"Κοντεύω να γίνω "μικρός". Μικραίνει κανείς όταν ατέλειωτα βιάζει τον εαυτό του να είναι χωμένος σ' ένα μηχανισμό στενό και ανόητο." Ίων Δραγούμης (Ζωγράφος: Ettore Tito - Con la rosa tra le labbra )
Αναρτήσεις
-
Δέχτηκα την πρόσκληση της Μάνιας από το blog Καληνύχτα να συμμετάσχω στο δρώμενο που ξεκίνησε η φίλη Κατερίνα από το ιστολόγιo της Pau...
-
Όλα ξεκίνησαν απ’ τα καλώδια που έβρισκα στο μπαλκόνι. Στην αρχή μου έκανε εντύπωση που έβρισκα καλώδια στο μπαλκόνι. Χ ρωματιστά...
-
Πώς περνάω το καλοκαίρι μου; Να σας πω. Το περνάω με δέκα απίθανους τύπους. Είμαστε μια παρέα που συναντιόμαστε μόλις νυχτώσει, στον κήπο...
-
Από μια καλοκαιρινή βόλτα στην Ν. Εύβοια Το 2019 είχε κάνει ποδαρικό με τον Θούριο του Ρήγα :) δείτε εδώ: Πρώτη μέρα του 2019 ...
-
Αποφάσισα να τακτοποιήσω την ντουλάπα μου. Ήταν μια γενναία πράξη που συνεχώς έπαιρνε αναβολή αλλά ήρθε η στιγμή που έπρεπε να αντιμετωπ...
-
Η Άλλη το αποφάσισε να του γράψει γράμμα όπως τον παλιό καλό καιρό που οι άνθρωποι επικοινωνούσαν με επιστολές-ραβασάκια που άφηναν ...
-
The plain pessimist by Rex John Whistler (British, 1905–1944) Έξι δεκαετίες πριν, ο Norman Vincent Peale , συγ...
-
"Χαρίζεται... πλάκωμα βαρύ και ασήκωτο, απροσδιορίστου προελεύσεως και αναμφιβόλου διαρκείας. Δεν επιδέχεται μεταποιήσεως. Είναι αυθ...
-
"Ποια πιστεύω ότι πρέπει να είναι τα δύο χαρακτηριστικά ενός έργου τέχνης; Πρώτον, πρέπει να είναι απερίγραπτο και δε...
-
Βρήκαμε εύκολα να παρκάρουμε. Μέχρι να φτάσουμε, η υπερβολική κίνηση στους δρόμους είχε νικήσει όλες μας τις αντιστάσεις. Φτάσα...
Πέμπτη 12 Αυγούστου 2021
Αίτημα
Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021
Στην ταράτσα
Και τώρα, προσπαθούμε πάλι να επιβιώσουμε ως είδος.
Τι είδους είδος; Αυτουνού που μένει στο κλεινόν άστυ
κατακαλόκαιρο και αναπνέει μπετόν σε υγρή μορφή. Για μας θα μιλήσω αδέρφια. Για
όσους μένουμε στα διαμερίσματα της κολάσεως των 43 βαθμών Κελσίου και βλέπουμε
τα πάντα γύρω μας να λιώνουν.
Μέσα σ’ αυτήν την καλοκαιρινή ρευστότητα και ευφορία -όσων τυχερών διακοπάρουν- προσπαθούμε να επιβιώσουμε ψυχικά και σωματικά. 43ο C αδέρφια μέσα σε ένα διαμέρισμα με «πλάκα» από πάνω, μετράω «θύματα». Οι γλάστρες στο μπαλκόνι, μια-μια με αποχαιρετούν. Πάει ο βασιλικός, πάει το νυχτολούλουδο, πάει ο κίτρινος κατηφές…δεν θα ήθελα τώρα να γράψω όλη τη λίστα των εκλιπόντων ούτε να τελέσω μνημόσυνο. Να είμαστε καλά να τα θυμόμαστε. Όμως (αυτό το «όμως» θα μας φάει), αυτό που με πληγώνει κυριολεκτικά είναι τα αγκάθια του κάκτου που μεγαλώνει επικίνδυνα -κόντρα στ' άλλα που ψυχορραγούν- πάνω στη στροφή προς δυσμάς του μπαλκονιού, εκεί, κολλητά με τη ροδιά που, τούτο το καλοκαίρι, πνέει τα λοίσθια. «Άνθρωπος και φυτά για μιαν ελπίδα ζουν, το ξέρουν και οι πέτρες, που δεν ιδροκοπούν» - καλοκαιρινό συνθηματάκι βγαλμένο απ’ την ψυχή.
Εμείς πάντως, αποκτήσαμε καινούργιο "σπορ" (να γραφτεί στα πρακτικά του καλοκαιριού, παρακαλώ). Καταβρέχουμε την "πλάκα", την ταράτσα ντε. Όποιος διαθέτει ταράτσα στο κεφάλι του, είμαι απολύτως σίγουρη πως με καταλαβαίνει. Πήραμε κι άλλο λάστιχο και το βάλαμε προέκταση στο ήδη υπάρχον. Το ανεβάσαμε στην ταράτσα και έτσι, κάθε σούρουπο, οι γείτονες βλέπουν δυο φιγούρες να ξετρυπώνουν μέσα από το ημίφως της φύσης που βράζει και να αρχίζουν το κατάβρεγμα. Δευτερόλεπτα πριν, διαμείβεται ο εξής ευγενικός διάλογος:
-Εγώ πρώτος.
-Έτσι λες και μετά δεν μου το δίνεις.
-Πάντα σου το δίνω αλλά εσύ δεν το παίρνεις.
-Δεν το παίρνω; Πας καλά; Μια βδομάδα σου ζητάω να μου το
δώσεις και εσύ μου λες όλο «αύριο και αύριο».
-Χθες που πήγα να σου το δώσω, είχες φύγει.
-Πήγα να ανοίξω τη βρύση.
- Η βρύση είναι ανοιχτή. Απλά γυρίζεις τον διακόπτη στο
λάστιχο και το νερό τρέχει.
- Ωραία λοιπόν, δώσ’ το μου τώρα.
- Μα τώρα τελειώνω.
-Πάλι; Δεν το πιστεύω τούτο, να μην σε προλαβαίνω ποτέ!
