλεγε αλλά εγώ δεν έδινα προσοχή στα λόγια του μόνο κοίταζα τα χέρια του που έπλεκαν τα καλάμια. Η φωνή του αργή, σταθερή έφτανε τόσο ωραία στ’ αυτιά μου που, η απάνθρωπη πράξη του,  μου φάνταζε σα γοητευτική περιπέτεια.
Η Φλώρα, απ' την άλλη,  μεγάλωνε δυο δρόμους παρακάτω. Με τον Πάρη ήταν συμμαθητές στο ίδιο σχολείο. Σ’ ένα διάλειμμα συναντήθηκαν τα βλέμματά τους, κόλλησαν και δεν ξεκόλλησαν ποτέ από τότε. Μετά ενώθηκαν τα χέρια τους κι έπειτα η καρδιά τους. Το ‘σκαγαν απ’ το μάθημα και πήγαιναν στο διπλανό παρκάκι. Έτσι πλέχτηκε το δικό τους ειδύλλιο, το κλουβί που έκλεισαν μέσα τις ζωές τους με μυστικά και ψέματα.

Εκείνος, τύπος ήσυχος, δεν ήθελε πολλά απ’ τη ζωή του. Η Φλώρα όμως έκανε μεγάλα όνειρα για τη δική της.  Όταν έκλεινε τα μάτια της έβλεπε τον εαυτό της να υποκλίνεται πάνω στη σκηνή και από κάτω να πέφτει βροχή το χειροκρότημα. Η αίθουσα του «Φλοράλ» -σημαδιακό;- έγινε το δεύτερο σπίτι της. Δεν έχανε ταινία και όσες της άρεσαν ιδιαίτερα τις έβλεπε ξανά και ξανά  μέχρι να τις κατεβάσουν. Όταν έφτασε η ώρα της αποφοίτησης ανακοίνωσε επίσημα στους γονείς της την απόφασή της να γίνει ηθοποιός.  Eκείνοι όμως δεν ήθελαν ούτε να το ακούσουν.  Της έδωσαν τελεσίγραφο. " Ή δασκάλα ή γάμος. Διάλεξε!"
 Έκλαψε το κορίτσι, παρακάλεσε, κλείστηκε στο σπίτι, αρνήθηκε το φαγητό, τις εξόδους και όταν πια βαρέθηκε απ’ όλα αυτά, ερωτεύτηκε τον Πάρη. 
Το ανακοίνωσε χωρίς περιστροφές, ένα απόγευμα, μπροστά μου, μέσα στην αυλή του.
 «Σ' αγαπάω..» του είπε παράφορα και όρμησε να τον φιλήσει. Το πρώτο φιλί της Φλώρας, άφησε άναυδο τον Πάρη. Το κλουβί που κρατούσε, έπεσε απ' τα χέρια του. Η καρδερίνα πέταξε μακριά. Ούρλιαξα εγώ από χαρά και έτσι, μ' αυτόν τον ιδιότυπο τρόπο γίναμε μάρτυρες –το κλουβί, η καρδερίνα κι εγώ - του μυστικού τους γάμου που, μέσα στην παιδική μου ψυχή, σφραγίστηκε με την πεποίθηση πως ήταν η «σκλαβιά» του Πάρη που ελευθέρωσε το πουλί.

            

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που κράτησε στα χέρια του κλουβί. Ούτε εμείς βρεθήκαμε ξανά, αφού αυτός ήταν ο μόνος λόγος που συναντιόμασταν στην αυλή του. Ακούγαμε όμως  τα ίδια τραγούδια στο ραδιόφωνο, στη διαπασών εκείνος, χαμηλόφωνα εγώ. Μ’ αυτό τον τρόπο πίστεψα πως η φιλία μας συνεχιζόταν.

