Αναρτήσεις

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023

Ονούστους

 

Έργο του Michael Sowa.




Για τους παράλογους φόβους!! 😊

(Η ΜΟΙΡΑ Ο,ΤΙ ΓΡΑΦΕΙ ΔΕΝ ΞΕΓΡΑΦΕΙ)


Η Ονούστους δέχτηκε τη Σάσα στο σπίτι της ένα βράδυ του Δεκεμβρίου, που ο αέρας λυσσομανούσε κι έριχνε τουλούμια έξω. 

Εκείνο το μοιραίο βράδυ, λαγοκοιμόταν ήσυχη κι αμέριμνη κάτω από το ραφάκι της ντουζιέρας. Η μεγάλη ξηρασία της γενέτειράς της είχε κλονίσει σοβαρά τα νεύρα της, και τώρα που βρισκόταν μακριά, απολάμβανε την υγρασία όπου την εύρισκε. Κουραζόταν υπερβολικά όλη μέρα να φτιάχνει παντού τους ιστούς της. Όταν όμως ερχόταν το βράδυ, κούρνιαζε στην αγαπημένη της θέση, κάτω από το ραφάκι της ντουζιέρας. 

Όταν λοιπόν η Σάσα μπήκε κάτω από το ντουζ, ως νεοφερμένη, -πρώτο βράδυ στο καινούργιο διαμέρισμα, καταλαβαίνετε τι εννοώ- η Ονούστους κλήθηκε από το σύμπαν να γνωρίσει την έννοια της συγκατοίκησης με άνθρωπο.

Από νωρίς το πρωί η Σάσα είχε "γλύψει" κυριολεκτικά όλο το διαμέρισμα, έτσι μανιακή που ήταν με την καθαριότητα. Όταν τελείωσε - την είχε πάρει πια η νύχτα-, αποφάσισε να ασχοληθεί και με τον εαυτό της.

Μπήκε στο μπάνιο με χαλαρή διάθεση. Όλα γύρω της  άστραφταν από καθαριότητα. Όπου έπεφτε το βλέμμα της, έβλεπε μόνο λάμψεις. Τα πλακάκια, οι καθρέφτες και τα είδη υγιεινής λες και ήταν βγαλμένα από βιτρίνα, αχρησιμοποίητα.

Κάπως έτσι τουλάχιστον θα σκεφτόταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Όχι όμως η Σάσα που όλα στο τέλος της φαίνονταν "...θέλει λίγο ακόμα. Θα ασχοληθώ αύριο περισσότερο. Να, να! Αυτός εδώ ο λεκές στον νιπτήρα πώς μου ξέφυγε;" 




Με τη σισύφεια αυτή σκέψη, η Σάσα γύρισε τη στρόφιγγα της μπαταρίας. Το νερό έτρεξε άφθονο στην πλάτη της. Αναστέναξε με ανακούφιση. Άρχισε μάλιστα να σιγοτραγουδάει. Ένα ζευγάρι καθαρές πιζάμες ήταν ήδη απλωμένες όμορφα πάνω στο καλοστρωμένο κρεβάτι της και την περίμεναν.

Ξεκίνησε να σαπουνίζεται με μανία, σχολαστικά, παντού. Έτριβε ακόμα και όσα δεν τρίβονται, μ' ένα βιολογικό (έτσι το λένε) σφουγγάρι και ένα σαπούνι γεμάτο μικρές πετρούλες για απολέπιση.

Εκεί μέσα λοιπόν, στο εφτακάθαρο μπάνιο του νέου της διαμερίσματος, μέσα στους ατμούς και τους αφρούς, η Σάσα και η Ονούστους είχαν την πρώτη τους συνάντηση.

Ήταν εντυπωσιακή, δεν λέω. Και αρκούντως θορυβώδης. Γιατί η Ονούστους, ατίθασο πλάσμα της Αφρικής, δεν υπολόγισε τίποτα. Ούτε τον προσωπικό χώρο της Σάσας ούτε τα προσωπικά της δεδομένα. 