-Αύριο..αύριο...
-Τώρα το θέλω.
-Σταμάτα.
-Δώσ' το μου!
- Μην το τραβάς! Άσ' το είπα! Σταμάτα! Αμάν, μούσκεμα μ’ έκανες πάλι! Δεν σου το δίνω…
Ένα "δούναι και λαβείν" είναι η ζωή μας φίλοι. Δίνεις αγάπη,
παίρνεις ευτυχία, δίνεις φροντίδα, παίρνεις αφοσίωση, δίνεις σφαλιάρα, παίρνεις
φάσκελο, δίνεις λάστιχο, παίρνεις κατάβρεγμα κ.ο.κ.
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής (όνειρα) η πλάκα αναστενάζει. Ακούς ήχους ηδονής ασύλληπτης και μετά, αρχίζει να τρίζει -έρχεται ο οργασμός! Στο τέλος, ησυχάζει ξέπνοη και αχνισμένη κάτω από τον αμείλικτο κρουνό δροσιάς που ο άνθρωπος, ο άνθρωπος λέγω, της χαρίζει. Γιατί, και οι πλάκες έχουν ψυχή. Το ξαναθυμόμαστε ανελλιπώς κάθε καλοκαίρι, και ας το ξεχνάμε άσπλαχνα το φθινόπωρο.
(Θερμή ευχή: Ας καίνε οι φωτιές μόνο μέσα μας).
Jonathan Roy - Keeping me alive
Τρίτη 6 Απριλίου 2021
Αυτό το πλάκωμα ποιός θα το πάρει;
"Χαρίζεται... πλάκωμα βαρύ και ασήκωτο, απροσδιορίστου προελεύσεως και αναμφιβόλου διαρκείας. Δεν επιδέχεται μεταποιήσεως. Είναι αυθεντικό και ευκολοφόρετο. Αν του φερθείτε με ευγένεια, μπορεί και να σας αγαπήσει. (δεν θα το συνιστούσα...)
Μαζί χαρίζεται ηλεκτρονικό πιεσόμετρο και δέκα μπουκαλάκια βαλεριάνας σε σταγόνες.
(Για περισσότερες πληροφορίες αφήστε μήνυμα και εντός 24ωρου, θα επικοινωνήσω μαζί σας. Αν δεν επικοινωνήσω, σημαίνει πως το ξεφορτώθηκα!).
Sivert Hoyem - Prisoner Of The Road (...απ' την ανάποδη)
Σάββατο 27 Μαρτίου 2021
Ανακαλύπτοντας τη μαγεία από ψηλά
Απ' όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα πάντα ένα θεματάκι με τα ύψη.
Δεν είμαι υψοφοβική, αν αυτό νομίσατε. Αντίθετα, πάντα μου άρεσε να βλέπω τον κόσμο από ψηλά.
Όχι..."αφ' υψηλού" :) όπως μπορεί πάλι να νομίσατε, αλλά από ύψος.
Ο Φρόυντ σίγουρα θα είχε πολλά να μας πει - ίσως και να έχει πει κι εγώ να μην το γνωρίζω -, σχετικά με το θέμα μου που, είμαι βέβαιη πως το μοιράζομαι με πολλούς άλλους ανθρώπους.
Ίσως να οφείλεται σε μια ενδεχόμενη τάση μου να μην εμπλέκομαι πολύ με την... πραγματικότητα, να μου αρέσει να αιθεροβατώ :)
Άλλη εκδοχή είναι, να αρκούμαι στο να βλέπω μόνον τα όμορφα και όχι τα άσχημα της ζωής.
Και μια τρίτη, να μου αρέσει να βλέπω τη μεγάλη εικόνα.
Όπως και να 'χει πάντως, εμένα μου αρέσει το ύψος, ο ανοιχτός ορίζοντας, περισσότερο κι απ' τη θάλασσα ακόμα.
Αφού όμως δεν μπορώ, λόγω συνθηκών, να απολαμβάνω... το "κουσούρι" μου, βρήκα άλλον τρόπο να ικανοποιώ αυτή την επιθυμία μου. Αναζητώ στο διαδίκτυο εικόνες από ψηλά. Ψάχνοντας βρήκα θησαυρούς. Ανακάλυψα ανθρώπους που έχουν δημιουργήσει μια ξεχωριστή "σχολή" αεροφωτογραφίας. Και επειδή, όποιος ψάχνει βρίσκει, η αρχική αναζήτησή μου με οδήγησε στους εναέριους αρχαιολόγους και συγκεκριμένα στον KLAUS LEIDORF.
![]() |
| KLAUS LEIDORF 5 ΙΟΥΝΙΟΥ 1956. |
Ίδρυσε εκδοτική εταιρεία, μια από τις μεγαλύτερες στη γερμανική γλώσσα, με ειδίκευση στην αρχαιολογική λογοτεχνία. Οι εναέριες καλλιτεχνικές φωτογραφίες του είναι άπειρες και διακρίνονται για την υψηλή αισθητική τους.
Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021
"Πρέπει να ανεβείτε ένα βουνό για να μάθετε τι σας συνδέει με την ύλη"
![]() |
Χένρι Ντέιβιντ Θορώ (1817-1862) |
"Όποιος προχωράει αποφασιστικά προς την κατεύθυνση των ονείρων του, και παλεύει για να ζήσει τη ζωή που είχε ονειρευτεί, θα συναντήσει την επιτυχία εκεί που δεν περίμενε".
Σήμερα που, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ίσως, εφαρμόζονται μαζικά, παγκόσμια και σε συγχρονισμό άδικοι νόμοι, μέσω των οποίων διαμορφώνεται η ζωή των ανθρώπων προς το χειρότερο, ο νους πάει στον Χένρι Ντέιβιντ Θορώ.
Τον Ιούλιο του 1845, ένας άντρας οδηγήθηκε στη φυλακή επειδή αρνήθηκε να πληρώσει τους φόρους έξι χρόνων, στην πολιτεία της Μασαχουσέτης. Δεν ήθελε, όπως είπε, με τα χρήματά του να στηρίξει το καθεστώς της δουλείας και τον επεκτατικό πόλεμο της Αμερικανικής κυβέρνησης στο Μεξικό.
