Αναρτήσεις

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2023

Κάποτε τα Χριστούγεννα ( Πρώτο μέρος)

 


Aysem Kubilay


Η μικρή χριστουγεννιάτικη ιστορία μου, σε δύο συνέχειες 

                                                                ΚΑΛΑ  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 

                                                                                           🎄💝🎄

                                                 


ΜΕΡΟΣ  ΠΡΩΤΟ

 -1-


Στην περιοχή του Ινμεμόριαμ – σε μια μικρή, ασήμαντη πόλη - όλοι μιλούσαν για τη γυναίκα του σιδερά, την Ελισάβετ.

Ζούσε με τον Πέτρο, τον άντρα της, στο λόφο που υψωνόταν ανατολικά του δημόσιου δρόμου. Το σπίτι τους δεν φαινόταν από μακριά. Ήταν χωμένο μέσα σε μια πυκνή συστάδα δέντρων. 

Ο Πέτρος, νέος ακόμα, έχτισε μόνος του το σπίτι. Μάζεψε τις πέτρες απ’ το παλιό νταμάρι της περιοχής, τις πελέκησε και τις έφερε μέχρι το λόφο με το κάρο του Ματθαίου. Τα ξύλα για τα δοκάρια της σκεπής, για τις πόρτες και για τα παράθυρα τα έκοψε απ’ το δάσος. Δύσκολη δουλειά. Του πήρε χρόνια να τελειώσει και όταν τέλειωσε, φύτεψε ολόγυρα δέντρα. Τα φρόντισε με υπομονή κι αγάπη και κείνα θέριεψαν. 

Μεγάλωσαν μαζί, ο Πέτρος και τα δέντρα του. Δέθηκε με σχέση ιερή μαζί τους, ιερή κι ανεξήγητη για τους υπόλοιπους ανθρώπους. Μονόχνοτος κι αμίλητος, σχεδόν μισάνθρωπος όπως ήταν,  δεν άφηνε κανέναν να περάσει το κατώφλι του. Βασίλειο ένιωθε  το σπίτι του, μα για τους συντοπίτες του, ήταν η φυλακή του.

 


 Η ζωή του Πέτρου άρχισε στο μοναστήρι της Αγίας Καρδιάς,  εκεί που άφηναν τα έκθετα βρέφη. Μεγάλωσε με αυστηρότητα. Δούλεψε από νωρίς στο αποστακτήριο και στους ροδώνες της μονής. Συνήθισε στην αδιάκοπη υπακοή και στη σκληρή εργασία. Η αντοχή του ήταν αξιοθαύμαστη στις κακουχίες.  Αξιοθαύμαστη ήταν και η δύναμή του, γιατί ο Πέτρος, από μικρός, ήταν θηριώδης.  

Ώσπου μια μέρα όλα άλλαξαν. Σαν να φύσηξε δυνατός άνεμος και σάρωσε τα πάντα στη ζωή του. Ένα πρωί, αντί για τα χωράφια, τον οδήγησαν στο ναό με άλλους τρεις. Εκεί τους περίμενε ένας ηλικιωμένος άνδρας. Κανένα απ’ τα παιδιά δεν τον γνώριζε. Φάνηκε όμως να τον γνώριζε καλά ο ιερέας. Τους ζήτησε να παραταχθούν μπροστά του και για κάμποσα λεπτά τα περιεργάστηκε αμίλητος και συνοφρυωμένος. Έπειτα, σήκωσε με κόπο το χέρι του κι έδειξε με τον μαυρισμένο του δείκτη, τον Πέτρο.

"Αυτόν θέλω!", είπε με όση δύναμη είχε.

Η φωνή του αντήχησε κοφτή κάτω απ’ τον ψηλό θόλο της εκκλησίας. Ο μικρός την ένιωσε σαν ξόρκι που θα άλλαζε οριστικά τη ζωή του.

Θαμπωμένος απ’ το συμβάν έκανε ένα βήμα μπροστά υπακούοντας στο ανεπαίσθητο νεύμα του ιερέα, που παρακολουθούσε παράμερα τη σκηνή. Η επιλογή ως δυνατότητα, ήταν άγνωστη στον μικρό.  Δεν τον είχε επιλέξει ποτέ κανείς, αλλά ούτε κι ο ίδιος είχε ποτέ την ευκαιρία να αποφασίσει κάτι για τον εαυτό του.

Στύλωσε λοιπόν το βλέμμα του πάνω στο σκαμμένο πρόσωπο του γέροντα και μέσα στο αχνό μπλε των ματιών του,  συνάντησε για πρώτη φορά έναν άγγελο. Ναι, ο Ματθαίος ήταν ένας άγγελος της «κόλασης», που έμελλε ωστόσο, να χαρίσει στον μικρό τον παράδεισο. Ο Πέτρος το ένιωσε αυτό βαθιά κι άρχισε να τρέμει.

 Ό,τι ακολούθησε, έγινε γρήγορα. Με την άδεια του ιερέα έτρεξε στον κοιτώνα, μάζεψε τα λιγοστά ρούχα του, τα έδεσε σ’ ένα μικρό μπόγο μαζί μ’ ένα ζευγάρι μπαλωμένα υποδήματα που έπλεαν στα πόδια του. Φορτώθηκε στην πλάτη τον μπόγο, με τα παπούτσια δεμένα στο πλάι, και ξυπόλυτος ακολούθησε τον σωτήρα του. Κατέβηκαν αμίλητοι την υγρή σκάλα που οδηγούσε  στο ισόγειο.

"Μπροστά προχώρα, να σε βλέπω", τον διέταξε ο γέρος, και μετά βουβάθηκε.

 Διέσχισαν αμίλητοι τους σκοτεινούς διαδρόμους του μοναστηριού. Η πύλη τους περίμενε ορθάνοιχτη.  Φτεροκοπούσε η καρδιά στο στήθος του, μην τυχόν το μετανιώσουν και τον γυρίσουν πίσω. Ο γέρος τον ακολουθούσε σέρνοντας τα βήματα του. Πότε – πότε κουνούσε με νόημα το κεφάλι του κι ένα χαμόγελο μόλις που διακρινόταν κάτω από την κατάλευκη γενειάδα του.

Είχε μπει η άνοιξη, αλλά το χιόνι δεν έλεγε να κοπάσει.  Ο μικρός αψηφώντας το κρύο στάθηκε εκστατικός και δεν χόρταινε να κοιτάζει γύρω του το χιονισμένο τοπίο. Σαν να το έβλεπε πρώτη φορά, αφού πρώτη φορά ένιωθε ελεύθερος. Την έκστασή του τη διέκοψε απότομα ο κρότος της πύλης που έκλεισε πίσω του, σφραγίζοντας για πάντα το παρελθόν του. Ο γέρος έγνεψε στο παιδί ν’ ανέβει στο κάρο που τους περίμενε. Ο μικρός πήδηξε πάνω σβέλτα και κάθισε δίπλα του. Ο Ματθαίος τράβηξε με δύναμη τα χαλινάρια. Το άλογο ξεκίνησε απρόθυμα, και το κάρο με τον γέροντα και το παιδί που έμοιαζε ενήλικας, πήρε λικνίζοντας τον κατήφορο για την πόλη.



Νύχτωνε όταν μπήκαν στην πόλη. Λιγοστοί κάτοικοι κυκλοφορούσαν ακόμα στο δρόμο. Μερικοί τους κοίταξαν με περιέργεια, άλλοι τους αγνόησαν και κάποιοι άλλοι άρχισαν να τους σχολιάζουν χαμηλόφωνα. Κανείς ωστόσο δεν προθυμοποιήθηκε να τους χαιρετίσει.

Το κάρο συνέχισε την πορεία του, ακολουθώντας τον δρόμο που χώριζε τη μικρή πόλη στα δύο. Λίγα τετράγωνα πιο κάτω, στάθηκε μπροστά σ’ ένα παλιό κτίριο με μαυρισμένη πρόσοψη. Η ξύλινη πόρτα του ήταν κλεισμένη πρόχειρα μ’ ένα οριζόντιο δοκάρι. Ο Πέτρος κοίταζε έκπληκτος γύρω του.    

Πριν υπακούσει στο πρόσταγμα του Ματθαίου να πάρει τον μπόγο του και να κατέβει από το κάρο, ο μικρός πρόλαβε να διακρίνει μέσα στο σύθαμπο τα σκουριασμένα σίδερα που κρέμονταν στον εξωτερικό τοίχο. Μια μαντεμένια πινακίδα, σπρωγμένη από τον αέρα, χόρευε τρελά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Με δυσκολία συλλάβισε τη μισοσβησμένη επιγραφή που ήταν χαραγμένη πάνω της: "Σιδηρουργείον".

