"Κοντεύω να γίνω "μικρός". Μικραίνει κανείς όταν ατέλειωτα βιάζει τον εαυτό του να είναι χωμένος σ' ένα μηχανισμό στενό και ανόητο."
Ίων Δραγούμης (Ζωγράφος: Ettore Tito - Con la rosa tra le labbra )
Kάποιοι άνθρωποι έρχονται στη ζωή μόνο και μόνο για να βοηθήσουν άλλους να θεραπεύσουν τα τραύματά τους.
Παρίσι 1918. Ο Αμεντέο, 33 χρονών, γνωρίζει τη Ζαν, 19 ετών σε ένα εργαστήρι ζωγραφικής.
Ο Αμεντέο μόλις έχει βγει από τη σχέση του με την μεγάλη Ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα.
Άννα Αχμάτοβα
Η σχέση του μαζί της υπήρξε θυελλώδης, παθιασμένη και άκρως τραυματική για την ποιήτρια. Επρόκειτο ευτυχώς για μια γυναίκα με συγκροτημένη προσωπικότητα, μεγάλη καλλιέργεια και αυτό στάθηκε αρωγός στην προσπάθειά της να προστατέψει τον εαυτό της από τον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα του.
Όταν συνειδητοποίησε πως η σχέση της με τον παράφορο και εγωπαθή Αμεντέο άρχισε να απειλεί σοβαρά την ψυχική της ισορροπία, τον χώρισε και γύρισε στον άντρα της.
Ρέκβιεμ
(Άννα Αχμάτοβα)
Κι εσύ νόμισες πως ήμουν από κείνες
που εύκολα κάποιοι ξεχνούν,
πως να πεθαίνω με λυγμούς και μ' οδύνες
σ' αλόγου από κάτω τις οπλές θα με δουν.
Ή πως μάγισσες θα τρέξω να βρω
σε νερό τα μαντζούνια να βάλουν
να σου δώσουν για δώρο φρικτό
μυρωδάτο μαντίλι θανάτου.
Την κατάρα μου να 'χεις λοιπόν.
Ούτε βόγκο, ούτε βλέμμα
της καρδιάς σου την πέτρα ν' αγγίξω,
μόνο όρκο στων αγγέλων τον κήπο,
στων θαυμάτων την εικόνα θα παίρνω
και στη φλόγα της νύχτας μαζί σου
πως ξανά την ψυχή σε σένα δεν φέρνω.
Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι - γιατί περί αυτού πρόκειται - λόγω των δικών του παιδικών τραυμάτων ήθελε να χρησιμοποιεί, να επιβάλλεται, να βασανίζει, να διώχνει και να έλκει συνεχώς τα πρόσωπα που τον εμπιστεύονταν και τον αγαπούσαν.
Έδειχνε να περιφρονεί τα χρήματα και τη δόξα αλλά υπέκυψε στον εμμονικό του ανταγωνισμό με τον σύγχρονό του Πικάσο. Όταν βρέθηκε σε ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική κατάσταση και χρειάστηκε άμεσα πολλά χρήματα, έβαλε τον εγωισμό του στην άκρη και δήλωσε συμμετοχή στον διαγωνισμό ζωγραφικής που θα συμμετείχαν μεταξύ των άλλων ο Πικάσο, ο Ντιέγκο Ριβιέρα (σύζυγος της Φρίντα Κάλο, ο Μωρίς Ουτριλό κ.λ.π.)
Βρισκόμαστε στο καφέ "Ροτόντ" του Παρισιού, (1919 ο Α' Παγκόσμιος πόλεμος έχει πια τελειώσει) ο Μόντι τα πίνει και συζητάει περί Τέχνης μαζί με την ελιτίστικη παρέα του, τον Πικάσο, την Φρίντα Κάλο, τον Κοκτώ και τον Ουτριλό.
Εκεί πάνω πέφτει η ιδέα ενός διαγωνισμού ζωγραφικής. Ο ανταγωνισμός του με τον Πικάσο ήταν ήδη γνωστός στον κύκλο τους.
Ο Αμεντέο δέχεται την πρόκληση και πέφτει με τα μούτρα στη ζωγραφική.
Η αγωνία του για το αποτέλεσμα που θα τον έκανε διάσημο και θα του έδινε τα χρήματα που τόσο είχε ανάγκη, τον αποδιοργάνωσε οργανικά και ψυχικά.
Ο οργανισμός του ήταν ήδη, από την παιδική του ηλικία, ευπαθής λόγω της φυματίωσης που ίχνη της κουβαλούσε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Παρά την εύθραυστη υγεία του εθίζεται στις καταχρήσεις: χασίς, αλκοόλ, αιθέρας.
Έτσι στήθηκε σιγά-σιγά ο μύθος.
Λέγεται πως έμπαινε στα καφέ με ένα μολύβι και χαρτί και αντάλλασσε σχέδια, που έκανε επιτόπου, με αλκοόλ. Άλλες φορές πάλι, αντάλλασσε πίνακες για ένα πιάτο φαγητό.
"Το πραγματικό σου καθήκον είναι να σώσεις το όνειρό σου"
Τον αποκαλούσαν Μοντί, που ακούγεται ίδιο με την γαλλική λέξη "maudit" που σημαίνει "καταραμένος".
Έτρεφε μεγάλη αδυναμία στα έργα του Νίτσε που τον οδήγησαν να πιστεύει πως ο μόνος δρόμος προς τη δημιουργία είναι η ανυπακοή και η αταξία.