Μέσα στη φυλακή έγραψε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά δοκίμια που έμελλε να επηρεάσουν προσωπικότητες όπως ο Τολστόι, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ και ο Γκάντι.
Το δοκίμιο είχε τον τίτλο "Περί του καθήκοντος της πολιτικής ανυπακοής", ένα κείμενο υπέρ της ανυπακοής σε ένα άδικο κράτος.
Τέσσερα χρόνια πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση του 1821, γεννήθηκε στο Κόνραντ της Μασαχουσέτης ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, ένας σημαντικός φιλόσοφος, συγγραφέας, φυσιοδίφης και ποιητής.
Για τους Αμερικανούς ο Θορώ είναι ο θεμελιώδης λίθος της κουλτούρας τους και για τον υπόλοιπο κόσμο ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους, παγκόσμια.
Υποστήριξε την κατάργηση της δουλείας.
Ανέδειξε την σπουδαιότητα μιας απλής ζωής σε φυσικό περιβάλλον.
Προφήτευσε τις μεθόδους και τα ευρήματα της οικολογίας στο βιβλίο του "Γουόλντεν" και κυρίως χαρακτηρίστηκε από τους συγχρόνους του άστοχα ως αναρχικός εξαιτίας του βιβλίου του "Περί του καθήκοντος της πολιτικής ανυπακοής".
Ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, γενήθηκε το 1817 στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης.
Πρώτος ο Τολστόι στο έργο του "Ανάσταση" εξαίρει την σπουδαιότητα των φιλοσοφικών απόψεων του Θορώ. Ο Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ υιοθετούν την αντίσταση μέσω της μη βίας, μέσω της ανυπακοής.
Ολόκληρη η πολιτική φιλοσοφία επηρεάστηκε από τον Θορώ, και συνεχίζει να επηρεάζεται.
Το πρώτο επάγγελμα που διάλεξε να κάνει ήταν δάσκαλος. Το δεύτερο αγρότης και το τρίτο συγγραφέας.
Πέθανε από φυματίωση τον Μάιο του 1862, στα 45 χρόνια του. Πέντε μήνες πριν την Ελληνική λαϊκή εξέγερση του 1862 που είχε ως αποτέλεσμα την καθαίρεση του βασιλιά Όθωνα.
Η παγκόσμια διαθήκη που άφησε είναι τα δύο σημαντικά βιβλία, που αναφέρθηκαν πιο πάνω:
Το "Walden ή η ζωή στο δάσος", η αναζήτηση της απλής ζωής σ' ένα φυσικό περιβάλλον και
το "Περί του καθήκοντος της πολιτικής ανυπακοής", ένα επιχείρημα υπέρ της ανυπακοής προς ένα άδικο κράτος. Βιάστηκαν εξ αιτίας αυτού του έργου του να τον χαρακτηρίσουν αναρχικό, αφού στην πραγματικότητα με αυτό, υποστήριξε τη διόρθωση και όχι την κατάργηση του κράτους.
Ανήκει στην ομάδα των Τρανσενταλιστών της Αμερικής, δηλαδή των "υπερβατικών" φιλοσόφων και συγγραφέων.
Υπήρξε ο πρώτος που μίλησε για τη φύση και τον σπουδαίο ρόλο της. Δίκαια ονομάστηκε "πρώτος οικολόγος".
Μερικά αποσπάσματα:
"Καλύτερη κυβέρνηση, αυτή που κυβερνά ελάχιστα".
"Άδικοι νόμοι υπάρχουν. Θα αρκεστούμε να τους υπακούμε ή θα προσπαθήσουμε να τους διορθώσουμε; Και μέχρι να το καταφέρουμε θα τους υπακούμε ή θα τους παραβιάσουμε αμέσως;"
"Άν κάποιος που δεν έχει περιουσία αρνηθεί έστω και μια φορά να δώσει εννιά σελίνια στο κράτος, μπαίνει στη φυλακή για χρονικό διάστημα που δεν περιορίζεται από κανένα νόμο που γνωρίζω, και καθορίζεται μόνον απ' την διακριτική ευχέρεια εκείνων που τον φυλάκισαν. Αν όμως κλέψει από το κράτος ενενήντα φορές εννιά σελίνια, σύντομα αφήνεται ελεύθερος και πάλι".
"Άν η φύση της αδικίας είναι τέτοια που σε υποχρεώνει να γίνεις φορέας αδικίας προς κάποιον άλλον, τότε, λέω, παραβιάστε τον νόμο. Αφήστε τη ζωή σας να λειτουργήσει ως μια ενάντια δύναμη τριβής που θα σταματήσει τη μηχανή. Εκείνο που οφείλω να κάνω είναι να φροντίζω, σε κάθε περίπτωση, να μην αποτελώ μέρος της αδικίας που καταδικάζω".
"Θα έρθουν στιγμές που οι άνθρωποι θα σας πουν ότι το χρήμα είναι "σκληρό". Σκληρές είναι και οι τσακμακόπετρες, μα μέσα τους δεν έχουνε μέταλλο. Το χρήμα δεν είναι για φάγωμα, λέω εγώ. Μονάχα φανταστείτε έναν άνθρωπο σ' αυτόν τον καινούργιο κόσμο, μέσα στην ξύλινη καλύβα του, ανάμεσα στα καλαμπόκια και τις πατάτες του, με μια στάνη απ' τη μια μεριά, να λέει ότι το χρήμα είναι σκληρό. Τι σχέση έχει αυτό με την καλλιέργεια του φαγητού του, το κόψιμο των ξύλων του, με το να μένει μέσα όταν βρέχει, κι άμα το φέρει η ανάγκη, να πλέκει ή να υφαίνει τα ρούχα του;".
"Θα πρέπει να νιώθετε άλλος άνθρωπος μετά από την μοναχική σας βόλτα στα βουνά. Θεωρώ πως όταν βρίσκομαι στις κορυφές τους, αισθάνομαι το ίδιο δέος με εκείνων που μπαίνουν σε μια εκκλησία. Να βλέπεις πάνω σε τι γη έχτισες το σπίτι σου και, ενδεχομένως, έναν κήπο. Είναι σαν το πέρασμα των χρόνων και χρόνων. Πρέπει να ανεβείτε ένα βουνό για να μάθετε τι σας συνδέει με την ύλη". Απόσπασμα από το έργο Γράμματα ενός υπερβατιστή.