 Ο Ματθαίος κατέβηκε με δυσκολία απ’ το κάρο, άνοιξε την πόρτα και έκανε νόημα στο παιδί να περάσει πρώτο. Σκοτάδι και μυρωδιά καμένου κάρβουνου τους υποδέχτηκε. Ο Ματθαίος προχώρησε στο βάθος. Με το ζόρι διακρινόταν μια σκάλα που οδηγούσε στο πάνω πάτωμα. Έκανε πάλι νόημα στον μικρό, αυτή τη φορά, να τον ακολουθήσει. Ανέβηκαν μαζί τη στενή σκάλα που έτριζε πένθιμα. Μετά έσπρωξε μια μικρότερη πόρτα και μπήκαν σε μια κάμαρα. Ο γέρος κινήθηκε με ευκολία στο σκοτάδι. Μέσα σε λίγα λεπτά μια λάμπα πετρελαίου φώτισε τον χώρο. Ο μικρός μπόρεσε να παρατηρήσει καλύτερα γύρω του. Η κάμαρα ήταν καθαρή και τακτοποιημένη. Ένα τζάκι μόλις που διακρινόταν στο μισοσκόταδο.  Στην κάθε του πλευρά ήταν τοποθετημένο από ένα κρεβάτι. Ο Πέτρος στάθηκε στη μέση της κάμαρας και περίμενε.

"Τούτο είναι το δικό σου", του είπε ο Ματθαίος και έδειξε το ένα απ’ τα δύο. Μετά άναψε τη φωτιά στο τζάκι.  Η θαλπωρή έδιωξε αμέσως τις ανήσυχες σκέψεις του μικρού. "Κόπιασε να ζεσταθείς", είπε ο γέροντας ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στα γυμνά πόδια του παιδιού. Ο Πέτρος άφησε κάτω τον μπόγο του και κάθισε σταυροπόδι μπροστά στη φωτιά. 

"Τα παπούτσια σου γιατί δεν τα φοράς;", ήταν η επόμενη ερώτησή του Ματθαίου στον μικρό. 

O Πέτρος δεν απάντησε. Κράτησε σταθερά το βλέμμα του πάνω στη φωτιά που είχε στο μεταξύ λαμπαδιάσει. Ο Ματθαίος κούνησε πάλι το κεφάλι του με νόημα, τράβηξε κοντά στη φωτιά ένα σκαμνί και κάθισε δίπλα στο παιδί. Άρχισε τότε να του εξηγεί, με ήρεμη και αργή φωνή, όσα έπρεπε να ξέρει: το μέρος που βρισκόταν και ποια έμελλε να είναι η ζωή του. Μοιράστηκαν ζεστό ψωμί, παστό χοιρινό και μπόλικα καρύδια. Μετά ο Ματθαίος είπε: 

"Ξάπλωσε τώρα να ξεκουραστείς και το πρωί μην βιαστείς να σηκωθείς. Εγώ θα πεταχτώ στην αγορά κι όταν γυρίσω, θα κατέβουμε μαζί στο εργαστήρι".

 Ο Πέτρος υπάκουσε χωρίς να πει λέξη. Όμως δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Όλη νύχτα στριφογύριζε ανήσυχος . Οι απρόσμενες αλλαγές που τον βρήκαν κι ο στρίγκλικος ήχος των σιδερικών πάνω στον τοίχο τον κράτησαν ξάγρυπνο. Ο ύπνος ήρθε και τον βρήκε ξημερώματα - αποκαμωμένο πια από τις σκέψεις του - όταν μετρούσε από μέσα του τα βαριά βήματα του Ματθαίου στη σκάλα.


Όταν ξύπνησε, είχε πάει σχεδόν μεσημέρι. Τον υποδέχτηκε μια μουντή και κρύα μέρα. Το μοναδικό παράθυρο της κάμαρας ήταν κλεισμένο σχεδόν απ’ το χιόνι.  Κοίταξε γύρω του απορημένος, σαν να μην θυμόταν τίποτα απ’ όσα είχαν συμβεί την προηγουμένη μέρα. Στο τζάκι έκαιγε μια βασιλική φωτιά. Στο προσκεφάλι του ήταν ακουμπισμένα ένα ζευγάρι καινούργια υποδήματα. Στο τραπέζι άχνιζε μια κούπα ζεστό γάλα και δίπλα είχε ψωμί, παστό χοιρινό κι αυγά. Πόσο πεινούσε! Πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι του και ρίχτηκε με τόση λαχτάρα στο φαΐ, που δεν πρόσεξε καν τον Ματθαίο που τον παρακολουθούσε καθισμένος σε μια γωνία. Τύλιγε και ξετύλιγε ένα λεπτό κόκκινο νήμα γύρω απ’ τα δάχτυλα του και την ίδια στιγμή, ένα χαμόγελο διαγραφόταν καθαρά πίσω απ’ την παχιά γενειάδα του.  

 

-2-

 

 Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε. Κάθε καινούργια μέρα ήταν ίδια κι απαράλλαχτη με την προηγουμένη. Ο Πέτρος συνήθισε σ’ αυτήν τη μονοτονία. Έτσι δεν είναι άλλωστε η μοίρα των ταπεινών ανθρώπων;  Το παιδί μεγάλωσε μες τον καπνό και τα πυρακτωμένα σίδερα. Ανδρώθηκε πάνω απ’ τη φωτιά και το αμόνι, μέχρι που η ψυχή του, εκτός απ’ το κορμί του, έγινε χαλύβδινη και σήκωνε πια μεγάλα βάρη.

Λίγο πριν πατήσει τα τριάντα, ο ευεργέτης του έφυγε απ’ τη ζωή. Του άφησε όμως κληρονομιά το εργαστήρι. Η μέρα που πέθανε ο Ματθαίος ήταν μια μαύρη μέρα για τον Πέτρο. Γύρισε απ’ το κοιμητήρι και κλείστηκε στην κάμαρα. Άναψε τη φωτιά κι έβαλε στο τραπέζι ψωμί, καπνιστό χοιρινό και δυο κούπες γάλα. Τη μια την τράβηξε κοντά του. Την άλλη την έσπρωξε απέναντι, μπροστά στην άδεια θέση του Ματθαίου. Όση ώρα έτρωγε, το βλέμμα του έμενε καρφωμένο στο άδειο κάθισμα. Μετά σταύρωσε τα χέρια του και ψέλλισε  μια προσευχή, απ’ εκείνες που του είχαν μάθει στο μοναστήρι. Δεν κατάφερε όμως να την τελειώσει. Η προσευχή έγινε μονόλογος με ακατάληπτα νοήματα. Λεπτό το λεπτό, η ψυχή του φούσκωνε, σαν άγριο ποτάμι. Ξέσπασε σε λυγμούς. Με μια απότομη κίνηση πέταξε ό,τι υπήρχε μπροστά του κι έγειρε πάνω στο τραπέζι. Έμεινε ώρα έτσι, μέχρι που η φωτιά έσβησε και η κάμαρα άρχισε να παγώνει. Εκείνος είχε ήδη βυθιστεί σ’ έναν ανήσυχο ύπνο. 

  

Charles Spencelayh 1865-1958 
Η άδεια καρέκλα 1936


Την άλλη μέρα όλα πήραν το δρόμο τους. Ο Πέτρος άνοιξε πάλι το εργαστήρι και πήρε τη θέση του μπροστά στην πυροστιά. Ακούστηκαν ξανά στην πόλη τα σφυροκοπήματα. Έτσι, αποδέχτηκε στωικά τη μοίρα του. Άλλο όραμα δεν είχε.

Δούλευε πάντα αμίλητος, χαμένος στον καπνισμένο, σκοτεινό κόσμο του. Μισόγυμνος και ιδρωμένος, χτυπούσε με δύναμη, ώρες πολλές,  τα πυρακτωμένα μέταλλα πάνω στο αμόνι. Ο χτύπος που ακουγόταν πιο δυνατός από ποτέ, αναστάτωνε τα κορίτσια. Παρασυρμένα από το ιδιότυπο αυτό κάλεσμα, έπλαθαν με τη φαντασία τους ρομαντικές ιστορίες. Όταν ο δρόμος τις έφερνε έξω απ’ το σιδεράδικο, κοντοστέκονταν στην είσοδο για να ρίξουν κρυφές ματιές στο εσωτερικό του. Είχαν πάντα την ελπίδα, πως εκείνος θα σήκωνε - για λίγο έστω - τα μάτια του να τις κοιτάξει. Λιγώνονταν στην προσμονή εκείνου του βλέμματος που όμως ποτέ δεν ερχόταν. Οι μασιές, η κάπνα και τα καυτά μέταλλα φούντωναν το πάθος των κοριτσιών που ζητούσε επιτακτικά ικανοποίηση.  

Οι πιο θαρρετές κοντοστέκονταν δίχως ντροπή μπροστά στην είσοδο. Το βλέμμα τους έμενε καρφωμένο πάνω στα μαυρισμένα χέρια του. Οι φουσκωμένες φλέβες, ίδια ποτάμια της κόλασης, που διέτρεχαν όλο το μήκος των χεριών του, έκαναν την καρδιά τους να χτυπάει αλλόκοτα. 


 

 Μια ανάσα του χρόνου, (τόσο δε φτάνει;) κι ο Πέτρος πάτησε τα σαράντα. Οι πρώτες άσπρες τρίχες φάνηκαν στους κροτάφους του. Άλλαξε. Πυκνά γένια έκρυβαν πια το μισό του πρόσωπο. Τα μάτια του όμως άστραφταν το ίδιο πάνω απ’ τη φωτιά.