Έτσι, όταν εκείνη έπιασε το βιολογικό σφουγγάρι για να σαπουνιστεί, η άλλη πετάχτηκε μέσα από τις τρύπες του, σαν θεριό!

Το τι ακολούθησε δεν το βάζει ο νους σας. 

Το απαστράπτον μπάνιο της Σάσας μεταβλήθηκε σε λίμνη. Το δε σαπούνι του βασανισμού γλίστρησε από τα χέρια της κι έπεσε στον πάτο της ντουζιέρας. Η δόλια, πάνω στη βιασύνη της να βγει άρον-άρον από τον τόπο του διαβόλου, το πάτησε, γλίστρησε και, απ' τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκε ξαπλωμένη, σε άκομψη στάση ομολογώ, πάνω στα βρεγμένα πλακάκια. Κι εκεί έμεινε. Αναίσθητη.

Μετά από κάποια ώρα ή λεπτά - ποιος νοιάζεται τώρα για τον χρόνο - άνοιξε τα μάτια της και τι να δει; Η Ονούστους την κοίταζε με ορθάνοιχτα τα μπιρμπιλωτά της μάτια, από την άκρη της μύτης της. Με αλλήθωρο βλέμμα η Σάσα είδε το φτωχό πλάσμα πιο τρομακτικό απ' ό,τι ήταν. Το ένστικτο όμως της επιβίωσης που έχουν όλα τα έμβια όντα του πλανήτη, την ώθησε να μείνει ασάλευτη κι αμίλητη στη θέση της. Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσε πλέον τις κινήσεις του εχθρού πάνω στο πρόσωπό της.

Η Ονούστους, σίγουρη πια για τη νίκη της, έκανε τον γύρο του θριάμβου αργά και βασανιστικά. Από το σαγόνι πέρασε στα μάγουλα της Σάσας, και μετά, στο δεξί και στο αριστερό φρύδι της. Βαρέθηκε να μπει στα μαλλιά της ,"Πού να τρέχω τώρα στο δάσος, ας πάω για ύπνο καλύτερα".




Επιδεικνύοντας αισθήματα φιλοξενίας και συμπόνιας, πρωτόγνωρα για μια Ονούστους, δεν έδωσε συνέχεια στο συμβάν και προτίμησε να αποσυρθεί αυτοκρατορικά στο ραφάκι της ντουζιέρας. Πυρ και μανία όμως που η νεοφερμένη χάλασε την ησυχία της. Έτσι, η πρώτη μέρα έληξε υπέρ της, με 1-0 και με την Σάσα πεσμένη στα πλακάκια, χωρίς να έχει προλάβει να ρίξει ούτε ένα απ' τα καλά της "κροσέ".

Μετά το άτυχο συμβάν, η Σάσα τρομοκρατημένη έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί. Κρατήθηκε απ' τον νιπτήρα και κατάφερε να σταθεί όρθια, στο ένα πόδι. Το άλλο είχε αχρηστευθεί.

Το μόνο της μέλημα τώρα ήταν να βγει μια ώρα αρχύτερα από κει μέσα. Κουτσαίνοντας και βογκώντας έφτασε με πολλή δυσκολία στο καθιστικό όπου είχε αφήσει το κινητό της. Μετά από έναν μικρό δισταγμό κάλεσε - μεσάνυχτα πια - τον Χρήστο, τον καλό της φίλο απ' τα παλιά.

Κατά βάθος ντρεπόταν γι' αυτό που έκανε. Είχε να του τηλεφωνήσει χρόνια αλλά ήξερε πολύ καλά πως ήταν ο μόνος που θα ανταποκρινόταν τέτοια ώρα στην έκκλησή της για βοήθεια.

Πράγματι, ο καλός Χρήστος, αφού την άκουσε με προσοχή χωρίς να σχολιάσει καθόλου τη γαϊδουριά της, της υποσχέθηκε πως σε λίγα λεπτά θα βρισκόταν σπίτι της. Μετά έκλεισε λέγοντας: 

-Μην ανησυχείς. Όλα θα τα φτιάξουμε.