![]() |
| "Η κατοικία μου ήταν μικρή, δεν έφτανε ούτε να φιλοξενήσει έναν αντίπαλο". (Αντίγραφο της καλύβας του και το άγαλμά του, στο δάσος όπου απομονώθηκε για έναν χρόνο) |
Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021
Ο ιππότης με το χέρι στο στήθος
![]() |
Ο Ιππότης με το χέρι στο στήθος - Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη. |
Ήταν μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής της. Κράτησε πέντε χρόνια και χώρεσε δυο θανάτους, την απώλεια του πατρικού, πολλές μετακινήσεις, πολλή σωματική και ψυχική κούραση και το κλείσμο ενός οδυνηρού κύκλου.
Οι γονείς της έφυγαν μετά από βαρειές ασθένειες, με διαφορά έξι μηνών. Βρίσκονταν στην επαρχία και έπρεπε να αφήνει τη δουλειά και το σπίτι της για να τους επισκέπτεται κάθε βδομάδα, και να τους φροντίζει.
Το παιδί της έφευγε από το σπίτι το πρωί στις επτά και γύριζε στις εννιά το βράδυ, ετοιμαζόταν για πανελλήνιες. Τι να σου κάνει κι ο σύζυγος που έφευγε κάθε πρωί στις έξι και γύριζε στις πέντε το απόγευμα;
Η δουλειά της έμεινε πίσω. Οι υποχρεώσεις την κυνηγούσαν, όλοι περίμεναν κάτι από εκείνη. Ήρθε όμως η εποχή που τελείωσε κι αυτή η περίοδος και άρχισε να μετράει απώλειες. Όλα της φαίνονταν άγευστα, χωρίς νόημα. Την είχε ρουφήξει το πένθος και δεν μπορούσε να βγει πάνω.
Μια μέρα, πήρε την κόρη της και πήγαν για ψώνια. Ανηφόριζαν έναν ήσυχο δρόμο. Ήταν Σάββατο πρωί, γύρω στις εννιά. Άνοιξη. Όμορφη μέρα. Κρατούσε το κορίτσι απ' το χέρι. Όχι για κείνην. Για την ίδια. Για να παίρνει δύναμη απ' το παιδί της. Περπατούσε αργά με το βλέμμα καρφωμένο στις πλάκες του πεζοδρομίου. Πλακωμένη ήταν και η ψυχή της. Δεν ανάσαινε.
"Δε θυμάμαι...", μου είπε "αν σκεφτόμουν κάτι. Θυμάμαι όμως πώς ένιωθα. Εξαϋλωμένη. Εντελώς. Σαν να μην ήμουν απ' τον κόσμο τούτο. Δεν επικοινωνούσα. Κάποια στιγμή άκουσα το παιδί να μου λέει " Πρόσεχε μαμά!", και την ένιωσα να με τραβάει απ' το χέρι που κρατούσα. Σαν να ξύπνησα".
"Σήκωσα τα μάτια μου από κάτω και είδα να στέκει εμπρός μου..."O Ιππότης με το χέρι στο στήθος". Το ίδιο βλέμμα, το ίδιο πρόσωπο, η ίδια γλυκιά ματιά. Το χέρι του ακουμπησμένο χαλαρά πάνω στο γελέκι του. Στη ζώνη του άστραφτε ένα ασημομάχερο. Το βλέμμα του ακίνητο. Στόχευε μακριά. Στο βάθος του δρόμου. Μου φάνηκε θεόρατος. Η κορμοστασιά του υψωνόταν στον ουρανό. Τα έχασα. Δέος με κατέκλυσε. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Ζαλίστηκα και νόμισα για μια στιγμή πως θα λιποθυμήσω. Πιο πέρα, στεκόταν κι άλλος ένας, όμοιος με τον πρώτο. Έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό. Δυο άντρες πανύψηλοι, πανέμορφοι, ντυμένοι με γαλάζιες κρητικές φορεσιές, πωλούσαν τα προϊόντα τους, που βρίσκονταν απλωμένα πρόχειρα στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου.
"Αμέσως σκέφτηκα: δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι! Αρχάγγελοι είναι. Κατέβηκαν στη γη για να μου δώσουν ένα μήνυμα".
"Ντράπηκα στη σκέψη, πως ίσως να κατάλαβαν την ταραχή μου. Ετάχυνα το βήμα μου, τραβώντας και το παιδί κοντά μου. Στη στροφή σταμάτησα".
"Τι έπαθες μαμά;"
"Τους είδες;"
"Ποιούς;"
"Τους αρχαγγέλους! Ή μήπως ήτανε θεοί του Ολύμπου;"
Το κορίτσι μου σάστισε.
"Τους Κρητικούς λες; Σιγά βρε μάνα!"
Γέλασε το παιδί. Εγώ πάλι, καθόλου. Ακόμα τους θυμάμαι.
Γιατί, εκείνο το πρωί, σηκώνοντας τα μάτια μου να τους κοιτάξω, αντίκρυσα... τον ουρανό...για πρώτη φορά, μετά από πέντε χρόνια!".
Αυτά είπε.
Μετά, κάρφωσε το βλέμμα της στο δικό μου.
Κι εγώ κατάλαβα...
(Ένα τραγούδι - προσευχή στους αρχαγγέλους του Κόσμου!)
Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021
Μια "αφανής" ηρωίδα!!
Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021
Η μοναχική πορεία ενός άντρα στο χιόνι...
![]() |
| Πατήστε πάνω στις εικόνες για μεγιστοποίηση |
Πόση δύναμη πρέπει να έχει ένας άνθρωπος για να πιστεύει στο εφήμερο; Να το αγκαλιάζει, να του δίνει χώρο και χρόνο και να το αναδεικνύει σαν παντοτινό; Μόνον εκείνος που έχει αποδεχτεί την δική του εφήμερη φύση, που λατρεύει τη στιγμή που νιώθει ζωντανός και την αναγάγει σε έργο τέχνης.
Ένας άντρας εξήντα τριών χρονών, σήμερα, αναμετριέται με το απέραντο χιόνι. Προσπαθεί να του δώσει μορφή, σχήμα, και τα καταφέρνει.