Και ήρθε μια μέρα που δεν άνοιξε το σιδεράδικο. Και τις επόμενες το ίδιο. Ο Πέτρος χάθηκε. Σαν να άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Σούσουρο απλώθηκε στην πόλη. Οι υποθέσεις έδιναν κι έπαιρναν. Όλοι ρωτούσαν για την τύχη του, αλλά κανείς δεν ήξερε ν’ απαντήσει. Πέρασε έτσι ένας χρόνος μα η πόρτα του σιδεράδικου παρέμενε κλειστή κι αμπαρωμένη. Με τον καιρό τα κουτσομπολιά σίγασαν. Οι αργόσχολοι βαρέθηκαν να διαδίδουν φήμες, και όλοι θα είχαν ξεχάσει πια τον σιδερά, αν δεν συνέβαινε κάτι αναπάντεχο.

Ήταν προχωρημένος Φλεβάρης. Νύχτωνε. Ο φανοκόρος άναβε τις λάμπες στον κεντρικό δρόμο. Το χλωμό φως τους σχημάτιζε έναν πορτοκαλί κύκλο πάνω στο χιόνι. Ο παγωμένος αέρας  είχε κλείσει  από νωρίς τους κατοίκους στα σπίτια τους. Τέτοια βράδια οι άνθρωποι προτιμούσαν ν’ απολαμβάνουν την πιπεράτη σούπα βοδινού δίπλα στη θαλπωρή του τζακιού τους, παρά να κυκλοφορούν έξω.  

Εκείνο λοιπόν το σούρουπο ένα κάρο φάνηκε στο βάθος του έρημου δρόμου. Η κουρασμένη πορεία του άφηνε βαθιές χαρακιές πάνω στο φρέσκο χιόνι. Όταν πλησίασε αρκετά, ο φανοκόρος διέκρινε στη θέση του καροτσιέρη τη φιγούρα ενός μεγαλόσωμου άνδρα. Ήταν χωμένος μες στο χοντρό πανωφόρι του και το πρόσωπο του είχε καλυφθεί απ’ το χιόνι. Το κάρο προσπέρασε τον φανοκόρο, συνέχισε την πορεία του μέχρι που βγήκε απ' την πόλη. Μια υποψία σφηνώθηκε τότε στο νου του. Σταμάτησε για λίγο τη δουλειά του και  βάλθηκε να το παρατηρεί με περιέργεια. Το κάρο έκανε στροφή και πήρε το δρόμο προς τον λόφο. 

"Ο σιδεράς είναι. Γύρισε!", ψέλλισε, σίγουρος πια ο φανοκόρος. 

Πράγματι. Ο σιδεράς γύρισε, αλλά δεν ήταν μόνος. Είχε μαζί και τη γυναίκα του, την Ελισάβετ.

~~~~~~~

 Το δεύτερο και τελευταίο μέρος ΕΔΩ 🎄


Ευχαριστώ για την ανάγνωση.



CAROL OF THE BELLS - EPIC ORCHESTRA piano version












































Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2023

.......

 



Galya Popova



Σκέφτομαι πως πρέπει να βάλω έναν τίτλο.

Τι τίτλο να βάλω στο κενό; Να το ονομάσω κενό;

Σαν σήμερα, έξι χρόνια πριν, έφυγε ο Νίκος μας, ο "Νικολός" της μάνας μας.

Τι ειρωνεία, να πενθείς για έναν θάνατο που συνέβη μέρα γιορτής... 


"Ένα κερί αρκεί. 

Το φως του το αμυδρό 

αρμόζει πιο καλά, 

θα 'ναι πιο συμπαθές σαν έρθουν της Αγάπης, 

αν έρθουν οι Σκιές. 

Ένα κερί αρκεί..." 


Κ. Καβάφης - (απόσπασμα από το ποίημα "Για να 'ρθουν" 

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2023

Έλα...





 



Εκείνο το απόγευμα του 2022, Οκτώβριος μήνας, όλοι ήταν χαρούμενοι με την δυνατή νεροποντή. Την περίμεναν πέντε ολόκληρους μήνες. Ο κύριος Μάρκος όμως, που την χάζευε από το παράθυρο, δεν ένιωθε το παραμικρό. Κρατούσε σφιχτά, στη χούφτα του ένα γράμμα. Τόσο σφιχτά, που οι κόμποι των δαχτύλων του είχαν μελανιάσει. Στεκόταν όρθιος, ακλόνητος, αψηφώντας τους πόνους στα γόνατά του, αλλά μέσα του είχε φουρτούνα. Λες και ήταν έτοιμος να τα βάλει με το νερό, με τον πλημμυρισμένο δρόμο, με τους περαστικούς που έτρεχαν πανικόβλητοι, και σίγουρα θα φαινόταν εντελώς παράταιρη η εικόνα του σε όποιον δεν γνώριζε τι σκεφτόταν.

 Εικόνες είχαν κατακλύσει και τον νου του. Τον πήγαιναν πίσω στα χρόνια της νιότης του. Σ' εκείνον τον Οκτώβρη που γνώρισε την γυναίκα του, την Ελπίδα - 29 Οκτωβρίου 1969 - μια μέρα μετά τον εορτασμό της Εθνικής Επετείου.

Είκοσι πέντε χρονών γεμάτος ζωή και όνειρα σηκώθηκε το πρωί με την προαίσθηση πως κάτι καλό θα του συμβεί. Ντύθηκε και κατέβηκε στην πλατεία. Ο Νικηφόρος, ο κολλητός του, τον περίμενε στο στέκι τους. Γύρω τους κάποιοι θαμώνες αγουροξυπνημένοι έπιναν τον καφέ τους διαβάζοντας την εφημερίδα τους  ενώ κάποιοι άλλοι φλυαρούσαν μεταξύ τους. 

Άραξαν σε μια ηλιόλουστη θέση κι ο φίλος του έκανε νόημα στην σερβιτόρα. Ο Μάρκος ήταν αλλού. Παρατηρούσε με προσήλωση ένα περιστέρι που τσιμπολογούσε τα υπολείμματα της τυρόπιτας του προηγούμενου πελάτη. Ξαφνικά, το περιστέρι τρόμαξε και, κρατώντας ακόμα το ψίχουλο στο ράμφος του, πέταξε μακριά. 

-Τι θα πάρετε; 

Ο Μάρκος θα ακολουθούσε ακόμα με το βλέμμα του το περιστέρι, αν εκείνη η φωνή δεν τον χτυπούσε ίσια στην καρδιά. Γύρισε και κοίταξε πίσω του. Η σερβιτόρα στεκόταν πάνω από το κεφάλι του συνοφρυωμένη και περίμενε την παραγγελία του. Το ύφος της ήταν ακατάδεκτο, λες και του έκανε χάρη. 

-Τι θα πάρετε; ξαναρώτησε ανυπόμονα. 

-Ένα φραπέ γλυκό, απάντησε τελικά εκείνος, και μια ανεξήγητη ταραχή τον έκανε να κοκκινήσει. Το κορίτσι έφυγε. Ο Μάρκος αναθαρρημένος την ακολούθησε με το βλέμμα του.  

- Ελπίδα! Έναν ελληνικό μέτριο! Το κορίτσι κούνησε το κεφάλι του καταφατικά στον πελάτη που της έδωσε φωναχτά την παραγγελία του και μπήκε στην καφετέρια.

- Ελπίδα! μουρμούρισε ο Μάρκος και εκείνη ακριβώς η στιγμή ήταν που οι ουρανοί του έδειξαν το πεπρωμένο.  Η έκπληξη που ένιωσε ήταν τόσο ισχυρή, που του 'κοψε την ανάσα.

~~~~~~

Με την ανάμνηση αυτή να γυροφέρνει στο νου του, ο κύριος Μάρκος άφησε το παράθυρο και κάθισε στο τραπέζι. Ένα κουτί παπουτσιών γεμάτο παλιά γράμματα τον περίμενε.  Οι λέξεις φτεροκοπούσαν στο κεφάλι του. Συνέχιζε να σφίγγει στη χούφτα του το γράμμα σε μια ύστατη προσπάθεια να κρατήσει τα νοήματά του ζωντανά, προστατευμένα από τον χρόνο. Μετά, άλλαξε γνώμη. Το άπλωσε πάνω στο τραπέζι και ίσιωσε καλά τα τσακίσματα με την παλάμη του

-Πώς ήταν άραγε όταν το έγραψε; Τί φορούσε, πού καθόταν; Είχε πιασμένα τα μαλλιά της πίσω, όπως τη βόλευε; Κρατούσε σταυρωμένα τα πόδια της όπως συνήθιζε; Τι ένιωθε; Ορμή; Πάθος; Την ίδια ορμή, το ίδιο πάθος που είχαμε  μοιραστεί το πρώτο μας βράδυ; Μονολογούσε. Του κόστιζε που δεν ήξερε. 

Φόρεσε τα γυαλιά του και ξεκίνησε να διαβάζει ξανά, δυνατά το γράμμα. Οι λέξεις πετούσαν σαν πουλιά μες στο δωμάτιο. Τις αναγνώριζε μία προς μία.