Στα πορτραίτα του σχεδίασε τις γυναίκες με μακρύ λαιμό, λεπτές, γαλήνιες και χωρίς βλέμμα. Οι γυναίκες του Μοντιλιάνι δεν "βλέπουν".
Αλήθεια, τί είναι αυτό που δεν βλέπουν;
Τη δική του ψυχική ασθένεια, την καλά κρυμμένη παιδική του απόγνωση, την αγωνία του εξαφανισμού του ή τη δική τους γενναιότητα να ζουν και να μοιράζονται τα πάθη του και την διαστρεβλωμένη του αγάπη;
Κοιτάζοντας τους πίνακες του, αναρωτήθηκα γι' αυτές τις πιθανές σκέψεις τους. Καθισμένες ώρες ατελείωτες γυμνές ή ντυμένες μπροστά του, ήταν άραγε τόσο επιφανειακές όσο τις αποτύπωνε στους πίνακές του;
Αμεντέο Μοντιλιάνι
Η Άννα Αχμάτοβα το 'σκασε διαλέγοντας να ζήσει, έστω και τραυματισμένη. Στο κάτω - κάτω της γραφής ο πόνος της έγινε τροφή της τέχνης της.
Η Ζαν όμως;
Η Ζαν ήταν η τελευταία γυναίκα της ζωής του. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, την γνώρισε όταν εκείνη πήγε να παρακολουθήσει μαθήματα ζωγραφικής στο εργαστήρι που δίδασκε.
Ήταν μόλις 19 χρονών. Αγνή, καλλιεργημένη, καλομαθημένη, κόρη μιας εύπορης καθολικής οικογένειας και μεγαλωμένη με αυστηρά συντηρητικές αρχές.
Εκείνος, αντίθετα, καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Είχε γεννηθεί στο Λιβόρνο της Τοσκάνης και ήταν Εβραίος στο θρήσκευμα. Απείθαρχος, αυτοκαταστροφικός και άκρως εγωπαθής, έρμαιο των παθών του.
Τί ήταν η Ζαν για τον Αμεντέο; Μήπως ήταν μια άλλη Ζυστίν του ντε Σαντ; Και ο ίδιος ένας άλλος Ντολμανσέ; Ή μήπως η Πεντάμορφη και το Τέρας της Γκαμπριέλ ντε Βιλενέβ;
Δηλώνει: "Για να ζωγραφίσω μια γυναίκα πρέπει πρώτα να μου ανήκει."
Όσες δεν του ανήκαν ήταν οι τυχερές. Οι σταθερές ερωμένες του υπέστησαν την βίαιη συμπεριφορά του και έγιναν θύματα του παράφορου σχεδόν παρανοϊκού χαρακτήρα του.
Η Ζαν έπεσε στον παθιασμένο έρωτά του με τον ενθουσιασμό της πρώτης εμπειρίας. Η απόφασή της να μείνει μαζί του και να μοιραστεί την σκανδαλώδη ζωή του, την έφερε, όπως ήταν επόμενο, σε σύγκρουση με την οικογένειά της. Έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να την σώσουν απ' την επιρροή του. Δεν τα κατάφεραν. Ο Αμεντέο την παίρνει και κατεβαίνουν στην Νότιο Γαλλία (Κυανή Ακτή). Εκεί ζωγραφίζει τα καλύτερα έργα της ζωής του με μοναδικό μοντέλο την όμορφη μελαγχολική Ζαν. Φιλοτέχνησε 25 πορτραίτα της. Μετά το θάνατό του, έγιναν από τους πιο δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένους πίνακες παγκοσμίως.
Η Ζαν μένει έγκυος στο πρώτο τους παιδί, ένα κοριτσάκι που του δίνουν το όνομά της: Ζαν
Ζουν μέσα σε αβάσταχτη φτώχεια. Υπομένει καρτερικά τα πάντα από εκείνον: τα ξεσπάσματά, τις ταπεινώσεις. Τον μαζεύει από τα καπηλειά, τους καυγάδες, τους δρόμους, τα κατώγια με τους ψεύτικους παραδείσους των ναρκωτικών και τον φέρνει πίσω στο σπίτι, στο σπίτι τους που δεν το εγκατέλειψε ποτέ ακόμα κι όταν εκείνος την έδιωχνε τυφλωμένος από τον εγωισμό και το μεθύσι του.
Στα γυμνά του, το δέρμα της γυναίκας είναι χρυσαφί
Μέσα σ' αυτόν τον ζοφερό πίνακα της προσωπικότητάς του, ξεχωριστή θέση κρατούσε και η απιστία. Έτρεφε μεγάλη αδυναμία στον αγοραίο έρωτα. Κανένας φραγμός στα πάθη του. Αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, άγρια ένστικτα, επιθετική αντιμετώπιση της ζωής και των άλλων ανθρώπων λες και ήθελε να τον μισήσουν, να τον απορρίψουν για να τον αγαπήσουν τελικά όπως ήταν.
Μυστήριο η ανθρώπινη ψυχή. Και θύμα του η αγνή, χορτασμένη από αγάπη, Ζαν. Ταξικό μίσος, πάθος ερωτικό και συναισθηματική εξάρτηση έπλεξαν μέσα στην καρδιά του έναν παράφορο χαρακτήρα που ήθελε να επιβάλλεται πάνω σε ό,τι λαχταρούσε περισσότερο να έχει: την αγνότητα.
Τα έργα του, όσο ζούσε, δεν ήταν δημοφιλή γιατί ξέφευγαν εντελώς από τα πρότυπα της εποχής.