Το πώς κατάφερε να του ανοίξει, Θεός οίδε. Τα κατάφερε όμως, και μόλις εκείνος πρόβαλε με το φωτεινό του χαμόγελο στο άνοιγμα της πόρτας, η Σάσα, για μια στιγμή, νόμισε πως είδε να σχηματίζεται λίγους πόντους πάνω απ' το κεφάλι του ένα αχνό φωτοστέφανο.

Αμέσως μετά κάτι έσπασε μέσα της κι έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας με λυγμούς. Ο υπομονετικός Χρήστος τη σήκωσε στα χέρια και την πήγε στο κρεβάτι της. 

-Κάθισε εσύ εδώ και μην το πατήσεις, μέχρι να δούμε τι έχει. Εγώ θα μαζέψω τα νερά από το μπάνιο, κι επιστρέφω. Άγιο παιδί!

Όσο ο Χρήστος μάζευε τα νερά, η Ονούστους ενοχλημένη απ' τη φασαρία, παρακολουθούσε τις κινήσεις του κρυμμένη κάτω από το ραφάκι της ντουζιέρας. Δεν της άρεσαν καθόλου τα σούρτα-φέρτα στον χώρο της. Ξένοι άνθρωποι να μπαινοβγαίνουν έτσι, χωρίς ίχνος σεβασμού στα κυριαρχικά της δικαιώματα; Αυτό πήγαινε πολύ!

Αποφάσισε λοιπόν να βγει από την βολή της και να τα πει ένα χεράκι και με τον νέο, νεοφερμένο.

Ο Χρήστος πάλι, μόλις την είδε να περπατάει καμαρωτή πάνω στο ράφι, αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί. Τελείωσε το μάζεμα, έκλεισε το φως και την πόρτα του μπάνιου και επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα που τον περίμενε η απαρηγόρητη Σάσα. Την βρήκε να μιλάει μόνη της.

-Γιατί να μου συμβαίνει εμένα αυτό τώρα; Τι λάθη έχω κάνει και με τιμωρεί ο Θεός;

-Όλα εντάξει. Μάζεψα τα νερά, για να δούμε τώρα τι έπαθε το πόδι σου και δεν μπορείς να το πατήσεις;"

Η Σάσα έβγαλε δειλά το χτυπημένο πόδι απ' το πάπλωμα και το εμπιστεύθηκε στα χέρια του. Εκείνος το ψηλάφισε με προσοχή και μετά έκανε τη διάγνωση.

 -Διάστρεμμα ποδοκνημικής. Θέλει προσοχή για κάποιες μέρες. Θα περάσει όμως.

 -Είναι σοβαρό; τον ρώτησε η Σάσα φανερά εντυπωσιασμένη απ' τις γνώσεις του. 

 -Δεν φαίνεται να είναι σοβαρό. Μια ακτινογραφία όμως θα μας πείσει.

 - Ωραίο ποδαρικό έκανα στο νέο μου σπίτι...

- Καλά, πώς τα κατάφερες έτσι; Ο Χρήστος ήταν έτοιμος να σκάσει στα γέλια.

-Αυτή φταίει! Την είδες; Είναι τεράστια! Εκεί ήταν, κάτω από το ραφάκι της ντουζιέρας. Μετά βγήκε από το σφουγγάρι και...




Άρχισε πάλι να κλαίει. Ο Χρήστος την κοιτούσε με απορία. Τόσο δράμα για το τίποτα; Τι την έκανε τόσο ευάλωτη;

- Μα είναι ακίνδυνη. Τι σε έκανε να φοβηθείς τόσο; Δεν καταλαβαίνω. Βάλε τη λογική σου να δουλέψει λίγο. Μεγάλη γυναίκα είσαι πια. Μην κάνεις σαν μικρό παιδί. Έλα τώρα.