1 Δεκεμβρίου 1969, Κυψέλη,  1:45

 "Μάρκο μου, 

" Το παραμικρό σου πείραγμα, το παραμικρό σου υπονοούμενο, μετατρέπει το σώμα μου σε τεντωμένη χορδή. Φαντάσου τη χορδή του τόξου. Το βέλος είναι η ορμή που καθηλώνει το νου μου. Σκέψεις βέλη κατευθύνονται στα πιο σκοτεινά βάθη μου. Αλλά δεν χάνονται, όπως θα έπρεπε να γίνει. Ξυπνούν τη Λίλιθ, το πιο βαθύ και πρωτόγονο ένστικτο. "Έλα", ψιθύρισες, "Έλα", ψιθύρισες ξανά. Δεν ακούω τίποτα άλλο πέρα από το "Έλα". Βγαίνω έξω και δεν ξέρω ποιο δρόμο να πάρω. Έχω χάσει προ πολλού την πυξίδα και τους χάρτες μου. Δεν ξέρω πώς να σε βρω, πού να σε βρω, πώς να σε αγγίξω, τι να σου πω; Και η Λίλιθ εκεί, αδυσώπητη. Η φωνή σου, το βλέμμα σου, οι λέξεις, οι τελείες, τα αποσιωπητικά σου, όλα, έγιναν σημάδια του δρόμου που χαράζεις μέσα μου. Εδώ: "Περίμενε..." . Πιο κάτω: "Σταμάτα...". Εδώ: "Τρέξε". Πιο κάτω: "Φανερώσου. Όπως είσαι, όπως νιώθεις". Με φοβίζει η σιγουριά σου, μου αρέσει κιόλας. Απαγορεύεις, επιτρέπεις, αποφασίζεις, μαλώνεις, συγχωρείς, αποκλείεις, αγαπάς. Ακολουθώ. Αυτό είναι ο έρωτας; Δεν ξέρω. Μαθαίνω απ' την αρχή. 

Βυθίζομαι μαζί σου στο νερό. Δεν μιλάμε. Νιώθω το σώμα σου, τις αλλαγές του, σου δείχνω τις δικές μου. Χαμογελάς. Τα ξέρεις όλα για μένα. "Το νερό έχει μνήμη...", μου λες, "μας γυρίζει πίσω στη μήτρα που μας γέννησε". 

Πλέουμε μαζί, δυο απειροελάχιστα έμβρυα, δυο μικροί ιππόκαμποι. Αγγίζουμε δειλά ο ένας τον άλλον. Μαγικά αγγίγματα! Ένα παιχνίδι αισθήσεων, ποιος θα αντέξει λιγότερο; 

Μεγάλη η ανάγκη μου να σε γνωρίσω, να σε μεταμορφώσω, για μένα. 
Μην κοιτάς. Νιώσε μόνο. Άκου τις σκέψεις μου. Σου αρέσει; Περίμενε... Σε κλέβω, σιγά-σιγά..."

Η Ελπίδα σου

~~~~~~

 Ο κύριος Μάρκος πήρε μια βαθιά ανάσα και δίπλωσε με τρυφερότητα το τσαλακωμένο γράμμα. Το έβαλε στο κουτί, μαζί με τα άλλα. Μετά, σηκώθηκε και πήρε πάλι τη θέση του μπροστά στο παράθυρο. Είχε νυχτώσει για τα καλά και η μπόρα είχε γίνει ψιλόβροχο. Η λάμπα του δρόμου φώτιζε χλωμά το ιριδίζον οδόστρωμα. Ο δρόμος που ανοιγόταν έως πέρα, φαινόταν ατελείωτος. Κάπου στο βάθος σκοτείνιαζε απότομα.

-Έλα, ψιθύρισε. Έλα, ψιθύρισε ξανά, αλλά απάντηση δεν πήρε… 



 Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο δρώμενο Στείλε μήνυμα, της φίλης μας της Μαίρης από την ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ. Μας κάλεσε να επιλέξουμε μια από τις 9 εικόνες που μας έδωσε και πάνω σ' αυτήν να γράψουμε μια ιστορία.  Θα βρείτε όλες τις συμμετοχές ΕΔΩ.

  









Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2023

Τα αποτελέσματα του κοινωνικού πειράματος του εγκλεισμού (Covid-19) πάνω στην ψυχολογία του πληθυσμού.

 


Η φωτογραφία ανήκει στον δημιουργό της



Όταν ψάχνει κανείς βρίσκει. Ναι, έτσι την πάτησα κι εγώ. Ψάχνοντας για κάτι μέσα στα κείμενα του παρελθόντος μου, έπεσα πάνω σ' αυτό το...αυτο-σχολιασμένο, με αρκετή δόση αυτοσαρκασμού 😄 Ας όψεται ο εγκλεισμός!


 ~~~~~~~~~~


Όταν σταματάς να μιλάς με ανθρώπους, αρχίζεις να μιλάς με πράγματα και ζώα. (Έλααα…) 

Κι αυτό μπορεί να μοιάζει με τρέλα αλλά στην πραγματικότητα είναι μια ευκαιρία να φανταστείς, πώς θα μπορούσε, ας πούμε, να σκέφτεται η γάτα σου όταν της απαγορεύεις να πιει από το νερό σου, ή η νυχτοπεταλούδα που κολλάει έξω απ' το τζάμι σου ενώ ποθεί να μπει μέσα. (Χμ…προχωρημένη η κατάσταση…)

 

Χθες ζωγράφισα ένα δρομάκι με νερομπογιές. αλά ως εδώ)

Μετά, μπήκα μέσα στη ζωγραφιά και το περπάτησα. εν πας καλά…)  

Τι είναι ένα δρομάκι χωρίς κάποιον να το περπατήσει; (Πρέπει ν’ απαντήσω τώρα;)

Δεν έχει λόγο ύπαρξης. (Λογικά ναι) 

Καλύτερα να το καλύψoυν τα ξερόχορτα. (Γιατί τόση κακία;)

Ένας δρόμος όμως πάντα κάπου οδηγεί. (Άρχισες να το φιλοσοφείς και μ’ αρέσει.)

Ακόμα και το αδιέξοδο κάτι λέει. (Θα φας τα μούτρα σου. Αυτό λέει)

"Πήρες λάθος δρόμο! Γύρνα πίσω!" (Το ίδιο λέμε. Εντάξει, εσύ το λες πιο κομψά)

 

Ακούω τη βροχή. ( Τουλάχιστον διατηρείς ακόμα την ακοή σου.)

Την κοιτάζω μέσα απ' τις γρίλιες. (Εκεί κατάντησες!)

Το βλέμμα μου, παντοτινός φυλακισμένος αυτής της πόλης, στριμώχνεται στο διάκενο για να τη δει να πέφτει φωτεινή μπροστά απ’ τη λάμπα του δρόμου. (Είναι κι αυτό κάτι όσο να πεις)

Ο δρόμος ποτάμι. Ένα βρεγμένο σκυλί προσπαθεί να χωθεί κάτω από τον κάδο των σκουπιδιών. έρω. Θα ήθελες να ήσουν το σκυλί! Χωρίς τον κάδο)

Η νυχτοπεταλούδα με κοιτάζει εκστατική. (Λογικό. Μάλλον πήρε τα μυωπικά γυαλιά σου για τζάμι.)

Κάνω κύκλους με το δάχτυλό μου πάνω στο θολό τζάμι. Εκείνη πετάει από δω κι από κει. Προσπαθεί να τρυπώσει μέσα. αι να τρυπώσει, τι θα καταλάβει;)

Της κάνω το χατίρι και μισανοίγω το παράθυρο. Διστάζει... (Ένα κύτταρο μυαλού το έχει)

"Η καθυστερημένη ευκαιρία δημιουργεί καμιά φορά αμφιβολίες", σκέφτομαι ενώ την παρακολουθώ που ορμάει τελικά μέσα και πετάει προς το φως του πορτατίφ. Στο δρόμο όμως αλλάζει γνώμη και αποφασίζει να προσγειωθεί απαλά στο γείσο του ποτηριού μου. Ακροβατεί για λίγο, κομψή χορεύτρια πάνω στις πουέντ της, και πριν προλάβω να την σταματήσω, πέφτει στο νερό με απλωμένα φτερά. ( Έπρεπε να μείνει στον δισταγμό) Επιπλέει και περιμένει την σωτηρία της.

Πόσες ευκαιρίες έχει μια νυχτοπεταλούδα να σωθεί από πνιγμό; (Στο σπίτι σου; Καμία!)