Το γεγονός αυτό τον έριχνε στην απελπισία και τον ωθούσε σε βίαια ξεσπάσματα. Παρέμεινε μέχρι το τέλος του διώκτης του ίδιου του εαυτού του. Οδηγήθηκε σιγά -σιγά σε κρίσεις παράνοιας.
(Οι καμπύλες λείες, η μέση λεπτή, τα μαλλιά λάμπουν. Ο ερωτισμός ξεχειλίζει. Φιλοτεχνεί τις γυναίκες ήρεμες, νωχελικές και απλές, με γερμένο κεφάλι και χάρη στις κινήσεις.)
Μόνιμη έλξη ασκούσε μέσα του ο ανταγωνισμός και η αντιπαλότητα που έτρεφε για τον Πικάσο. Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία αλλά δεν έλειπε και ο μεγάλος θαυμασμός του ενός για τον άλλον. Ο Πικάσο ήταν ήδη πετυχημένος και αυτό το πλεονέκτημα έναντι του άσημου Μοντιλιάνι του έδινε την άνεση να διασκεδάζει με τα καμώματα του εμμονικού φίλου του. Οι προκλήσεις μεταξύ τους έδιναν και έπαιρναν. Η υπεροψία του Πικάσο διαόλιζε κυριολεκτικά τον Μοντιλιάνι που δεν δίσταζε να απαντάει σ' αυτές με το ίδιο πάθος.
Μοντιλιάνι και Πικάσο
Ωστόσο, προσπάθησε να τον βοηθήσει κάποιες φορές. Μια απ' αυτές πλήρωσε την εγγύηση για να βγει από την φυλακή και μιαν άλλη τον έφερε σε επαφή με τον μεγάλο ζωγράφο Ωγκυστ Ρενουάρ. Ο ηλικιωμένος Ρενουάρ είπε αργότερα:
"Kάποτε τον είδα να χορεύει δίπλα στο άγαλμα του Μπαλζάκ.Τόσο όμορφο το πρόσωπό του...τόσο αέρινα τα χέρια του! Όπως κουνιόταν ήταν σαν να χαμογελάει. Ήταν όλα, όσα ήμουν κάποτε εγώ. Έτσι, έκλεψα αυτή την στιγμή και την κλείδωσα στο μυαλό μου για να μου δίνει κουράγιο στις τελευταίες μου μέρες."
Ζαν Εμπιτέρν Αμεντέο Μοντιλιάνι
Τον Ιανουάριο του 1920, το Παρίσι έσφυζε από ζωή. Η Πόλη του Φωτός έλαμπε κυριολεκτικά κάτω από τα φώτα μιας ξέφρενης δημιουργίας. Συγγραφείς, γλύπτες, ζωγράφοι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, όλοι η αφρόκρεμα της διανόησης ήταν συγκεντρωμένη στο Παρίσι. Τα καφέ ήταν τόποι συνάντησης και συζητήσεων. Όλοι έδιναν το "παρών" τους προσδοκώντας μια ευκαιρία για να ξεχωρίσουν.
Ο Μοντιλιάνι είχε να περάσει μέρες από το στέκι του. Οι φίλοι του τον αναζήτησαν στο σπίτι του. Τον βρήκαν στην αγκαλιά της Ζαν να καίγεται από τον πυρετό. Η εύθραυστη υγεία του δεν άντεξε τελικά στις κακουχίες και στις καταχρήσεις που αλόγιστα της επέβαλε. Η
Ζαν ήταν εννέα μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους.
Με δυσκολία τον πήραν από την αγκαλιά της και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή από φυματίωση, μια αρρώστια που είχε ήδη σακατέψει το μεγαλύτερο μέρος των πνευμόνων του.
Η Ζαν επέστρεψε αναγκαστικά στην οικογένειά της, που την δέχτηκε πίσω παρ' όλη την "ανήθικη" διαγωγή της. Την επομένη μέρα της κηδείας πήδηξε στο κενό από τον πέμπτο όροφο, παίρνοντας μαζί της στο θάνατο και το μωρό που κυοφορούσε. Δεν άντεξε τον χαμό του.
Η
οικογένειά της δεν επέτρεψε να ταφεί μαζί
με τον έρωτα της ζωής της, τον Αμεντέο της.
Αργότερα
όμως, το 1930, δέκα χρόνια μετά, υποχώρησαν και δέχτηκαν να μεταφερθούν τα οστά
τους σε κοινό τάφο. Πάνω στην επιτύμβια στήλη χαράχτηκαν για τον Αμεντέο και τη
Ζαν τα εξής λόγια:
Αμεντέο Μοντιλιάνι:
"Χτυπήθηκε από τον θάνατο την στιγμή της δόξας του."
Για
την Ζαν Εμπιτέρν προστέθηκε η επιγραφή:
"Αφοσιωμένη
σύζυγος ακόμα και στην υπέρτατη θυσία"
"Ζαν" Με αυτόν τον πίνακα κέρδισε τον διαγωνισμό ζωγραφικής. Θέμα τoυ: Η Ζαν. Ο Πικάσο συμμετείχε με πίνακα που απεικόνιζε τον ίδιο τον Μοντιλιάνι.
(O πίνακας του Πικάσο με τίτλο: "Μοντιλιάνι" )
"Θα ήθελα η ζωή μου να ήταν ένα πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη"
"Όταν γνωρίσω την ψυχή σου, θα ζωγραφίσω τα μάτια σου"
Το 2004, κυκλοφόρησε η ταινία του Μικ Ντέιβις με θέμα τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του Μοντιλιάνι. Στον ρόλο του Μοντιλιάνι ο καταπληκτικός Άντι Γκαρσία.