Δημιουγεί 30 σχέδια περίπου, κάθε χειμώνα, κυρίως στις Άλπεις.
Περπατάει για δέκα ώρες πάνω σε χιονοπέδιλα, προκειμένου να ολοκληρώσει ένα έργο. Κάποιες φορές, φτάνει να περπατάει έως και 30 μίλια. Μια πυξίδα τον βοηθάει στο μέτρημα των βημάτων του.
Το συνολικό του έργο, μέχρι σήμερα, ανέρχεται σε 330 έργα στο χιόνι. Το κάθε έργο του καλύπτει την έκταση τριών ποδοσφαιρικών γηπέδων.
Και όλα αυτά, περπατώντας!
Δεν χρησιμοποιεί καμβάδες, πινέλα και χρώματα. Τα πόδια του, η αντοχή, η δύναμή του και μια πυξίδα είναι τα βασικά "εργαλεία" του για να να απεικονίσει τις εμπνεύσεις του πάνω στο χιόνι.
Είναι ο καλλιτέχνης του εφήμερου.
Ο πρώτος καλλιτέχνης χιονιού σε όλο τον κόσμο. Πρώην χαρτογράφος. Γεννήθηκε το 1958 στην Μεγάλη Βρετανία και σπούδασε στην Οξφόρδη.
Εμπνέεται από τη φύση. "Η φύση μας χαρίζει τόσα σχήματα! Παρατηρώντας την είναι επόμενο να μας εμπνέει." Κάποιες φορές αντλεί έμπνευση ακόμα και από αντικείμενα του περιβάλλοντός του, όπως ένα δαντελωτό κουρτινάκι στο παράθυρό του δωματίου που τον φιλοξενεί.
Ένας καλλιτέχνης του χιονιού πρέπει να διαθέτει πολλά περισσότερα από έναν ζωγράφο, γλύπτη κ.λ.π. Πρέπει να διαθέτει το πνεύμα του αθλητή, του περιηγητή και πάνω απ' όλα να λατρεύει το χιόνι. Τι να σκέφτεται άραγε όταν έχει μπροστά του μια μεγάλη επίπεδη, χιονισμένη έκταση;
Ποιά αίσθηση τον διακατέχει; Της αναμέτρησης ή της συμφιλίωσης; Ποιός νοητικός διάλογος ανοίγει μεταξύ τους;
Ο Σάιμον Μπεκ είναι σαν τον αγρότη. Δουλεύει στην ύπαιθρο, δέχεται καταπρόσωπο τις καιρικές συνθήκες, αντέχει στην κακουχία αλλά το δικό του δημιούργημα κρατάει τόσο λίγο! Μέχρι το επόμενο χιόνι.
Εφήμερο αλλά πανέμορφο! Όπως η ίδια η ζωή...
Περισσότερα για τον Simon Beck: Εδώ
Περισσότερα έργα του: Εδώ
Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021
O AΝΘΡΩΠΟΣ
| (Αρμάντ Αμάρ, συνθέτης της ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ μουσικής. Βραβείο Cesar 2010) |
Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020
Θέλω να μου χαρίσεις κάτι
Άλλη - Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
2021 - Ό,τι θέλεις.
Άλλη - Ό,τι θέλω; Τ' ορκίζεσαι;
2021- Τ' ορκίζομαι.
Άλλη- Είναι δύσκολο.
2021- Δεν πειράζει.
Άλλη- Είναι ακριβό.
2021- Δεν με νοιάζει.
Άλλη- Είναι σπάνιο.
2021- Τόσο το καλύτερο.
Άλλη- Είναι επικίνδυνο.
2021- Δεν φοβάμαι.
Άλλη- Μπορεί να καείς άμα το πιάσεις.
2021- Θα γίνω νερό να σβήσω τη φωτιά.
Άλλη- Μπορεί να σου γλιστρήσει απ' τα χέρια και να φύγει.
2021- Θα το ξαναπιάσω.
Άλλη- Μπορεί να πάει πολύ μακριά.
2021- Θα το κυνηγήσω.
Άλλη- Μπορεί να χαθεί στον ουρανό.
2021- Θα γίνω πουλί να το ψάξω.
Άλλη- Μπορεί να βυθιστεί στη θάλασσα
2021- Θα γίνω αγκίστρι να το πιάσω.
Άλλη- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
2021- Ό,τι θέλεις.
Άλλη- Ό,τι, ό,τι θέλω; Τ' ορκίζεσαι;
2021- Στ' ορκίζομαι.
Άλλη- Θέλω κάτι που δεν υπάρχει πουθενά.
2021- Χμμ...
Άλλη- Τι θέλω;
2021- Κατάλαβα.
Άλλη- Τι θέλω;
2021- Αυτό που δεν υπάρχει πουθενά.
Άλλη- Και ποιο είναι αυτό που δεν υπάρχει πουθενά;
2021- Το "Για πάντα".
Άλλη- Τι θα πει για πάντα;
2021- Ό,τι Σ' αγαπώ.
Άλλη- Αυτό θέλω, καινούργιε χρόνε. Να μ' αγαπάς :))
(Μικρή παράφραση αποσπάσματος από το "Θέλω να μου χαρίσεις κάτι" των Ανθή Δοξιάδη Τρύπη-Αλέξη Κυριτσόπουλου, Εκδ. Άγρα 1985)
Ποιο το χρώμα της Αγάπης- Λουδοβίκος των Ανωγείων
Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020
Οκτώ μέρες
Τη θυμάμαι σκυμμένη πάνω από πατρόν και υφάσματα, μέσα στο στενό καμαράκι που έκοβε και γάζωνε. Στον παράμεσο του δεξιού της χεριού φορούσε πάντα μια ασημένια δαχτυλήθρα. Ακόμα κι όταν στεκόταν όρθια για την πρόβα, το σώμα της έγερνε μπροστά, σαν να μην ήξερε άλλο τρόπο να υπάρχει. Τί έκπληξη όμως όταν σήκωνε τα μάτια της να σε κοιτάξει! Οι καταπράσινες λίμνες τους με πόση ευκολία σε ταξίδευαν στην παρθένα χώρα της τρυφερής ψυχής της!