Λίγους μήνες μετά έγινε επίσημος ο αρραβώνας τους. Η οικογένειά μου κι εγώ ήμασταν καλεσμένοι.  Εκεί, όλα άλλαξαν μεταξύ μας. Οι μεγάλοι με έχρισαν συνοδό τους, όπως όριζαν οι κανόνες.  Κάθε Σάββατο απόγευμα κάναμε οι τρεις μας την καθιερωμένη  βόλτα στην πλατεία. Η Φλώρα περπατούσε ανάμεσά μας λικνίζοντας με χάρη τους γοφούς της. Από τη μια κρατούσε αγκαζέ τον Πάρη κι από την άλλη εμένα απ’ το χέρι. 
Μιλούσαν ψιθυριστά, γελούσαν και καμάρωναν.  Κάθε λίγο σταματούσαμε  άλλοτε για να στρώσει μια τούφα απ’ τα μαλλιά της ή να διορθώσει τις πιέτες της φούστα της  ή  να βγάλει τα γάντια της χωρίς αιτία.  Ανεχόμασταν όμως τα καπρίτσια της, ο καθένας μας για διαφορετικό λόγο και θα μπορούσα να πω πως ήμουν σχεδόν ευτυχισμένη αν δεν υπήρχε εκείνος ο τούλινος φράχτης, το τεράστιο φουρό της,  που  με κρατούσε μόνιμα σε μια προσβλητική απόσταση.

Μετά από αρκετά πήγαινε-έλα μου έκαναν τη χάρη να καθίσουμε σ’ ένα απ’ τα μπροστινά τραπέζια της Εμπορικής Λέσχης. 
Η Φλώρα ήθελε θέση με θέα στην πλατεία. Ο Πάρης  βολευόταν δίπλα της φροντίζοντας πρώτα την τσάκιση του καλοσιδερωμένου παντελονιού του μετά έκανε νόημα στο γκαρσόνι που έφθανε με καθυστέρηση λόγω της πολυκοσμίας. Η παραγγελία ερχόταν, οι πάστες και τα αναψυκτικά απλώνονταν στο τραπέζι. Τρώγαμε, χαιρόμασταν και χαζεύαμε τους άλλους που συνέχιζαν να βολτάρουν.

Έτσι, μ' αυτόν τον θεατρικό τρόπο, το γκαρσόνι και οι πάστες, το φουρό της Φλώρας και η κόκκινη μπάντα, ο Πάρης και η ελευθερωμένη καρδερίνα πλέχτηκαν γλυκά σαν κορδέλες ταραντέλας  κάτω από τον ήχο των τραγουδιών του ραδιοφώνου και με παρέσυραν σ' ένα χαρούμενο χορό αναμνήσεων που κρατάει χρόνια. 
Όσο για τους δυο νέους, έμαθα πως - λίγα χρόνια μετά - έφυγαν με τραίνο μετανάστες για τη Γερμανία.

Δυο πανέμορφοι γλάροι του Αιγαίου στο γκρίζο κλουβί του Βορρά...


Θα σε πάρω να φύγουμε - Πάνος Παπαθανασίου




Πρώτη ανάρτηση 16/8/2015 στο Pathfinter.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

Καλώδια στο μπαλκόνι




Όλα ξεκίνησαν απ’ τα καλώδια που έβρισκα στο μπαλκόνι.
Στην αρχή μου έκανε εντύπωση που έβρισκα καλώδια στο μπαλκόνι. Χρωματιστά καλώδια  στόλιζαν τις γλάστρες μου. Κάτω, στρώμα τα καλώδια. Τα μάζευα και την άλλη μέρα  γινόταν πάλι το ίδιο. Ζήτησα εξηγήσεις! 
- Γιατί αφήνεις καλώδια στο μπαλκόνι;  
-Γιατί να αφήσω καλώδια στο μπαλκόνι; 
- Δεν τα αφήνεις εσύ;
-Όχι. Έχει καλώδια στο μπαλκόνι;
- Ναι έχει καλώδια στο μπαλκόνι!
- Πώς βρέθηκαν τα καλώδια στο μπαλκόνι;
-Αυτό ρωτάω κι εγώ; Πώς βρέθηκαν τα καλώδια στο μπαλκόνι;
-Δεν έχω ιδέα.
-Είσαι σίγουρος;
-Έχεις όρεξη;
- Δεν γίνεται να έρχονται μόνα τους στο μπαλκόνι! 
-Πού να ξέρω εγώ πώς έρχονται στο μπαλκόνι; 
-Εσένα, δε σου φαίνεται  περίεργο το πώς βρέθηκαν στο μπαλκόνι;. 
-Μπορεί ο αέρας να τα φέρνει στο μπαλκόνι.
- Και γιατί δεν τα έφερνε τόσο καιρό;
-.............. 