-Δεν τη θέλω σπίτι μου! Να τη σκοτώσεις! Σε παρακαλώ μην την αφήσεις να κυκλοφορεί ελεύθερα εδώ μέσα. Ή αυτή ή εγώ! 

Ο Χρήστος σοβάρεψε απότομα.

-Γιατί να σκοτώσω το ζούδι του Θεού, Σάσα μου; Σου είπα, δεν είναι δηλητηριώδης. Δεν κινδυνεύεις.

-Ζούδι του διαβόλου θέλεις να πεις. 

Ο Χρήστος δεν άντεξε και ξέσπασε σε γέλια. 

-Ποτέ δεν κατάλαβα τον πανικό που σε πιάνει με τις αράχνες. Τι μεταφυσικούς φόβους ξυπνάνε μέσα σου; Αναρωτήθηκες ποτέ;

Η Σάσα σήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. Δεν την ένοιαζε να εξηγήσει, αλλά να μην ξαναζήσει τον ίδιο εφιάλτη. Αντί λοιπόν να του απαντήσει, τον ρώτησε αλλάζοντας κουβέντα.

-Πώς ήξερες τι έπαθε το πόδι μου; Σαν γιατρός μίλησες προηγουμένως.

-Μα, γιατρός είμαι.

-Από πότε;

-Εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Δεν το ήξερες;

-Όχι. Από πού να το μάθω;

-Πώς γίνεται αυτό; Όλοι το ξέρουν. Δεν μιλάς με κανέναν απ' την παρέα; Την κοίταξε φανερά απορημένος και μετά συμπλήρωσε.

-Αλήθεια, πώς σκέφτηκες να τηλεφωνήσεις σε μένα; Έχουμε τόσα χρόνια να μιλήσουμε.

-Δεν ξέρω. Έτσι μου ήρθε, αυθόρμητα. Δεν το σκέφτηκα. 

Το βλέμμα της αυτή τη φορά στάθηκε πάνω του εξεταστικά. Σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά. Και ναι, ο Χρήστος που είχε μπροστά της δεν ήταν ο ίδιος με κείνον που θυμόταν απ' τα εφηβικά της χρόνια. Ο σημερινός ήταν ένας καλοστεκούμενος πενηντάρης με γυαλιά μυωπίας και γκρίζα μαλλιά που όμως, την κοίταζε με την ίδια αστεία έκφραση όπως τότε.

-Πέρασαν τόσα χρόνια! είπε η Σάσα και μελαγχόλησε.

-Πέρασαν αλλά αυτό δεν είναι λόγος να μελαγχολούμε. Είμαστε τυχεροί που ζήσαμε και τα ζήσαμε. Για σκέψου πόσοι άλλοι δεν είχαν αυτή την τύχη.  

Μετά άρχισε να της μιλάει για τα χρόνια που έζησε στην επαρχία, για τα νοσοκομεία που δούλεψε και για τα περιστατικά που τον δυσκόλεψαν και τον ανάγκασαν να αγγίξει τα όρια του.

Η Σάσα τον άκουγε με ενδιαφέρον στην αρχή, αλλά μετά, όσο προχωρούσε η ώρα άρχισε να νιώθει ένα σφίξιμο στην καρδιά. Ένα αδικαιολόγητο σφίξιμο και μια δυσφορία. Ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα και η προοπτική να ξημερωθεί μόνη της παρέα με το τέρας στο μπάνιο, την τρόμαζε για τα καλά. Τότε του πρότεινε να κοιμηθεί μαζί της. Εκείνος δέχτηκε με έναν όρο. Να τον αφήσει να βάλει ξυπνητήρι. Το επόμενο πρωί είχε προγραμματισμένο χειρουργείο στις επτά. 

Ξάπλωσε δίπλα της με τα ρούχα που φορούσε.  Η Σάσα αποκοιμήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά. 

Ξαφνικά, μέσα στη μαύρη νύχτα, πετάχτηκε πάνω ουρλιάζοντας.

-Είναι πάνω μου! Περπατάει πάνω μου!!! Διώξ' την! Διώξ' την!