Σίγουρα θα φαινόταν ομορφότερη, αν άφηνε ελεύθερα τα μαλλιά της. Αλλά εκείνη προτιμούσε να τα μαζεύει πίσω, σε κότσο αυστηρό, που συγκρατούσε σταθερά στη θέση του ένας πυκνός φιλές και άφθονες φουρκέτες.
Μια χρονιά, η Ευανθία αποφάσισε να μη γυρίσει πίσω. Νοίκιασε, με τις οικονομίες της, ένα σπιτάκι με αυλή, αγόρασε μια ραπτομηχανή και ξεκίνησε να ράβει. Για αρχή, μπάλωνε τα ρούχα που της έφερναν οι εργάτες. Σιγά-σιγά προχώρησε στα γυναικεία. Ούτε που το κατάλαβε πως απ' τα μπαλώματα, πέρασε στα πατρόν και στις κυρίες της καλής κοινωνίας. Μέσα σε δέκα χρόνια, η δουλειά της αυξήθηκε τόσο πολύ που δεν τα έβγαζε μόνη της πέρα. Τότε, πήρε βοηθό την Αντιγόνη.
Δούλευε ασταμάτητα. Μόνον την Κυριακή εξαιρούσε. Έκανε μπάνιο αποβραδίς, ετοίμαζε τα καλά της και όταν ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα, ήταν στην εκκλησία από τους πρώτους. Μετά το "Δι' ευχών..." συνέχιζε τη μέρα της με βόλτα στην πλατεία και μια πάστα της αρεσκείας της στο ζαχαροπλαστείο Σεράνο. Στο ίδιο, που συνήθιζε να πίνει τον καφέ του τα πρωινά της Κυριακής ο άντρας της καρδιάς της, ο Αριστείδης Καρελάς, που είχε το εμπορικό κατάστημα στον δημόσιο δρόμο.
Χήρος προ δεκαετίας ο Αριστείδης Καρελάς, χήρα και η μάνα του που είχε αναλάβει τα δυο μικρά παιδιά του. Χωρίς σκοτούρες στο κεφάλι του μπορούσε να κάνει πιο εύκολα τη δουλειά του. Κατέβαζε τα τόπια από τα ράφια, έδειχνε τα υφάσματα στις πελάτισσες, και πάντα έβρισκε έναν αξιοπρεπή λόγο να τις αγγίζει στο στήθος.
"Μου επιτρέπετε;...Α, ναι. Το 8. Αυτό είναι το νούμερό σας!" Ο μόνος αρσενικός σε ολόκληρη την πόλη, που - χωρίς την παραμικρή παρεξήγηση- είχε εξακριβώσει τόσα πολλά γυναικεία νούμερα. Ειδήμων στα νούμερα ο Αριστείδης!
Τις περισσότερες φορές, υπάρχει ένα αγκάθι στη ζωή κάθε ευτυχισμένου άνδρα. Και δυστυχώς για τον Αριστείδη Καρελά δεν ήταν μόνον η τούφα που δεν έστρωνε αλλά και η ίδια του η μάνα. Προχωρημένης ηλικίας, δεν τα έβγαζε πέρα με τα μικρά θηρία που μεγάλωνε κι όλο παραπονιόταν. Άλλοτε πονούσε η μέση της, άλλοτε την ενοχλούσαν τα αθριτικά της, άλλοτε τα πόδια της που όλο πρήζονταν απ' την ορθοστασία. Είδε κι απόειδε ο Καρελάς κι αποφάσισε, να χορέψει για δεύτερη φορά τον χορό του Ησαΐα. Αφού πρώτα το διέδωσε σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς, έκατσε μετά και περίμενε. Περίμενε τις υποψήφιες να τον ζητήσουν απ' τη μάνα.
Έστειλε και η Ευανθία μια πελάτισσα που γνώριζε καλά την οικογένειά του. Είχε μαζέψει την προίκα της από καιρό, δεν είχε μπει ακόμα και στα χρόνια, τι άλλο να περίμενε πια για να φτιάξει τη ζωή της; Οργανωμένο το "έγκλημα" και ερήμην του "δυσκοίλιου" Καρελά που αγνοούσε επιδεικτικά την ύπαρξή της.
Οι μέρες περνούσαν αλλά απάντηση δεν ερχόταν. Μόνη της ελπίδα, να τον ξεμοναχιάσει την Κυριακή στο ζαχαροπλαστείο. Αλλά κι εκεί, ο μεγαλοπρεπής Αριστείδης, έβαζε τα όριά του. Διάλεγε τραπέζι στο βάθος του μαγαζιού, πίσω από δυο μεγάλες γλάστρες με φίκο και με την εφημερίδα που άνοιγε διάπλατα, σήκωνε τοίχο.
Ο χρόνος κύλησε, η προίκα αυξήθηκε αλλά ποτέ δεν ήταν αρκετή για κείνον. Όταν κάποια στιγμή διαδόθηκε πως παντρολογήθηκε με άλλη, η Ευανθία εγκατέλειψε οριστικά την προσπάθεια κι έχωσε την προίκα της στο στρώμα. "Θα βρει τον καιρό της...", δήλωσε κοφτά και συνέχισε όπως πριν τη ζωή της. Δεν άφησε ποτέ κανέναν μας ν' αντιληφθεί, τί πίκρα έκρυβε η ψυχή της.
Περνούσαν τα χρόνια, καμπούριαζε η Ευανθία. Λίγο-λίγο της έτρωγε την ψυχή η βελόνα. Είχε πολλά ν' αντέξει. Τα παριζιάνικα μοντέλα που της έφερναν να ξεσηκώσει, τις μικροαστικές ξιπασιές, τις δύστροπες πελάτισσες, τα στριφώματα που δεν έλεγαν να στρώσουν, τα μάτια της που την πρόδιδαν, τα πειράγματα των παιδιών, κι εκείνη την άσκοπη προίκα, που της έκαιγε το στρώμα.
Μια-μια μάζευε τις αντοχές της, κι όταν δεν μπορούσε άλλο να υπομείνει, έδιωχνε την Αντιγόνη, έκλεινε το μοδιστράδικο και παρίστανε την άρρωστη. Μπορεί και να ήταν. Ποιός ξέρει; Σε κανέναν δεν άνοιγε την πόρτα της, για να το διαπιστώσει.