 

 

Τελευταία σκέφτομαι τη νεότητα. (Τελευταία; Δε νομίζω. Για θυμήσου καλύτερα)

Έχουν γραφτεί τόσα και τόσα για τη νεότητα αλλά για τις μεγαλύτερες ηλικίες των ανθρώπων, ελάχιστα. (Άλλαξες θέμα; Για τη νυχτοπεταλούδα δεν έλεγες;)

Δεν θέλουν οι άνθρωποι να μιλούν για δυσάρεστες καταστάσεις πιστεύοντας πως έτσι θα τις αποφύγουν κιόλας. (Ας μιλούν για ό,τι θέλουν εσένα τι σε νοιάζει;)

Τι ουτοπία!! Kάπου εδώ αρχίζω πάλι να αναρωτιέμαι για το νόημα της ζωής. (Σε τρώει ο κ… ο σου)

Ακούγεται τόσο κοινότοπο το ερώτημα, αλλά δεν παύει να παραμένει αναπάντητο κι αυτό λέει πολλά. (Άστο αναπάντητο κι εσύ)

Πολλές οι ιδανικές απαντήσεις αλλά υπάρχουν μόνο για να καλύπτουν τις ανθρώπινες αγωνίες. Η απάντηση του αληθινού δημιουργού της ζωής παραμένει άγνωστη. (Κοίτα αυτόν για να μαθαίνεις)

Προσδοκίες, προσπάθειες, ένα "αχ.." ένα "ζήτω!" ένα "μπα.." και περνούν τα χρόνια χωρίς κάποιος να μου πει την αλήθεια για το νόημα της ζωής. (Κόλλησε η βελόνα…)

Γιατί ό,τι και να μου πουν οι επιστήμονες ή οι φιλόσοφοι ή οι θρησκευόμενοι το ερώτημα παραμένει αναπάντητο αφού ο θάνατος τελικά εξαφανίζει τα πάντα. (Από δω το πήγες από κει το έφερες, εκεί το κατέληξες πάλι)

 

Αποφάσισα να σώσω την πεταλουδίτσα της νύχτας.(Άντε γεια σου!)

Με μια οδοντογλυφίδα την έσπρωξα έξω απ’ το νερό. Την άφησα πάνω σ' ένα κομμάτι χαρτί και το χαρτί κάτω από το φως του πορτατίφ. (Και μετά πιάσατε ψιλή κουβέντα. Σ’ έχω ικανή)

Έμεινε ακίνητη, φοβισμένη μέχρι που η ζέστη άρχισε να στεγνώνει τα φτερά της. Αναθάρρησε, τα δοκίμασε και με μια κίνηση όλο χάρη άρχισε πάλι να πετάει γύρω από τον πυρακτωμένο γλόμπο. (Ο κύκλος της ζωής. Γιατί δεν τον αποδέχεσαι επιτέλους να ησυχάσουμε όλοι;)

 

Αν η ζωή είναι σαν μια νυχτοπεταλούδα (Πρόσεξε τι θα πεις..) σίγουρα δεν συμβαίνει για κάποιο σκοπό. (Ποιο πράγμα; Σ’ έχασα. Α…ναι η ζωή)

Υπάρχει για να υπάρχει (Τι λες βρε παιδί μου!) και μέσα απ' αυτήν να υπάρχω κι εγώ για να την σώζω κάθε φορά που βουτάει η άμυαλη μες το νερό του ποτηριού μου (Ποια; Η ζωή; 😨 Η νυχτοπεταλούδα; Μπερδεύτηκα!)


(Και κάπου εδώ χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας και μπουκάρουν μέσα τα Άλιεν. Λευκές μπλούζες, χεράκια πίσω και όλα καλά. Βοήθειααααα!!!! Δεν είμαι αυτή που νομίζετε!!)


Ο γιατρός στους οικείους μου: Εντάξει. Μια κρίση ήταν και πέρασε 😊



Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

Ονούστους

 

Έργο του Michael Sowa.




Για τους παράλογους φόβους!! 😊

(Η ΜΟΙΡΑ Ο,ΤΙ ΓΡΑΦΕΙ ΔΕΝ ΞΕΓΡΑΦΕΙ)


Η Ονούστους δέχτηκε τη Σάσα στο σπίτι της ένα βράδυ του Δεκεμβρίου, που ο αέρας λυσσομανούσε κι έριχνε τουλούμια έξω. 

Εκείνο το μοιραίο βράδυ, λαγοκοιμόταν ήσυχη κι αμέριμνη κάτω από το ραφάκι της ντουζιέρας. Η μεγάλη ξηρασία της γενέτειράς της είχε κλονίσει σοβαρά τα νεύρα της, και τώρα που βρισκόταν μακριά, απολάμβανε την υγρασία όπου την εύρισκε. Κουραζόταν υπερβολικά όλη μέρα να φτιάχνει παντού τους ιστούς της. Όταν όμως ερχόταν το βράδυ, κούρνιαζε στην αγαπημένη της θέση, κάτω από το ραφάκι της ντουζιέρας. 

Όταν λοιπόν η Σάσα μπήκε κάτω από το ντουζ, ως νεοφερμένη, -πρώτο βράδυ στο καινούργιο διαμέρισμα, καταλαβαίνετε τι εννοώ- η Ονούστους κλήθηκε από το σύμπαν να γνωρίσει την έννοια της συγκατοίκησης με άνθρωπο.

Από νωρίς το πρωί η Σάσα είχε "γλύψει" κυριολεκτικά όλο το διαμέρισμα, έτσι μανιακή που ήταν με την καθαριότητα. Όταν τελείωσε - την είχε πάρει πια η νύχτα-, αποφάσισε να ασχοληθεί και με τον εαυτό της.

Μπήκε στο μπάνιο με χαλαρή διάθεση. Όλα γύρω της  άστραφταν από καθαριότητα. Όπου έπεφτε το βλέμμα της, έβλεπε μόνο λάμψεις. Τα πλακάκια, οι καθρέφτες και τα είδη υγιεινής λες και ήταν βγαλμένα από βιτρίνα, αχρησιμοποίητα.

Κάπως έτσι τουλάχιστον θα σκεφτόταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Όχι όμως η Σάσα που όλα στο τέλος της φαίνονταν "...θέλει λίγο ακόμα. Θα ασχοληθώ αύριο περισσότερο. Να, να! Αυτός εδώ ο λεκές στον νιπτήρα πώς μου ξέφυγε;" 




Με τη σισύφεια αυτή σκέψη, η Σάσα γύρισε τη στρόφιγγα της μπαταρίας. Το νερό έτρεξε άφθονο στην πλάτη της. Αναστέναξε με ανακούφιση. Άρχισε μάλιστα να σιγοτραγουδάει. Ένα ζευγάρι καθαρές πιζάμες ήταν ήδη απλωμένες όμορφα πάνω στο καλοστρωμένο κρεβάτι της και την περίμεναν.

Ξεκίνησε να σαπουνίζεται με μανία, σχολαστικά, παντού. Έτριβε ακόμα και όσα δεν τρίβονται, μ' ένα βιολογικό (έτσι το λένε) σφουγγάρι και ένα σαπούνι γεμάτο μικρές πετρούλες για απολέπιση.

Εκεί μέσα λοιπόν, στο εφτακάθαρο μπάνιο του νέου της διαμερίσματος, μέσα στους ατμούς και τους αφρούς, η Σάσα και η Ονούστους είχαν την πρώτη τους συνάντηση.

Ήταν εντυπωσιακή, δεν λέω. Και αρκούντως θορυβώδης. Γιατί η Ονούστους, ατίθασο πλάσμα της Αφρικής, δεν υπολόγισε τίποτα. Ούτε τον προσωπικό χώρο της Σάσας ούτε τα προσωπικά της δεδομένα. 

Έτσι, όταν εκείνη έπιασε το βιολογικό σφουγγάρι για να σαπουνιστεί, η άλλη πετάχτηκε μέσα από τις τρύπες του, σαν θεριό!

Το τι ακολούθησε δεν το βάζει ο νους σας. 

Το απαστράπτον μπάνιο της Σάσας μεταβλήθηκε σε λίμνη. Το δε σαπούνι του βασανισμού γλίστρησε από τα χέρια της κι έπεσε στον πάτο της ντουζιέρας. Η δόλια, πάνω στη βιασύνη της να βγει άρον-άρον από τον τόπο του διαβόλου, το πάτησε, γλίστρησε και, απ' τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκε ξαπλωμένη, σε άκομψη στάση ομολογώ, πάνω στα βρεγμένα πλακάκια. Κι εκεί έμεινε. Αναίσθητη.

Μετά από κάποια ώρα ή λεπτά - ποιος νοιάζεται τώρα για τον χρόνο - άνοιξε τα μάτια της και τι να δει; Η Ονούστους την κοίταζε με ορθάνοιχτα τα μπιρμπιλωτά της μάτια, από την άκρη της μύτης της. Με αλλήθωρο βλέμμα η Σάσα είδε το φτωχό πλάσμα πιο τρομακτικό απ' ό,τι ήταν. Το ένστικτο όμως της επιβίωσης που έχουν όλα τα έμβια όντα του πλανήτη, την ώθησε να μείνει ασάλευτη κι αμίλητη στη θέση της. Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσε πλέον τις κινήσεις του εχθρού πάνω στο πρόσωπό της.

Η Ονούστους, σίγουρη πια για τη νίκη της, έκανε τον γύρο του θριάμβου αργά και βασανιστικά. Από το σαγόνι πέρασε στα μάγουλα της Σάσας, και μετά, στο δεξί και στο αριστερό φρύδι της. Βαρέθηκε να μπει στα μαλλιά της ,"Πού να τρέχω τώρα στο δάσος, ας πάω για ύπνο καλύτερα".