Η Ονούστους την κοίταζε με απορία. 

-Μεγάλο μπελά  βρήκα με δαύτην, σκέφτηκε, αλλά δεν άλλαξε τα σχέδιά της. Συνέχισε τη βόλτα της πάνω στο πολύχρωμο πάπλωμα της Σάσας. Έφτασε με το πάσο της μέχρι το στήθος της και πήρε τον ανήφορο για το λαιμό της. Η Σάσα σκούντησε τον Χρήστο έντρομη. 

- Ξύπνα Χρήστο! Άφησες την πόρτα του μπάνιου ανοιχτή; 

Ο Χρήστος δεν αποκρίθηκε. Κοιμόταν του καλού καιρού. Η Σάσα τεντώθηκε να φτάσει τον διακόπτη του πορτατίφ, αλλά αντί γι' αυτό, έριξε όλο το πορτατίφ στο πάτωμα.  Όμως, ούτε αυτός ο θόρυβος στάθηκε ικανός να ξυπνήσει τον Χρήστο. Έμεινε πλέον αβοήθητη στο έλεος της Ονούστους. Κι αφού δεν μπορούσε να σηκωθεί να γλυτώσει, έκλεισε τα μάτια και περίμενε.

Η Ονούστους χώθηκε κάτω από το πάπλωμα και την πιζάμα της Σάσας και θρονιάστηκε στο στομάχι της. Η Σάσα ένιωθε τα τριχωτά πόδια της να την γαργαλάνε.  Η αναπνοή της κόπηκε, αλλά η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Το δέρμα της έγινε μια τεντωμένη χορδή. Δεν ένιωθε τίποτα άλλο πέρα από τον απόλυτο τρόμο.

Και κάπου εκεί, η σκέψη της τρύπησε τα σκοτάδια και μπήκε βαθιά. Κατέβηκε σαν την Περσεφόνη στον Άδη της ψυχής της αποφασισμένη να αντιμετωπίσει τον θεό του Φόβου. Το μονοπάτι ήταν σκοτεινό και δύσβατο, οι αντοχές της ελάχιστες. Σερνόταν γιατί το πόδι της ήταν αχρηστευμένο και όταν κατάφερε να φθάσει μπροστά του, έμεινε κατάπληκτη από την ομοιότητα που είχε με την φριχτή αράχνη του μπάνιου της.

Μόνο που ο θεός του Φόβου ήταν τεράστιος, γεμάτος σκληρό χνούδι σε όλο του το κορμί. Είχε κεραίες στο κεφάλι του και μεγάλη κοιλιά. Τα πόδια του ήταν δυσανάλογα μακριά και λεπτά σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του. Δυο τεράστια μάτια στην κορυφή του κεφαλιού του την κοιτούσαν σταθερά σαν να μετρούσαν τις δυνάμεις της.

Φώναξε ξανά τον Χρήστο με όλη της τη δύναμη. Απάντηση δεν πήρε. Ήταν ολομόναχη. Ο τρομαχτικός θεός την πλησίασε απειλητικά. Έπρεπε κάτι να κάνει. Μάζεψε όλη της τη δύναμη, έσφιξε τα δόντια και πάτησε το χτυπημένο πόδι της σταθερά στο έδαφος. Στάθηκε όρθια. Ο πόνος μεταφέρθηκε σε όλο το σώμα της. Τρύπησε τον εγκέφαλό της πέρα ως πέρα. Το κορμί της νέκρωσε. Το ένιωθε  ασήκωτο βάρος που πλήγωνε ακόμα περισσότερο το χτυπημένο πόδι. 

-Ή εγώ, ή εσύ! φώναξε στον αραχνόμορφο θεό και όρμησε κατά πάνω του. Πάλεψαν πολλή ώρα. Άλλοτε τον έριχνε αυτή κάτω κι άλλοτε εκείνος. Ώσπου συνέβη κάτι παράδοξο. Η Σάσα αντί να κουράζεται, όσο περνούσε η ώρα, ένιωθε πιο ανάλαφρη και πιο δυνατή. Αντίθετα ο θεός Φόβος μίκραινε... όλο μίκραινε, μέχρι που δεν τον έβλεπε πια. 