Τις ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές νύχτες, ο ουρανός στέλνει στη γη πολλά από τα αστέρια του.
Είναι οι πυγολαμπίδες!
Τα μικρά εντομάκια με το γλυκό φως στον ποπό τους που στολίζουν σαν μαγικά λαμπιόνια τα χωράφια των ανθρώπων, τα δάση, τους θάμνους και μετατρέπουν τη γη τις νύχτες, σε χώρα παραμυθιού.
Είναι τα πιο εντυπωσιακά ερωτικά έντομα αφού "ανάβουν" στο λυκόφως για να προσελκύσουν συντρόφους και τη λεία τους.
Είχα την τύχη να τις δω με τα μάτια μου όταν ήμουν παιδί.
Έχω και τη μαρτυρία της κόρης μου που τις είδε στα περίχωρα των Ιωαννίνων να έχουν καλύψει μεγάλες σπαρμένες εκτάσεις και να στολίζουν ακόμα και τα παράθυρα αυτοκινήτων.
Σήμερα όμως είναι δύσκολο να τις δει κανείς.
Έχουν γίνει πια σπάνιες αφού οι καταστροφές των δασών και τα φάρμακα με τους συχνούς ψεκασμούς τις έχουν σχεδόν εξαφανίσει.
Όσοι έχετε χωράφια και τα κρατάτε μακρυά από τα χημικά, ίσως καταφέρετε μια νύχτα της άνοιξης ή του καλοκαιριού να τα δείτε να μεταμορφώνονται, απ' τους φωτεινούς εραστές, σε ουρανούς με εκατομμύρια αστέρια.!!
Μεσημέρι. Στην κουζίνα. Εσύ έκανες δουλειές στον νεροχύτη. Εμείς διαβάζαμε για το σχολείο. Ο Νίκος πάντα βαριόταν. Παρατούσε το διάβασμα κι έλυνε στα κρυφά την ποδιά σου. Έπεφτε στο πάτωμα. Έσκυβες, τη μάζευες, την έδενες ξανά, τον μάλωνες. Δε σ'άκουγε ποτέ. Έκανε ξανά και ξανά το ίδιο. Κι εσύ τη μάζευες ξανά απ' το πάτωμα, την έδενες στη μέση σου και συνέχιζες τη δουλειά σου. Σας παρατηρούσα αμίλητη. Κατέγραφα με το νου τη σκηνή που μοιραζόσασταν οι δυο σας. Ήταν ο μυστικός σας κώδικας, εκείνος να σου λέει "Μάνα σ' αγαπάω", κι εσύ να του απαντάς "Το ξέρω Νικολό μου".
«Το γράψιμο ξεκινά μέσα στο σώμα σου, είναι η μουσική του
σώματος, κι έστω κι αν τα λόγια έχουν νόημα, αν μπορούν μερικές φορές να έχουν
νόημα, η μουσική των λόγων βρίσκεται εκεί όπου αρχίζουν τα νοήματα. “Ο Αόρατος” γράφτηκε σαν φούγκα, εγώ απλώς
ακολουθούσα τη μουσική»
Θυμάμαι πως από μικρή, δεν μου αρκούσε μόνον να διαβάζω ένα βιβλίο αλλά προσπαθούσα να γνωρίσω όσο γίνεται περισσότερα πράγματα και για τον χαρακτήρα και τις ιδιαιτερότητες του συγγραφέα του. Ο χαρακτήρας βέβαια του συγγραφέα δεν πρέπει να επηρεάζει τη γνώμη μας για το έργο του. Συνήθως μεγάλοι συγγραφείς δεν υπήρξαν και μεγάλοι ή έστω καλοί άνθρωποι. Παρ' όλα αυτά όμως πάντα με γοήτευε να γνωρίσω τον άνθρωπο πίσω από τον συγγραφέα. Ο Πολ Όστερ με κέρδισε εξ αρχής με το βλέμμα του. Το πρώτο πράγμα που προσέχεις πάνω του είναι το βλέμμα του. Βαθύ, διεισδυτικό, τρυπώνει στην ψυχή σου και σε αφοπλίζει πριν καν γνωρίσεις τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Πολ Όστερ είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς Αμερικανούς συγγραφείς στην Ευρώπη. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού παγκοσμίως. Έχει δώσει άπειρες συνεντεύξεις αλλά θα σταθώ σε μια που έδωσε το 2014 εδώ, στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του με τον τίτλο " 4321". Είχε πολύ ενδιαφέρον ν' ακούσει κανείς όλα όσα είχε να πει για τη ζωή του, τη χώρα του, τις απώλειες και τον έρωτα. Υπήρξε αφάνταστα γενναιόδωρος, γοητευτικός,
αφοπλιστικός, ειλικρινής, άμεσος και ευθύς. Παρακολουθώντας αυτή την συνέντευξη κράτησα κάποιες σημειώσεις που τώρα μου δίνουν τη δυνατότητα να σκιαγραφήσω τον άνθρωπο-συγγραφέα όπως εγώ τον ένιωσα.
Γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1947 στο Νιου Τζέρσεϊ. Συνηθίζει να γράφει πρώτα χειρόγραφα και κατόπιν σε
γραφομηχανή.
Ξεκίνησε γράφοντας ιστορίες για το μπέιζμπολ με το ψευδώνυμο
Πολ Μπέντζαμιν.