Επιδεικνύοντας αισθήματα φιλοξενίας και συμπόνιας, πρωτόγνωρα για μια Ονούστους, δεν έδωσε συνέχεια στο συμβάν και προτίμησε να αποσυρθεί αυτοκρατορικά στο ραφάκι της ντουζιέρας. Πυρ και μανία όμως που η νεοφερμένη χάλασε την ησυχία της. Έτσι, η πρώτη μέρα έληξε υπέρ της, με 1-0 και με την Σάσα πεσμένη στα πλακάκια, χωρίς να έχει προλάβει να ρίξει ούτε ένα απ' τα καλά της "κροσέ".

Μετά το άτυχο συμβάν, η Σάσα τρομοκρατημένη έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί. Κρατήθηκε απ' τον νιπτήρα και κατάφερε να σταθεί όρθια, στο ένα πόδι. Το άλλο είχε αχρηστευθεί.

Το μόνο της μέλημα τώρα ήταν να βγει μια ώρα αρχύτερα από κει μέσα. Κουτσαίνοντας και βογκώντας έφτασε με πολλή δυσκολία στο καθιστικό όπου είχε αφήσει το κινητό της. Μετά από έναν μικρό δισταγμό κάλεσε - μεσάνυχτα πια - τον Χρήστο, τον καλό της φίλο απ' τα παλιά.

Κατά βάθος ντρεπόταν γι' αυτό που έκανε. Είχε να του τηλεφωνήσει χρόνια αλλά ήξερε πολύ καλά πως ήταν ο μόνος που θα ανταποκρινόταν τέτοια ώρα στην έκκλησή της για βοήθεια.

Πράγματι, ο καλός Χρήστος, αφού την άκουσε με προσοχή χωρίς να σχολιάσει καθόλου τη γαϊδουριά της, της υποσχέθηκε πως σε λίγα λεπτά θα βρισκόταν σπίτι της. Μετά έκλεισε λέγοντας: 

-Μην ανησυχείς. Όλα θα τα φτιάξουμε.

Το πώς κατάφερε να του ανοίξει, Θεός οίδε. Τα κατάφερε όμως, και μόλις εκείνος πρόβαλε με το φωτεινό του χαμόγελο στο άνοιγμα της πόρτας, η Σάσα, για μια στιγμή, νόμισε πως είδε να σχηματίζεται λίγους πόντους πάνω απ' το κεφάλι του ένα αχνό φωτοστέφανο.

Αμέσως μετά κάτι έσπασε μέσα της κι έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας με λυγμούς. Ο υπομονετικός Χρήστος τη σήκωσε στα χέρια και την πήγε στο κρεβάτι της. 

-Κάθισε εσύ εδώ και μην το πατήσεις, μέχρι να δούμε τι έχει. Εγώ θα μαζέψω τα νερά από το μπάνιο, κι επιστρέφω. Άγιο παιδί!

Όσο ο Χρήστος μάζευε τα νερά, η Ονούστους ενοχλημένη απ' τη φασαρία, παρακολουθούσε τις κινήσεις του κρυμμένη κάτω από το ραφάκι της ντουζιέρας. Δεν της άρεσαν καθόλου τα σούρτα-φέρτα στον χώρο της. Ξένοι άνθρωποι να μπαινοβγαίνουν έτσι, χωρίς ίχνος σεβασμού στα κυριαρχικά της δικαιώματα; Αυτό πήγαινε πολύ!

Αποφάσισε λοιπόν να βγει από την βολή της και να τα πει ένα χεράκι και με τον νέο, νεοφερμένο.

Ο Χρήστος πάλι, μόλις την είδε να περπατάει καμαρωτή πάνω στο ράφι, αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί. Τελείωσε το μάζεμα, έκλεισε το φως και την πόρτα του μπάνιου και επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα που τον περίμενε η απαρηγόρητη Σάσα. Την βρήκε να μιλάει μόνη της.

-Γιατί να μου συμβαίνει εμένα αυτό τώρα; Τι λάθη έχω κάνει και με τιμωρεί ο Θεός;

-Όλα εντάξει. Μάζεψα τα νερά, για να δούμε τώρα τι έπαθε το πόδι σου και δεν μπορείς να το πατήσεις;"

Η Σάσα έβγαλε δειλά το χτυπημένο πόδι απ' το πάπλωμα και το εμπιστεύθηκε στα χέρια του. Εκείνος το ψηλάφισε με προσοχή και μετά έκανε τη διάγνωση.

 -Διάστρεμμα ποδοκνημικής. Θέλει προσοχή για κάποιες μέρες. Θα περάσει όμως.

 -Είναι σοβαρό; τον ρώτησε η Σάσα φανερά εντυπωσιασμένη απ' τις γνώσεις του. 

 -Δεν φαίνεται να είναι σοβαρό. Μια ακτινογραφία όμως θα μας πείσει.

 - Ωραίο ποδαρικό έκανα στο νέο μου σπίτι...

- Καλά, πώς τα κατάφερες έτσι; Ο Χρήστος ήταν έτοιμος να σκάσει στα γέλια.

-Αυτή φταίει! Την είδες; Είναι τεράστια! Εκεί ήταν, κάτω από το ραφάκι της ντουζιέρας. Μετά βγήκε από το σφουγγάρι και...




Άρχισε πάλι να κλαίει. Ο Χρήστος την κοιτούσε με απορία. Τόσο δράμα για το τίποτα; Τι την έκανε τόσο ευάλωτη;

- Μα είναι ακίνδυνη. Τι σε έκανε να φοβηθείς τόσο; Δεν καταλαβαίνω. Βάλε τη λογική σου να δουλέψει λίγο. Μεγάλη γυναίκα είσαι πια. Μην κάνεις σαν μικρό παιδί. Έλα τώρα.

-Δεν τη θέλω σπίτι μου! Να τη σκοτώσεις! Σε παρακαλώ μην την αφήσεις να κυκλοφορεί ελεύθερα εδώ μέσα. Ή αυτή ή εγώ! 

Ο Χρήστος σοβάρεψε απότομα.

-Γιατί να σκοτώσω το ζούδι του Θεού, Σάσα μου; Σου είπα, δεν είναι δηλητηριώδης. Δεν κινδυνεύεις.

-Ζούδι του διαβόλου θέλεις να πεις. 

Ο Χρήστος δεν άντεξε και ξέσπασε σε γέλια. 

-Ποτέ δεν κατάλαβα τον πανικό που σε πιάνει με τις αράχνες. Τι μεταφυσικούς φόβους ξυπνάνε μέσα σου; Αναρωτήθηκες ποτέ;

Η Σάσα σήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. Δεν την ένοιαζε να εξηγήσει, αλλά να μην ξαναζήσει τον ίδιο εφιάλτη. Αντί λοιπόν να του απαντήσει, τον ρώτησε αλλάζοντας κουβέντα.

-Πώς ήξερες τι έπαθε το πόδι μου; Σαν γιατρός μίλησες προηγουμένως.

-Μα, γιατρός είμαι.

-Από πότε;

-Εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Δεν το ήξερες;

-Όχι. Από πού να το μάθω;

-Πώς γίνεται αυτό; Όλοι το ξέρουν. Δεν μιλάς με κανέναν απ' την παρέα; Την κοίταξε φανερά απορημένος και μετά συμπλήρωσε.

-Αλήθεια, πώς σκέφτηκες να τηλεφωνήσεις σε μένα; Έχουμε τόσα χρόνια να μιλήσουμε.

-Δεν ξέρω. Έτσι μου ήρθε, αυθόρμητα. Δεν το σκέφτηκα. 

Το βλέμμα της αυτή τη φορά στάθηκε πάνω του εξεταστικά. Σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά. Και ναι, ο Χρήστος που είχε μπροστά της δεν ήταν ο ίδιος με κείνον που θυμόταν απ' τα εφηβικά της χρόνια. Ο σημερινός ήταν ένας καλοστεκούμενος πενηντάρης με γυαλιά μυωπίας και γκρίζα μαλλιά που όμως, την κοίταζε με την ίδια αστεία έκφραση όπως τότε.

-Πέρασαν τόσα χρόνια! είπε η Σάσα και μελαγχόλησε.

-Πέρασαν αλλά αυτό δεν είναι λόγος να μελαγχολούμε. Είμαστε τυχεροί που ζήσαμε και τα ζήσαμε. Για σκέψου πόσοι άλλοι δεν είχαν αυτή την τύχη.  

Μετά άρχισε να της μιλάει για τα χρόνια που έζησε στην επαρχία, για τα νοσοκομεία που δούλεψε και για τα περιστατικά που τον δυσκόλεψαν και τον ανάγκασαν να αγγίξει τα όρια του.