                               

Το άλλο πρωί ξημερώθηκε στο κρεβάτι της. Ο ήλιος έμπαινε απ' το παράθυρο χλωμός. Ένας σπουργίτης την κοίταζε από το σύρμα της ΔΕΗ. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Έβαλε νερό στην καφετιέρα και άνοιξε το ραδιόφωνο. Μέχρι να πλυθεί και να ντυθεί, ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από παχιά, άσπρα σύννεφα. Σε λίγο, άρχισαν να πέφτουν νιφάδες χιονιού.

Ο σπουργίτης άφησε τη θέση του στο σύρμα και πέταξε μέχρι το παράθυρο. Η Σάσα το άνοιξε και του έριξε λίγα ψίχουλα ψωμιού που μάζεψε απ' το τραπέζι. Το πουλάκι έπεσε στο φαϊ τιτιβίζοντας.

Απόγευμα πια, λίγα λεπτά μετά τις έξι, άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα. 

-Χρήστο μου! φώναξε από την κουζίνα.

-Ήρθα!

-Τις παντόφλες σου!

-Ναι. Τα παιδιά;

-Μέσα είναι. Παίζουν. Το φαγητό είναι έτοιμο.

-Μισό να πλύνω τα χέρια μου.

-Έχω βάλει καθαρή πετσέτα.

-Την είδα.

-Άλλαξα και μάρκα στο σαπούνι. Βιολογικό!

-Χα...Χα. Το είδα!

-Είδες και την αράχνη κάτω από το ραφάκι της ντουζιέρας;

-Αράχνη; Και το λες έτσι; Nα την βγάλω έξω...

-Μπα... Άσ' την εκεί. Φαίνεται πως της αρέσει η υγρασία.





 



Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

H Αποφασιστική Στιγμή

 




Χρειάζεται να κάνουμε ένα μακρύ και βαθύ ταξίδι, προκειμένου να προσεγγίσουμε το έργο του σημαντικότερου φωτογράφου του εικοστού αιώνα, του "πατέρα" της φωτο-δημοσιογραφίας Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν.

Υπήρξε πραγματικός καλλιτέχνης και κυρίως, μέσα από τις φωτογραφίες του γνωρίσαμε ιστορικά γεγονότα που αλλιώς δεν θα είχαμε την ευκαιρία να τα καταγράψουμε στη μνήμη μας τόσο γλαφυρά. Ιστορικά γεγονότα λέγοντας εννοώ τον Ισπανικό Εμφύλιο, τον Μάη του '68, την Κινέζικη Επανάσταση. 

Αλλά όχι μόνον αυτά. Επίσης πορτραίτα μεγάλων προσωπικοτήτων και φωτογραφίες από ταξίδια του σε όλο τον κόσμο που απαθανάτισαν πολέμους, θύματα, αλλά και ανθρώπους της καθημερινότητας. Δηλαδή τη ζωή όπως συμβαίνει στον κόσμο.

Τι το διαφορετικό έκανε αυτός ο φωτογράφος από τους άλλους;

Βγήκε στο δρόμο για πρώτη φορά, έχοντας περασμένη στον καρπό του την φωτογραφική του μηχανή με τον νορμάλ φακό των 50 mm. Καμιά φορά και με έναν τηλεφακό των 90 mm. Τίποτα στημένο. Ούτε στούντιο, ούτε σκηνικά. Όλα ζωντανά και σουρεαλιστικά. 


Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν (22 Αυγούστου 1908 - 3 Αυγούστου 2004)


Έβγαζε τις φωτογραφίες του με έναν μοναδικό σκοπό, να απαθανατίσει την "αποφασιστική στιγμή". Δικός του αυτός ο ορισμός. Έτσι όρισε τις φωτογραφίες του δρόμου. 