 Δυο μέρες μετά, άκουσα άγρια κρωξίματα, ένα φτεροκαυγά,  έναν κακό χαμό! Μια περιστέρα "στα κάγκελα" κυριολεκτικά, χτυπούσε με μανία τα φτερά της κράζοντας στο αρσενικό, που είχε ένα καλώδιο στο στόμα και προσπαθούσε να την πλησιάσει.
 Ο πόλεμος των Ρόουζ!
Στήθηκα πίσω απ' την κουρτίνα και τα παρακολουθούσα διακριτικά.  Ο καυγάς τους κράτησε μέρες. Εκείνος προσπαθούσε να πλησιάσει με το καλώδιο στο στόμα και εκείνη τον έδιωχνε με θυμό. 
-Μάνα δε θα γίνω εγώ ποτέ; 
-Κάνω ό,τι μου λες.
-ΕΓΩ σου είπα να φέρεις καλώδια για τη φωλιά;
-Αυτά βρήκα.
-Τόσα δέντρα! Ένα κλαδί δε μπορείς να φέρεις;
-Αυτά είναι πιο όμορφα. Κοίτα τί ωραία χρώματα που έχουν!
-Τα χρώματα σε μάραναν! 
-Τί θέλεις από μένα πια;
-Θέλω ΦΩΛΙΑ!!!!

Ακολούθησε μικρή περίοδος ανακωχής - δεν έβρισκα πια τίποτα στο μπαλκόνι - αλλά δεν κράτησε πολύ. Λίγες μέρες μετά - πότιζα τα λουλούδια - βρήκα στη γλάστρα κάτω από τη φωλιά τους,  ένα αυγό. 
Το άφησα εκεί που το βρήκα μήπως έρθει τελικά η μάνα του και το κλωσήσει.  Δυστυχώς δεν είχε αυτή την τύχη. Δεν ήταν γραφτό να γίνει πουλί.

Ξέσπασε νέος καυγάς. Αγανακτισμένη η περιστέρα του όρμησε πάλι. Πάλι δεν τον άφηνε να πλησιάσει.  Εκείνος φτεροκοπούσε μάταια γύρω από το σώμα του αιρκοντίσιον που είχαν στήσει όπως-όπως τη φωλιά τους.  Δεν το έβαζε κάτω.  Απομακρυνόταν λίγο, πήγαινε μέχρι το καλώδιο της ΔΕΗ, την κοίταζε και έκανε πάλι απόπειρα να πλησιάσει. Αυτό επαναλαμβανόταν αρκετές μέρες χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος, το πήρε φαίνεται απόφαση. Έκανε δυο-τρεις αποχαιρετιστήριους γύρους κοντά στο κλιματιστικό και πέταξε μακριά.
Το ζευγαράκι χώρισε. Το αυγό έμεινε αμανάτι στη γλάστρα. Ο αέρας διέλυσε εύκολα την ετοιμόρροπη φωλιά τους.  Έφυγε και η περιστέρα.

Στενοχωρήθηκα με το άδοξο τέλος του έρωτά τους, μάζεψα τα τελευταία καλώδια απ’ το μπαλκόνι - παλιά μου τέχνη κόσκινο- και η ιστορία θα είχε πλέον ξεχαστεί αν δεν έβρισκα προχθές... χρωματιστά καλώδια στο μπαλκόνι!

Ένας καινούργιος κύκλος ζευγαρώματος ξεκινάει για δεύτερη χρονιά και τα..."τεκμήρια" δείχνουν πως πρόκειται  για το ίδιο ζευγαράκι. 
Κρέμασα στα κάγκελα κλαράκια και κλωστές ελπίζοντας πως φέτος θα πιάσουν τόπο. :) :)

.
(Η φωτογραφία είναι από τη σελίδα του Γεωπονικού Πάρκου )

Το τραγούδι που ακολουθεί είναι ευγενική προσφορά του φίλου Διονύση Μάνεση. Μου το άφησε στο σχόλιό του και μου άρεσε πολύ, επιπλέον το βρήκα εξαιρετικά επίκαιρο με το σημερινό θεματάκι οπότε του αξίζει μια ωραία θέση στο σαλόνι. :)


Ακόμα ένα όμορφο και σχετικό με το θέμα τραγούδι από τη φίλη Στεφανία που είχε την ευγένεια να το ανασύρει από τη συλλογή της και να μας το χαρίσει.