Η Σάσα τον άκουγε με ενδιαφέρον στην αρχή, αλλά μετά, όσο προχωρούσε η ώρα άρχισε να νιώθει ένα σφίξιμο στην καρδιά. Ένα αδικαιολόγητο σφίξιμο και μια δυσφορία. Ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα και η προοπτική να ξημερωθεί μόνη της παρέα με το τέρας στο μπάνιο, την τρόμαζε για τα καλά. Τότε του πρότεινε να κοιμηθεί μαζί της. Εκείνος δέχτηκε με έναν όρο. Να τον αφήσει να βάλει ξυπνητήρι. Το επόμενο πρωί είχε προγραμματισμένο χειρουργείο στις επτά. 

Ξάπλωσε δίπλα της με τα ρούχα που φορούσε.  Η Σάσα αποκοιμήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά. 

Ξαφνικά, μέσα στη μαύρη νύχτα, πετάχτηκε πάνω ουρλιάζοντας.

-Είναι πάνω μου! Περπατάει πάνω μου!!! Διώξ' την! Διώξ' την!

Η Ονούστους την κοίταζε με απορία. 

-Μεγάλο μπελά  βρήκα με δαύτην, σκέφτηκε, αλλά δεν άλλαξε τα σχέδιά της. Συνέχισε τη βόλτα της πάνω στο πολύχρωμο πάπλωμα της Σάσας. Έφτασε με το πάσο της μέχρι το στήθος της και πήρε τον ανήφορο για το λαιμό της. Η Σάσα σκούντησε τον Χρήστο έντρομη. 

- Ξύπνα Χρήστο! Άφησες την πόρτα του μπάνιου ανοιχτή; 

Ο Χρήστος δεν αποκρίθηκε. Κοιμόταν του καλού καιρού. Η Σάσα τεντώθηκε να φτάσει τον διακόπτη του πορτατίφ, αλλά αντί γι' αυτό, έριξε όλο το πορτατίφ στο πάτωμα.  Όμως, ούτε αυτός ο θόρυβος στάθηκε ικανός να ξυπνήσει τον Χρήστο. Έμεινε πλέον αβοήθητη στο έλεος της Ονούστους. Κι αφού δεν μπορούσε να σηκωθεί να γλυτώσει, έκλεισε τα μάτια και περίμενε.

Η Ονούστους χώθηκε κάτω από το πάπλωμα και την πιζάμα της Σάσας και θρονιάστηκε στο στομάχι της. Η Σάσα ένιωθε τα τριχωτά πόδια της να την γαργαλάνε.  Η αναπνοή της κόπηκε, αλλά η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Το δέρμα της έγινε μια τεντωμένη χορδή. Δεν ένιωθε τίποτα άλλο πέρα από τον απόλυτο τρόμο.

Και κάπου εκεί, η σκέψη της τρύπησε τα σκοτάδια και μπήκε βαθιά. Κατέβηκε σαν την Περσεφόνη στον Άδη της ψυχής της αποφασισμένη να αντιμετωπίσει τον θεό του Φόβου. Το μονοπάτι ήταν σκοτεινό και δύσβατο, οι αντοχές της ελάχιστες. Σερνόταν γιατί το πόδι της ήταν αχρηστευμένο και όταν κατάφερε να φθάσει μπροστά του, έμεινε κατάπληκτη από την ομοιότητα που είχε με την φριχτή αράχνη του μπάνιου της.

Μόνο που ο θεός του Φόβου ήταν τεράστιος, γεμάτος σκληρό χνούδι σε όλο του το κορμί. Είχε κεραίες στο κεφάλι του και μεγάλη κοιλιά. Τα πόδια του ήταν δυσανάλογα μακριά και λεπτά σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του. Δυο τεράστια μάτια στην κορυφή του κεφαλιού του την κοιτούσαν σταθερά σαν να μετρούσαν τις δυνάμεις της.

Φώναξε ξανά τον Χρήστο με όλη της τη δύναμη. Απάντηση δεν πήρε. Ήταν ολομόναχη. Ο τρομαχτικός θεός την πλησίασε απειλητικά. Έπρεπε κάτι να κάνει. Μάζεψε όλη της τη δύναμη, έσφιξε τα δόντια και πάτησε το χτυπημένο πόδι της σταθερά στο έδαφος. Στάθηκε όρθια. Ο πόνος μεταφέρθηκε σε όλο το σώμα της. Τρύπησε τον εγκέφαλό της πέρα ως πέρα. Το κορμί της νέκρωσε. Το ένιωθε  ασήκωτο βάρος που πλήγωνε ακόμα περισσότερο το χτυπημένο πόδι. 

-Ή εγώ, ή εσύ! φώναξε στον αραχνόμορφο θεό και όρμησε κατά πάνω του. Πάλεψαν πολλή ώρα. Άλλοτε τον έριχνε αυτή κάτω κι άλλοτε εκείνος. Ώσπου συνέβη κάτι παράδοξο. Η Σάσα αντί να κουράζεται, όσο περνούσε η ώρα, ένιωθε πιο ανάλαφρη και πιο δυνατή. Αντίθετα ο θεός Φόβος μίκραινε... όλο μίκραινε, μέχρι που δεν τον έβλεπε πια. 


                               

Το άλλο πρωί ξημερώθηκε στο κρεβάτι της. Ο ήλιος έμπαινε απ' το παράθυρο χλωμός. Ένας σπουργίτης την κοίταζε από το σύρμα της ΔΕΗ. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Έβαλε νερό στην καφετιέρα και άνοιξε το ραδιόφωνο. Μέχρι να πλυθεί και να ντυθεί, ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από παχιά, άσπρα σύννεφα. Σε λίγο, άρχισαν να πέφτουν νιφάδες χιονιού.

Ο σπουργίτης άφησε τη θέση του στο σύρμα και πέταξε μέχρι το παράθυρο. Η Σάσα το άνοιξε και του έριξε λίγα ψίχουλα ψωμιού που μάζεψε απ' το τραπέζι. Το πουλάκι έπεσε στο φαϊ τιτιβίζοντας.

Απόγευμα πια, λίγα λεπτά μετά τις έξι, άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα. 

-Χρήστο μου! φώναξε από την κουζίνα.

-Ήρθα!

-Τις παντόφλες σου!

-Ναι. Τα παιδιά;

-Μέσα είναι. Παίζουν. Το φαγητό είναι έτοιμο.

-Μισό να πλύνω τα χέρια μου.

-Έχω βάλει καθαρή πετσέτα.

-Την είδα.

-Άλλαξα και μάρκα στο σαπούνι. Βιολογικό!

-Χα...Χα. Το είδα!

-Είδες και την αράχνη κάτω από το ραφάκι της ντουζιέρας;

-Αράχνη; Και το λες έτσι; Nα την βγάλω έξω...

-Μπα... Άσ' την εκεί. Φαίνεται πως της αρέσει η υγρασία.





 



Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

H Αποφασιστική Στιγμή

 




Χρειάζεται να κάνουμε ένα μακρύ και βαθύ ταξίδι, προκειμένου να προσεγγίσουμε το έργο του σημαντικότερου φωτογράφου του εικοστού αιώνα, του "πατέρα" της φωτο-δημοσιογραφίας Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν.

Υπήρξε πραγματικός καλλιτέχνης και κυρίως, μέσα από τις φωτογραφίες του γνωρίσαμε ιστορικά γεγονότα που αλλιώς δεν θα είχαμε την ευκαιρία να τα καταγράψουμε στη μνήμη μας τόσο γλαφυρά. Ιστορικά γεγονότα λέγοντας εννοώ τον Ισπανικό Εμφύλιο, τον Μάη του '68, την Κινέζικη Επανάσταση. 

Αλλά όχι μόνον αυτά. Επίσης πορτραίτα μεγάλων προσωπικοτήτων και φωτογραφίες από ταξίδια του σε όλο τον κόσμο που απαθανάτισαν πολέμους, θύματα, αλλά και ανθρώπους της καθημερινότητας. Δηλαδή τη ζωή όπως συμβαίνει στον κόσμο.

Τι το διαφορετικό έκανε αυτός ο φωτογράφος από τους άλλους;

Βγήκε στο δρόμο για πρώτη φορά, έχοντας περασμένη στον καρπό του την φωτογραφική του μηχανή με τον νορμάλ φακό των 50 mm. Καμιά φορά και με έναν τηλεφακό των 90 mm. Τίποτα στημένο. Ούτε στούντιο, ούτε σκηνικά. Όλα ζωντανά και σουρεαλιστικά. 


Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν (22 Αυγούστου 1908 - 3 Αυγούστου 2004)


Έβγαζε τις φωτογραφίες του με έναν μοναδικό σκοπό, να απαθανατίσει την "αποφασιστική στιγμή". Δικός του αυτός ο ορισμός. Έτσι όρισε τις φωτογραφίες του δρόμου. 





Από την Ελλάδα


Σε πολλές φωτογραφίες του επικρατεί μια μεγάλη σιωπή ενώ συγχρόνως υποβόσκει μια νευρική ένταση. 

Αποτυπώνοντας τις στιγμές, στην ουσία, δηλώνει πως η ζωή είναι ήδη αλλού.

Φωτογράφισε τους φτωχούς στους δρόμους του Μεξικού το 1930 αλλά και στο Παρίσι και στη Μαδρίτη.