Το πρώτο του ενδιαφέρον για το γράψιμο το πυροδότησε μια τυχαία συνθήκη, όταν δηλαδή η οικογένειά του, που ουδεμιά σχέση είχε με την λογοτεχνία, κληρονόμησε τη βιβλιοθήκη του θείου του. Εκεί, είχε για πρώτη φορά την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με τον κόσμο της λογοτεχνίας και να ξεκινήσει το ενδιαφέρον του για το γράψιμο.
«Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να γράφουν και να διαβάζουν ιστορίες. Είναι κάτι ανεξάντλητο, δεν με πτοούν τα κινητά και τα e-mails. Οι άνθρωποι πεινούν για ιστορίες. Όποια μορφή κι αν έχουν πια. Η συγγραφή απαιτεί χρόνο και γερό στομάχι. Το να γράφεις και να ζεις όλη τη μέρα σ’ ένα δωμάτιο με δαίμονες, δεν είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να μεγαλώνει κανείς. Χρειάζεσαι έναν πολύ σκληρό καταναγκασμό για να γίνεις συγγραφέας.»
"Η εποχή μας έχει χάσει τις ισορροπίες της, ζούμε σε ταραγμένους καιρούς. Και στις
ΗΠΑ τα πράγματα δεν είναι καλύτερα, τα πανεπιστήμια είναι πανάκριβα, οι νέοι
για τις σπουδές τους χρειάζονται μια περιουσία, δανείζονται συνήθως για να
σπουδάζουν και αυτό είναι το τραγικό, φανταστείτε ένα μικρό παιδί να ξεκινά τη
ζωή του ήδη χρεωμένο. Όμως η πτώχευση δεν είναι το τέλος! Είναι απλώς μια νέα
αρχή! Οι μισοί Αμερικανοί είναι παρανοϊκοί και οι
υπόλοιποι έχουν χαμηλό διανοητικό επίπεδο, η λογική τους δεν διαφέρει από αυτή
των τζιχαντιστών"
Το παράδοξο και οι συμπτώσεις, το τυχαίο, είναι κάτι που το
έχει βιώσει κατ’ επανάληψη στη ζωή , σε σημείο που στάθηκε ικανό να τροφοδοτήσει και την έμπνευσή του:
«Ο πατέρας μου έπεσε από την οροφή ενός τετραώροφου,
πενταώροφου κτιρίου. Την πτώση του ανέκοψε ένα μπουγαδόσκοινο και δεν έπαθε
τίποτα, όμως, την ίδια χρονιά κάποιοι γείτονες έβαφαν το σπίτι τους και κάποιος
έπεσε και πέθανε».
«Η γιαγιά μου είχε σκοτώσει τον παππού, τη θυμάμαι με φόβο
χωρίς ακόμα να γνωρίζω τίποτε για τον φόνο. Αυτός είχε φύγει με μια άλλη γυναίκα κι
επέστρεψε. Κι εκείνη χωρίς να πει τίποτα πήρε το όπλο και ξαφνικά τον
σκοτώνει. Από τα πέντε παιδιά τους δεν μιλούσε κανείς, τα ξαδέλφια δεν ξέραμε
τίποτα κι όταν ρωτούσα τον πατέρα μου πως πέθανε ο παππούς, πότε μου έλεγε πως
σκοτώθηκε στον πόλεμο, πότε πως έπεσε και άλλοτε πως σκοτώθηκε σε κυνηγετικό ατύχημα. Την
αλήθεια την έμαθε μια εξαδέλφη μου σε ένα αεροπορικό ταξίδι «Πώς λέγεστε; Όστερ;
Από πού είστε; Α, είστε συγγενής μ’ εκείνη την κοκκινομάλλα τρελή που στις
αρχές του αιώνα είχε σκοτώσει τον άντρα της!»
Το περίεργο είναι ότι στους γονείς μας δεν το είπε κανείς κι
όταν το έγραψα στην "Επινόηση της μοναξιάς", βέβαια, δεν ζούσε ο πατέρας μου αλλά
θύμωσε ο θείος μου (! ) επειδή διαβάλλω, όπως είπε, την οικογένεια.
«Όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρόνων, το καλοκαίρι του 1961 στην
κατασκήνωση είχα την πρώτη εμπειρία θανάτου. Περνούσαμε κάτω απ’ τον φράκτη και
τον διπλανό μου τον σκότωσε κεραυνός, πέντε έξι δευτερόλεπτα να είχα
καθυστερήσει και θα ήμουν στη θέση του εγώ! Τότε δεν ήξερα ότι είχε πεθάνει,
όμως ήταν τελικά ο πρώτος νεκρός. Μπορεί να μην έχω ζήσει πολέμους, οι δικοί
μου να μη βασανίστηκαν και εγώ να θεωρούμε τυχερός, έχω ζήσει μια ήσυχη και
συνηθισμένη ζωή, όμως εκείνη η ημέρα ήταν η δική μου εκδοχή πολέμου»
«Τελικά, όλοι δεν είμαστε δούλοι του έρωτα;»
«Για τον Άμλετ και τον Δον Κιχώτη: «Είναι πάντα παρόντες και
ζωντανοί»
«Η λογοτεχνία είναι υπερεθνική!»
«Η τραγωδία ξεσπά εκεί που είμαστε ήσυχοι και όλα φαίνονται
μια χαρά, ενώ όταν είσαι πεσμένος είναι η ώρα για να συμβεί μια κωμωδία»
«Το να γράφεις λογοτεχνία σημαίνει μια ζωή μοναξιά, χωρίς
χρήματα ενδεχομένως και χωρίς αναγνώστες.