Κάποιο βράδυ, παραμονές Χριστουγέννων, εκεί που ξήλωνε ένα ρούχο για μεταποίηση, την πήρε ο ύπνος. Δίπλα της τριζοβολούσε η ξυλόσομπα. Τα λίγα κάστανα που έψηνε, είχαν αρπάξει και μια γλυκιά ευωδιά είχε απλωθεί στην καμαρούλα.
"Ποιός είναι;" ρώτησε η Ευανθία μαζεύοντας όλο της το θάρρος.
"Βοήθεια ζητάω. Άνοιξε. Μη φοβάσαι". Υπακούοντας στο αγαθό της ένστικτο γύρισε το κλειδί, και μισάνοιξε την πόρτα. Απ' τη χαραμάδα έριξε με επιφύλαξη μια ματιά στον άντρα που στεκόταν στο κατώφλι. Αυτό που αντίκρισε, την έκανε να παρακάμψει κάθε δισταγμό και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Ένας φαντάρος, λυγισμένος στα δύο, με καταματωμένο πρόσωπο, την κοίταζε με σβησμένο βλέμμα. Έτοιμος ήτανε να καταρρεύσει.
"Με κυνηγάνε για να με σκοτώσουν", πρόλαβε να ψελλίσει πριν σωριαστεί στο κατώφλι της. Τον έπιασε απ' τη μέση και τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. Τον έμπασε στο σπίτι. Του έκανε χώρο δίπλα στη φωτιά κι έφερε όσα γιατροσόφια είχε. Όσο περιποιόταν τις πληγές του αμίλητη, εκείνος κρατούσε τα μάτια του κλειστά. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μόνο το σιγανό του βογγητό ακουγόταν. Που και που αναστέναζε βαθιά επαναλαμβάνοντας "Ωχ μάνα μου...ωχ μάνα μου!" Όταν καθάρισε κι έδεσε τις πληγές του η Ευανθία, μάζεψε από κάτω τα ματωμένα πανιά και σηκώθηκε. Ο φαντάρος, με μια παράφορη κίνηση, άρπαξε το χέρι της και το φίλησε. "Σ' ευχαριστώ", της είπε καρφώνοντας το βλέμμα του στο δικό της.
Η Ευανθία ανατρίχιασε. Σε δευτερόλεπτα, είδε μες στα μάτια εκείνου του φαντάρου, ολόκληρη τη ζωή της: την ορφάνια της, τα παιδικά της χρόνια, τα όνειρα που έκανε, τα όνειρα που αναγκάστηκε να θάψει. Και το 'νιωσε βαθιά πως εκείνος ο άνθρωπος, ήταν το άλλο σώμα της ψυχής της. Και λύγισε. Για πρώτη φορά. Έκλαψε μπροστά στον ξένο, όπως έκλαιγε μπροστά στον παπά που την εξομολογούσε. Εκείνος τα 'χασε. Της έσφιξε το χέρι δυνατά και δε μίλησε. Σεβάστηκε τη θύελλα που είχε ξεσπάσει μέσα της.
Συνήλθε γρήγορα η Ευανθία. Σκούπισε τα μάτια της και του έβαλε κάτι να φάει. Μ' έναν μορφασμό αποστροφής έσπρωξε μακριά το πιάτο του και ζήτησε να ξαπλώσει. Του έστρωσε το κρεβάτι της με καθαρά σεντόνια και τον σκέπασε με τα στρωσίδια της προίκας της. Ψηνόταν στον πυρετό ο φαντάρος. Έμεινε δίπλα του, ως το πρωί. Να τον προσέχει.
" Μ' έμπλεξαν άσχημα. Κατηγορούμαι για πράγματα που δεν έκανα και δεν μπορώ να τ' αποδείξω. Έχω πατέρα και παππού αριστερό. Καταλαβαίνεις. Δε χρειάζεται να μάθεις περισσότερα. Είναι καλύτερα για σένα. Θα μείνω λίγες μέρες και μετά, σου το υπόσχομαι, δε θα με δείς ξανά μπροστά σου".
" Και πού θα πας;"
" Στην Αυστραλία. Έχω συγγενείς εκεί. Με περιμένουν."
" Χωρίς χαρτιά;" Ο Ηλίας, έτσι έλεγαν τον φαντάρο, έσκυψε το κεφάλι του δίχως ν' απαντήσει.
Πέρασαν πέντε μέρες ακόμα. Ο Ηλίας και η Ευανθία, κλεισμένοι στο σπίτι της, ταξίδεψαν σ' όλο τον κόσμο. Της μίλησε για όλα όσα ήξερε. Της εμπιστεύτηκε τα όνειρά του. Της απήγγελε ποιήματα του Παλαμά, της Πολυδούρη κι εκείνη δάκρυζε. Σχεδίασε πάνω στα ρυζόχαρτα σημαίες των χωρών που ήθελε να πάει κι εκείνη τις ονειρεύτηκε μαζί του. Της απήγγειλε εδάφια απ' την Οδύσσεια και εκείνη μαγευότανε απ' τον ρυθμό τους και διασκέδαζε όταν τον παράσταινε για να την κάνει να γελάσει. Τότε ήταν που τον διέκοψε και του είπε: "Οδυσσέα θα σε λέω, γιατί του μοιάζεις".
Έβλεπε τον εαυτό του αλλιώς, μέσα απ' το βλέμμα της Ευανθίας. Το είδωλό του, μες τα μάτια της, είχε το μεγαλείο που του χάριζε ο έρωτάς της. Ψήλωνε σε ανάστημα ο Ηλίας. Έπαιρνε ηρωϊκές διαστάσεις. Τύφλωνε με πανουργία τον Κύκλωπα. Περνούσε με γενναιότητα τις Συμπληγάδες κι ονειρευόταν την Πηνελόπη του να περιμένει εκείνον, αμόλυντη απ' τους μνηστήρες. Την ξάπλωνε στο στρώμα και γινόταν σώμα της. Της χάριζε ψυχή και φλόγα. Και σαν ταπεινός προσκυνητής, έφερνε κάθε βράδυ στα πόδια της, λιβάνι χρυσό και σμύρνα.