Πλήθος που περιμένει έξω από μια τράπεζα για να αγοράσει χρυσό κατά τις τελευταίες μέρες του Κουομιντάνγκ. Σαγκάη, Δεκέμβριος 1948.


Φωτογραφίες του Καρτιέ Μπρεσόν από την Ελλάδα


Ο Kartier Bresson  μας λέει:

" Εμείς οι φωτογράφοι ασχολούμαστε με πράγματα που συνεχώς εξαφανίζονται, και όταν έχουν εξαφανιστεί δεν υπάρχει καμμιά επινόηση στη γη που να μπορεί να τa κάνει να επιστρέψουν ξανά. Δεν μπορούμε να αναπτύξουμε και να εκτυπώσουμε μια μνήμη. Δεν υπάρχει κλειστή φιγούρα στη φύση. Κάθε σχήμα συμμετέχει με ένα άλλο. Κανένα πράγμα δεν είναι ανεξάρτητο από το άλλο. Tο ένα κάνει ρήμα με το άλλο, και το φως τους δίνει σχήμα.

Η φωτογραφία από μόνη της δεν μ' ενδιαφέρει. Θέλω μόνο να συλλάβω ένα λεπτό μέρος της πραγματικότητας.

Μέσω της ζωής ανακαλύπτουμε τους εαυτούς μας, την ίδια στιγμή που ανακαλύπτουμε τον κόσμο γύρω μας. Φωτογραφίζω σημαίνει, να βάζω στην ίδια γραμμή οπτικής της όρασης, το κεφάλι, το μάτι και την καρδιά.

Φωτογραφία σημαίνει, να κρατάς την αναπνοή κάποιου όταν όλα συγκλίνουν για να συλλάβουν την φευγαλέα πραγματικότητα. Είναι εκείνη ακριβώς η στιγμή που η κυριαρχία μιας εικόνας γίνεται μεγάλη σωματική και πνευματική χαρά"


Όταν τελείωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, βγήκε πάλι στους δρόμους και απαθανάτισε το συνολικό μείγμα ανακούφισης, εξάντλησης και θυμού που ακόμα αιχμαλωτίζουν το μάτι.

Άνθρωποι που κοιτάζουν ψηλά, τον ουρανό, άνθρωποι που τεμπελιάζουν στα πάρκα ή παίζουν σαν παιδιά.

Η δουλειά του καλύπτει τρεις δεκαετίες '30, '40, '50 και στηρίχτηκε πάνω στην κοινωνική του συνείδηση. Συνεργάστηκε με τον γίγαντα Ζακ Ρενουάρ στον κινηματογράφο. Γνώρισε τον Πικάσο και τον φωτογράφησε, όπως και πολλούς άλλους καλλιτέχνες. 


Ο μεγάλος ζωγράφος Ανρί Ματίς που σχεδιάζει στο σπίτι του ενώ τον παρακολουθούν τα κατοικίδια πουλιά του.




Υπάρχουν και κάποιες ήσυχες αισθησιακές εικόνες όπως οι γάμπες της συζύγου του, Μαρτίν Φράνκ, επίσης φωτογράφου, που βρίσκεται ξαπλωμένη σε έναν καναπέ. 




Μάης του 1968 στο Παρίσι. Ο Καρτιέ Μπρεσόν στήνεται σε μια άκρη και περιμένει τον "κατάλληλο" περαστικό για να τραβήξει αυτή την φωτογραφία. Στον τοίχο έχουν γράψει οι νέοι "Απολαύστε χωρίς περιορισμό". Η λέξη "Jouissez" έχει έντονη σεξουαλική χροιά. 

Είπε: 

"Στη φωτογραφία το μικρότερο πράγμα μπορεί να είναι ένα μεγάλο θέμα. Η μικρή ανθρώπινη λεπτομέρεια μπορεί να γίνει ένα έμβλημα".

"Yπάρχει μια στιγμή όπου το μάτι, η καρδιά και το μυαλό βρίσκονται σε μια ευθεία. Κι αυτή είναι η στιγμή που θα μας δώσει μια φωτογραφία που θα μετρήσει για την υπόλοιπη ζωή μας".

"Ο σουρεαλισμός είχε μια βαθιά επίδραση πάνω μου, και σε όλη μου τη ζωή έκανα ό,τι μπορούσα για να μην τον προδώσω ποτέ".

"Το "Magnum" είναι μια κοινότητα σκέψης, μια κοινή ανθρώπινη ιδιότητα, μια περιέργεια για το τι συμβαίνει στον κόσμο, ένας σεβασμός γι' αυτό που συμβαίνει, και μια επιθυμία να το μεταγράψουμε οπτικά". 


Ο πόλεμος τον βρήκε αιχμάλωτο των Γερμανών. Προσπάθησε να αποδράσει. Οι δύο πρώτες απόπειρες απέτυχαν αλλά η τρίτη το 1943, στέφτηκε με επιτυχία. Μετά αφιερώθηκε στη φωτογραφία.

Όλα όσα είπε σε σχέση με τον εαυτό του και την δουλειά του βρίσκονται συγκεντρωμένα στον βιβλίο "Η αποφασιστική στιγμή", εκδόσεις ΑΓΡΑ




Θα κλείσω αυτό το μικρό αφιέρωμα σ' αυτόν τον καλλιτέχνη - ορόσημο στο χώρο της φωτογραφίας με τα παρακάτω λόγια του. (απόσπασμα από την συνέντευξή του)

"Είναι ντροπιαστικό να σου απονέμουν βραβείο. Και το να είσαι διάσημος επίσης είναι ντροπιαστικό. Είσαι ευγνώμων, αλλά ντροπιαστικό. Για έναν αναρχικό, είναι ντροπιαστικό. Είμαι αναρχικός."

"Τι σημαίνει αναρχικός;"

"Η αναρχία είναι ηθική"

"Τι ηθική; Μπορείτε να ορίσετε την ηθική;"

"Είναι σαν ένα ταξίδι. Ο τρόπος που φέρεσαι, που πράττεις, που αγαπάς τελικά"

"Τελικά για την αγάπη"

"Απόλυτα! Εγκεφαλικά, πνευματικά και τελικά σωματικά"


Breson interview










Πηγές: https://leica-academy.gr/henri-cartier-bresson-h-apofasistikh-stigmh/
                            https://pro.magnumphotos.com/C.aspxVP3=CMS3&VF=MAX_2&FRM=Frame:MAX_3
Η αποφασιστική στιγμή εκδόσεις ΑΓΡΑ

Φωτογραφίες από το διαδίκτυο.



Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2023

«Για κείνον που γίνεται μοναχικός... »







" Για κείνον που γίνεται μοναχικός, αλλάζουν  όλες οι αποστάσεις και όλα τα μεγέθη..." Rainer Maria Rilke


Μιλώντας για μοναξιά γίνεται όλο και πιο σαφές ότι δεν πρόκειται για κάτι που μπορούμε να επιλέξουμε ή να απορρίψουμε. 

Είμαστε μόνοι. Μπορούμε να ξεγελούμε τον εαυτό μας ως προς αυτό, να κάνουμε σαν να μην είναι έτσι. Αλλά, αυτό είναι όλο. 

Είναι προτιμότερο ωστόσο να κατανοήσουμε ότι είμαστε μόνοι και να ξεκινούμε από εκεί. 
Ίσως βέβαια και να πάθουμε ίλιγγο, γιατί έτσι χάνονται όλα τα σημεία πάνω στα οποία ήταν συνηθισμένο να ακουμπά το βλέμμα μας, παύουν να υπάρχουν τα κοντινά πράγματα κι όλα τα μακρινά βρίσκονται απείρως μακριά.

Αίσθημα παρόμοιο μ' εκείνο που θα δοκίμαζε κάποιος ο οποίος, χωρίς να έχει προηγουμένως προετοιμαστεί ή να έχει περάσει από ένα μεταβατικό στάδιο, θα βρισκόταν ξαφνικά από το δωμάτιό του στην κορυφή ενός υψηλού βουνού.

Η τρομακτική ανασφάλεια, η εγκατάλειψη στο άγνωστο θα τον εκμηδένιζε σχεδόν. Θα φανταζόταν πως έπεφτε ή πως εκτοξευόταν στο διάστημα ή πως γινόταν χίλια κομμάτια. Το μυαλό του θα έπρεπε να εφεύρει ένα τεράστιο ψέμα για να μπορέσει να ξαναβρεί ή να ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά του.

Έτσι και για κείνον που γίνεται μοναχικός, αλλάζουν όλες οι αποστάσεις και όλα τα μεγέθη.

Πολλές απ' αυτές τις αλλαγές εμφανίζονται ξαφνικά και, όμοια με τον άνθρωπο που απ' τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται στην κορυφή του βουνού, γεννιούνται μέσα του πρωτόγνωρες φαντασιώσεις και παράξενες αισθήσεις που μοιάζει να αναπτύσσονται πέρα από τα μέτρα που μπορεί να αντέξει.

Rainer Maria Rilke, 1929, (παράθεση στο Έρως και Πάθος: Τα όρια της αγάπης και του πόνου, Aldo Carotenuto, εκδ. Ίταμος)