Δεν θα το συνιστούσα σε κανέναν.
Ωστόσο αν επιμένει κάποιος “επειδή δεν γίνεται αλλιώς”, να το ξέρει ότι ο
καθένας πορεύεται μόνος του, δεν υπάρχουν συνταγές και κανόνες.
Συγγραφέας δεν
επιλέγεις να είσαι αλλά σε επιλέγει αυτό, ήταν πολλές οι φορές που σκέφτηκα να
τα παρατήσω. Αλλά πάντα ήξερα ότι ήταν η μοίρα μου, παρότι οι γονείς μου δεν
είχαν καμία σχέση με την τέχνη και τη γραφή». Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία: Πολ Όστερ
Η "Πιετά" (Έλεος) Βρίσκεται στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό. Είναι το πρώτο έργο του Μιχαήλ Αγγέλου και το φιλοτέχνησε όταν ήταν περίπου 20 χρονών!!
Το «Ω
γλυκύ μου έαρ» είναι το μοιρολόι της Παναγίας, η έκφραση του πόνου
της για τον επίγειο θάνατο του υιού της. Ο ύμνος είναι κορυφαίος ως μελωδία και
ως λόγος και έχει ενδιαφέρον η κατά λέξη εννοιολογική ανάλυσή του.
Προσφωνεί
το Τέκνον της έαρ, άνοιξή μου. Η λέξη έαρ είναι αρχαία ελληνική, ενώ στη
μεσαιωνική Ελλάδα χρησιμοποιείτο η λέξη άνοιξις. Προέρχεται από το ρήμα
ανοίγνυμι, ανοίγω, διότι είναι η εποχή που ανοίγουν τα άνθη και τα μάτια των
φυτών, για να αναπτυχθούν. Η λέξη έαρ πρωτοαπαντάται στα ομηρικά έπη. ΄Εχει
κοινή ινδοευρωπαϊκή ρίζα με το λατινικό -ver, από όπου προέρχονται λέξεις όπως
prima-ver-a, η άνοιξη στα ιταλικά και στα ισπανικά.
Η λέξη τέκνον προέρχεται από τον αόριστο β΄
του αρχαίου ελληνικού ρήματος τίκτω, το οποίο αναφέρεται ακριβώς στην πράξη της
γέννησης από τη μήτρα της μητέρας, εξού και η λέξη τοκετός. Τέκνον – τίκτω,
μήτρα – μητέρα άμεσες αναφορές στο σπλάχνο, στη ζωή που δημιουργείται μέσα στο
σώμα της γυναίκας και άρα στην οδύνη του χαμού του.
«Γλυκύτατόν
μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;» Η
Παναγία συνεχίζοντας το θρήνο της αναφέρεται στο τραγικό γεγονός χρησιμοποιώντας
τη λέξη έδυ, τον αόριστο του ρήματος δύω, υπονοώντας πως ο Ιησούς ήταν
φωτοδότης ως ήλιος. Εμβαθύνοντας στην ερμηνεία μπορεί να δει κανείς πως ο ήλιος
δεν χάνεται. Χάνεται μόνο από τα μάτια μας, δύει προσωρινά. Ανατέλλει όμως την
επόμενη μέρα ολόλαμπρος. Η φράση καταλήγει σε ερωτηματικό, το αγωνιώδες ερώτημα
της μάνας που χάνει το τέκνο της. Πού έδυσες, πού έδυσε το κάλλος σου;
Το κάλλος ήταν βασική έννοια στην αρχαία
Ελλάδα. Η φυσική ομορφιά είχε συνάρτηση με την ψυχική και την πνευματική, την αρετή
του πολίτη και το αγαθό. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν συλλάβει την ιδέα ότι το σώμα
εκφράζει, με την έννοια ότι δίνει μορφή και εξωτερικεύει, την ψυχή και τις
αξίες του ανθρώπου. Το κάλλος επομένως είναι η αρχαία ελληνική έκφραση της
ωραιότητος της ανθρώπινης ψυχής, που στην αρχαία ελληνική σκέψη καθρεφτιζόταν
στην ωραιότητα του σώματος.
Οι τρεις πρώτοι στίχοι είναι το ξέσπασμα του
πόνου της μητέρας. Στον τέταρτο στίχο όμως η Παναγία μεταστρέφεται, αναγνωρίζει
ότι ο υιός της είναι στην ουσία Υιός Θεού,
είναι
παντάναξ, βασιλεύς των πάντων. Η λέξη είναι σύνθετη, από τη μυκηναϊκή λέξη
άναξ, που σημαίνει τον βασιλέα στις πινακίδες της αρχαιότερης αναγνωσμένης
ελληνικής γραφής, της Γραμμικής Β. Άναξ ήταν ο ανώτατος άρχων στα μυκηναϊκά
ανακτορικά κέντρα (1600-1100 π.Χ.) Η λέξη βασιλεύς, όπως φαίνεται από την
ανάγνωση αυτών των πινακίδων υπήρχε ήδη τότε, αλλά σήμαινε τον στρατιωτικό
διοικητή και μόνο αργότερα, στα ομηρικά έπη, απέκτησε τη σημερινή σημασία της.
Εδώ λοιπόν χρησιμοποιείται ο αρχαϊκότερος τύπος της έννοιας του βασιλιά.