Οκτώ μέρες κρυβότανε στο σπίτι της.
"Πόσο κρατάει η ευτυχία;" αναρωτιότανε χωμένη στην αγκαλιά του.
"Λίγο" της απαντούσε μια φωνή που εκείνη αρνιότανε ν' ακούσει. Η ψυχή και το σώμα της ένιωθαν άλλα. Μετρούσαν την ευτυχία με τον ρυθμό της ανάσας της, το λίγωμα των ματιών της, με τα μαλλιά της απλωμένα - σαν φωτοστέφανο - πάνω στο μαξιλάρι του Ηλία. Οκτώ μέρες. Τόσο κράτησε τελικά η ευτυχία.
Την ένατη μέρα, το πρωί, δεν είδε δίπλα της τον Ηλία. Είδε όμως το δώρο του, στο παράθυρό της. Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο από κλαδιά λεμονιάς, στολισμένο με ό,τι βρήκε στο μοδιστράδικο: κουρελάκια από διάφορα υφάσματα, χρυσές κι ασημένιες τρέσες, κουμπιά περασμένα σε χρωματιστές κλωστές, υπολείμματα από δαντέλες και κορδέλες πολύχρωμες. Μια αράχνη, που είχε ξεκινήσει από ώρα να πλέκει τον ιστό της, κάλυπτε τα κλαδιά με τα πρωτότυπα στολίδια τους και ο χλωμός ήλιος που τρύπωνε απ' τις μισόκλειστες γρίλιες, φώτιζε το δεντράκι σαν το αστέρι πάνω απ' τη φάτνη του Χριστού, που θα γεννιόταν σε λίγο.
Πριν καταλάβει καλά-καλά τι γίνεται, ακούστηκαν φωνές απ' έξω. Έτρεξε αλαφιασμένη στο παράθυρο. Στρατιώτες είχαν αρπάξει τον Ηλία και τον έσερναν στο χώμα. Ο ένας τον κρατούσε απ' τον λαιμό κι ο άλλος τον κλωτσούσε με δύναμη. Πετάχτηκε έξω, τρελή από φόβο. Εκείνος μόλις την είδε, της έκανε νόημα να μη μιλήσει. Ένας τρίτος την έσπρωξε με δύναμη. Έπεσε δίπλα στον Ηλία. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για δευτερόλεπτα. Το δικό του είχε μια ανεξήγητη γαλήνη. Τον σήκωσαν με βρισιές. Τον φόρτωσαν σ' ένα καμιόνι κι έφυγαν.
Δεν έκατσε με σταυρωμένα χέρια η Ευανθία. Έβγαλε την προίκα από το στρώμα κι έφερε τον καλύτερο δικηγόρο απ' την Αθήνα. Στο τέλος, κατάφερε να τον ξεμπλέξει. Αντί για την "εσχάτη των ποινών", τη γλύτωσε με δυσμενή μετάθεση στην Κύπρο.
Δεν τον ξανάδε. Όπως της το είχε υποσχεθεί. Ένα ευχαριστήριο γράμμα στην αρχή και μετά τίποτα.
Πέρασαν τα χρόνια. Άλλαξε η μόδα. Βγήκαν τα έτοιμα στην αγορά κι έκοψαν τις δουλειές της. Η ραπτομηχανή της πάλιωσε. Μεγάλωσε κι εκείνη. Πάτησε τα πενήντα. Χωρίς δουλειές, τι χρειαζόταν το μοδιστράδικο; Το έκλεισε κι έκανε επιδιορθώσεις "κατ' οίκον".
Η ζωή της κυλούσε φτωχικά αλλά ήσυχα, χωρίς εκπλήξεις. Σηκωνόταν νωρίς το πρωί, πότιζε τα λουλούδια, έστρωνε το κρεβάτι, κι έπιανε το εργόχειρο στο κατώφλι του σπιτιού που λουζόταν στον ήλιο.
Κάθε Χριστούγεννα στόλιζε ανελλιπώς το δέντρο της, που δεν είχε καμιά ομοιότητα με τα άλλα. Τα στολίδια του ήταν εκείνα που κράτησε από το πρώτο της, το αληθινό, δέντρο της Αγάπης. Κουρελάκια, τρέσες, κορδέλες και κουμπιά. Το στόλιζε και το χαιρόταν μόνη, αναβιώνοντας τη θαλπωρή που της χαρίστηκε και χάρισε τότε.
Ένα πρωί, πέρασε ο ταχυδρόμος κι άφησε στην ποδιά της ένα φάκελο.
"Είναι απ΄την Αυστραλία", της πέταξε βιαστικά κι έφυγε. Παραξενεύτηκε η Ευανθία που δεν καλόβλεπε πια. Δεν είχε κανέναν σ' εκείνο το μέρος. Τον γυρόφερε για λίγο στα χέρια της. Αποστολέας και παραλήπτης γραμμένοι στα ξένα.
"Δεν ξέρω κι εγγλέζικα..." μουρμούρισε.
Έσκισε τον φάκελο προσεκτικά κι έβγαλε από μέσα ένα γράμμα. Τ' ακούμπησε στα γόνατα, φόρεσε τα γυαλιά της κι άρχισε να συλλαβίζει αργά - αργά τις πρώτες λέξεις.
"Αγαπημένη μου Ευανθία..."
Ταράχτηκε. Ο νους της αρνιόταν να δεχτεί την πιθανότητα. Η καρδιά και το σώμα της όμως καταλάβαιναν άλλα. Προσπέρασε γρήγορα τις υπόλοιπες γραμμές και στάθηκε στην τελευταία. Συλλάβισε ξανά: "Με αγάπη και εκτίμηση πάντα δικός σου, Οδυσσέας".
"Οδυσσέας;"
Μετά θυμήθηκε...
Μια γλύκα απλώθηκε γύρω της και την τύλιξε. Το πρόσωπό της παρέμενε ατάραχο αλλά η κουρασμένη ματιά της περιπλανήθηκε στην καμαρούλα. Σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. Μετά στάθηκε στο παράθυρο. Στο παράθυρο...
Τι γλυκός που ήταν ο ήλιος εκείνη την ώρα!



