Η Παναγία εδώ προσφωνεί τον υιό της ως Θεό, ως
Θεό της, αναγνωρίζοντας τον υπέρτατο ρόλο Του. «Θεέ μου πλαστουργέ μου». Η λέξη
πλαστουργός προέρχεται από το ρήμα πλάθω και το έργο, δηλώνοντας ξεκάθαρα πως
ολόκληρη η πλάση είναι έργο του Θεού. Όμως το ανθρώπινο μητρικό στοιχείο είναι
πολύ έντονο στην Παναγία, ώστε απευθυνόμενη στον Υιό του Θεού και Θεό της
ρωτάει με απόγνωση: «πώς πάθος κατεδέξω;» «πώς καταδέχτηκες να υποστείς τα
Πάθη;».
Στον επόμενο στίχο αποδέχεται την ανθρώπινη
πραγματικότητα. Ο τάφος, ο ανθρώπινος χρόνος -το πρωί, τα έθιμα ταφής ως
έκφραση της ευγνωμοσύνης, της λατρείας.
«Έρραναν
τον τάφον αι μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.» Οι μυροφόρες ήρθαν πρωί πρωί και ράντισαν με
αρώματα τον τάφο Σου. Τα μύρα που ως πνοές διαχέονται.
Στην τελευταία στροφή γίνεται η συναισθηματική
αποστασιοποίηση και η αναγνώριση του θεϊκού θελήματος.
«Ω Τριάς
Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.»
Οι τελευταίοι στίχοι δε λέγονται πια από την
Παναγία, αλλά από εμάς σε διάλογο μαζί της. «Ιδείν
την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον τους δούλους σου». «Αξίωσε,
Παρθένε, εμάς τους δούλους σου να δούμε την Ανάσταση του Υιού σου».
Δεν είναι απίθανο οι βυζαντινοί μαΐστροι που
συνέθεσαν αυτόν τον ύμνο να επηρεάστηκαν από τους αρχαίους ελληνικούς ύμνους
στην Περσεφόνη, την κόρη της θεάς Δήμητρας που άνοιξη την έκλεψε ο Άδης
εξαφανίζοντάς την στον Κάτω Κόσμο. Ξέφρενη η μητέρα της, η θεά της γονιμότητας
της γης, την αναζητούσε παντού και για εκδίκηση άγονα έμεναν τα χωράφια. Ώσπου
σε συμφωνία με το Δία κάθε άνοιξη ανέβαινε η Περσεφόνη στον Απάνω Κόσμο και οι Έλληνες γιόρταζαν τα Μικρά Ελευσίνια.
Η άνοιξη της γης, η μύηση της ψυχής, η
διάνοιξή της στο θείο. Δε γνωρίζω σε κάποια περιοχή της Ελλάδος να προσφωνούμε
τα παιδιά με την τρυφερή έκφραση άνοιξή μου, αυτός όμως ήταν ένας χαρακτηρισμός
που οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν στην Περσεφόνη.
Στον ομώνυμο ορφικό ύμνο η Περσεφόνη
αποκαλείται εαρινή. Δικαίως, διότι σύμφωνα με το μύθο η άφιξή της στον Επάνω
Κόσμο έφερνε το έαρ, την άνοιξη. Η περαιτέρω λεξιλογική ανάλυση δείχνει όντως
επιρροές από θεμελιώδεις αρχαίες ελληνικές έννοιες. Εκτός από την τρυφερή
προσφώνηση έαρ, ο ύμνος χρησιμοποιεί την αρχαία ελληνική έννοια του κάλλους,
του φωτοδότη – ζωοδότη Ηλίου που δύει, όπως και την αρχαϊκότερη λέξη παντ+άναξ.
Οι τυχόν αρχαιοελληνικές επιρροές περιορίζονται στους πρώτους στίχους, στον
ανθρώπινα μητρικό θρήνο της Παναγίας. Οι υπόλοιποι στίχοι ξεκάθαρα διαπνέονται
από έννοιες της Ορθοδοξίας.
Ως προς τη μελωδία τα κείμενα έχουν συντεθεί
σύμφωνα με τη ρυθμοτονική της βυζαντινής υμνογραφίας, όπου πους είναι η λέξη.
Δηλαδή, ενώ στην αρχαία ελληνική μουσική πους είναι η ρυθμική μονάδα που με
συνδυασμό μακρών και βραχέων συλλαβών δημιουργεί το ρυθμό, στη βυζαντινή οι
κανόνες της ομοτονίας και
ισοσυλλαβίας
έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Συγκεκριμένα, εάν σιγοψιθυρίσει κανείς τη μελωδία «Ω
γλυκύ μου έαρ», θα παρατηρήσει ότι η τονική έμφαση δίνεται σε κάθε μία λέξη
χωριστά ανεξαρτήτως του μεγέθους και των συλλαβών της, ότι δεν υπάρχει σε κάθε
στίχο ένας ρυθμός που επαναλαμβάνεται και ότι ανάλογα με το νόημά τους οι
λέξεις τονίζονται και χρωματίζονται μουσικά.
Γενιές, αιώνες τώρα, τραγουδούν πάνω στα
βήματά τους στη γη το «ω γλυκύ μου έαρ» κι ύστερα χάνονται. Όμως δεν είναι οι
αντιφωνήσεις αιώνων που κάνουν τόσο συγκλονιστική τη συμμετοχή μας στην
Περιφορά του Επιταφίου. Είναι η συντροφευμένη πορεία στη διάσχιση της νύχτας, είναι
ο κοινός θρήνος για τα πεπρωμένα της ανθρώπινης ζωής, οι συναντήσεις μέσα από
τις ταπεινές φλόγες των κεριών, η συναίσθηση του δέους μπροστά στο θείο, είναι
η ελπίδα της Ανάστασης που κάνουν το «Ω γλυκύ μου έαρ» να μετατρέπεται σε ένα
συναίσθημα γλυκιάς άνοιξης; Σαν οι καρδιές άφοβα ν’ ανοίγουν και στη δροσιά της
νύχτας υπερβατικά να ενώνονται -με την άχνα των κεριών και το άρωμα των μύρων-
σε μια πνοή αγάπης.
Κάποιοι άνθρωποι δεν τρελαίνονται ποτέ. Εμένα, αντίθετα, μου συμβαίνει συχνά. Όταν δεν επικοινωνώ με τους ανθρώπους, αρχίζω να μιλάω με τα πράγματα και τα ζώα. Και τι δεν έχω μάθει από τούτες τις συνομιλίες μας! Έμαθα για παράδειγμα πως νιώθει η γαρυφαλλιά που άνθισε πρόωρα και ταλαιπωρείται απ' το κρύο, η γάτα μου όταν της απαγορεύω να πιει απ' το ποτήρι μου, ακόμα και η νυχτοπεταλούδα, όταν κολλάει έξω απ' το τζάμι μου ενώ
ποθεί να μπει μέσα.
Χθες ζωγράφισα ένα δρομάκι. Το κοιτούσα και σκεφτόμουν: "τι είναι ένα δρομάκι χωρίς κάποιον να το περπατήσει;" Μπήκα στη ζωγραφιά και το περπάτησα, να δώσω νόημα στην ύπαρξή του.
Γιατί ένας δρόμος που δεν τον περπατάει κανείς, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Καλύτερα να τον καλύψoυν τα ξερόχορτα. Ένας δρόμος πάντα κάπου οδηγεί. Ακόμα και το αδιέξοδο κάτι λέει. "Γύρνα πίσω!"
Κοιτάζω απ' τις γρίλιες τη βροχή που πέφτει. Το βλέμμα μου, παντοτινός φυλακισμένος αυτής της πόλης, αιχμαλωτίζει τη φωτεινή της δέσμη μπροστά απ' τη λάμπα του δρόμου. Ο δρόμος ποτάμι. Ένα βρεγμένο σκυλάκι μάταια προσπαθεί να χωρέσει κάτω από τον κάδο των σκουπιδιών. Η νυχτοπεταλούδα με κοιτάζει εκστατική. Ακολουθεί απρόθυμα το δάχτυλό μου που σχεδιάζει κύκλους πάνω στο νοτισμένο τζάμι. Προσπαθεί να βρει ένα άνοιγμα, να μπει μέσα. Μισανοίγω το παράθυρο. Διστάζει. Αμφιβάλει για την απρόσμενη ευκαιρία. Όχι για πολύ. Τρυπώνει και πετάει προς το φως του πορτατίφ. Αλλάζει γνώμη, λοξοδρομεί και προσγειώνεται απαλά στο γείσο του ποτηριού μου. Ακροβατεί για λίγο- κομψή χορεύτρια πάνω στις πουέντ της- και, πριν προλάβω να τη σταματήσω, πέφτει στο νερό με απλωμένα τα φτερά. Επιπλέει περιμένοντας τη σωτηρία της. Πόσες ευκαιρίες έχει μια νυχτοπεταλούδα να σωθεί από πνιγμό; Από κάπου ακούγεται το κελάρυσμα μιας πηγής.
Πηγή; Το νερό της υδρορροής, στήνει σενάρια με τη φαντασία μου.
Τελευταία σκέφτομαι τη νεότητα. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τη νεότητα αλλά για τις μεγαλύτερες ηλικίες των ανθρώπων... Πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται πιο συχνά για το νόημα της ζωής. Κοινότοπο θέμα. Παραμένει όμως αναπάντητο. Προσδοκίες, προσπάθειες, ένα "αχ.." ένα "ζήτω!" ένα "μπα.." και περνούν τα χρόνια χωρίς να έχω σιγουρευτεί ακόμα για το νόημα της ζωής. Ό,τι κι αν έχει ειπωθεί, καλύπτει μόνον την ανθρώπινη αγωνία. Ο δημιουργός ακόμα σιωπά κι ο θάνατος έχει τον τελευταίο λόγο.
Βγάζω τη νυχτοπεταλούδα μου απ' το νερό. Την αφήνω να στεγνώσει ήσυχα στο φως του πορτατίφ. Μένει εκεί ασάλευτη, σχεδόν φοβισμένη, μα ξαφνικά, πετάει ορμητικά προς το φως.
Γιατί να μην είναι τούτο, τελικά, το νόημα της ζωής; Αυτή η δυνατή παρόρμηση που με ωθεί σταθερά προς το φως; Που προβάλλει σαν νυχτοπεταλούδα μέσα απ' το σκοτάδι μου για να μου δώσει τη δύναμη να υπάρχω και να μπορώ να τη σώζω, κάθε φορά που αυτή - η άμυαλη - πέφτει απερίσκεπτα μες το νερό του ποτηριού μου;
Μουσική του video: Γεώργιος Βαρσαμάκης - Διαδρομή στα σύννεφα Το video περιέχει σκηνές απ' την υπέροχη, συμβολική ταινία "Το κόκκινο μπαλόνι" του Άλμπερτ Λαμορίς, σε σενάριο και σκηνοθεσία του ίδιου. Το 1957 Όσκαρ καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου. Το 1956 Χρυσός Φοίνικας καλύτερης ταινίας μικρού μήκους. Το 1957 Ειδικό κινηματογραφικό βραβείο BAFTA