Από την Ελλάδα


Σε πολλές φωτογραφίες του επικρατεί μια μεγάλη σιωπή ενώ συγχρόνως υποβόσκει μια νευρική ένταση. 

Αποτυπώνοντας τις στιγμές, στην ουσία, δηλώνει πως η ζωή είναι ήδη αλλού.

Φωτογράφισε τους φτωχούς στους δρόμους του Μεξικού το 1930 αλλά και στο Παρίσι και στη Μαδρίτη.



Πλήθος που περιμένει έξω από μια τράπεζα για να αγοράσει χρυσό κατά τις τελευταίες μέρες του Κουομιντάνγκ. Σαγκάη, Δεκέμβριος 1948.


Φωτογραφίες του Καρτιέ Μπρεσόν από την Ελλάδα


Ο Kartier Bresson  μας λέει:

" Εμείς οι φωτογράφοι ασχολούμαστε με πράγματα που συνεχώς εξαφανίζονται, και όταν έχουν εξαφανιστεί δεν υπάρχει καμμιά επινόηση στη γη που να μπορεί να τa κάνει να επιστρέψουν ξανά. Δεν μπορούμε να αναπτύξουμε και να εκτυπώσουμε μια μνήμη. Δεν υπάρχει κλειστή φιγούρα στη φύση. Κάθε σχήμα συμμετέχει με ένα άλλο. Κανένα πράγμα δεν είναι ανεξάρτητο από το άλλο. Tο ένα κάνει ρήμα με το άλλο, και το φως τους δίνει σχήμα.

Η φωτογραφία από μόνη της δεν μ' ενδιαφέρει. Θέλω μόνο να συλλάβω ένα λεπτό μέρος της πραγματικότητας.

Μέσω της ζωής ανακαλύπτουμε τους εαυτούς μας, την ίδια στιγμή που ανακαλύπτουμε τον κόσμο γύρω μας. Φωτογραφίζω σημαίνει, να βάζω στην ίδια γραμμή οπτικής της όρασης, το κεφάλι, το μάτι και την καρδιά.

Φωτογραφία σημαίνει, να κρατάς την αναπνοή κάποιου όταν όλα συγκλίνουν για να συλλάβουν την φευγαλέα πραγματικότητα. Είναι εκείνη ακριβώς η στιγμή που η κυριαρχία μιας εικόνας γίνεται μεγάλη σωματική και πνευματική χαρά"


Όταν τελείωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, βγήκε πάλι στους δρόμους και απαθανάτισε το συνολικό μείγμα ανακούφισης, εξάντλησης και θυμού που ακόμα αιχμαλωτίζουν το μάτι.

Άνθρωποι που κοιτάζουν ψηλά, τον ουρανό, άνθρωποι που τεμπελιάζουν στα πάρκα ή παίζουν σαν παιδιά.

Η δουλειά του καλύπτει τρεις δεκαετίες '30, '40, '50 και στηρίχτηκε πάνω στην κοινωνική του συνείδηση. Συνεργάστηκε με τον γίγαντα Ζακ Ρενουάρ στον κινηματογράφο. Γνώρισε τον Πικάσο και τον φωτογράφησε, όπως και πολλούς άλλους καλλιτέχνες. 


Ο μεγάλος ζωγράφος Ανρί Ματίς που σχεδιάζει στο σπίτι του ενώ τον παρακολουθούν τα κατοικίδια πουλιά του.




Υπάρχουν και κάποιες ήσυχες αισθησιακές εικόνες όπως οι γάμπες της συζύγου του, Μαρτίν Φράνκ, επίσης φωτογράφου, που βρίσκεται ξαπλωμένη σε έναν καναπέ. 




Μάης του 1968 στο Παρίσι. Ο Καρτιέ Μπρεσόν στήνεται σε μια άκρη και περιμένει τον "κατάλληλο" περαστικό για να τραβήξει αυτή την φωτογραφία. Στον τοίχο έχουν γράψει οι νέοι "Απολαύστε χωρίς περιορισμό". Η λέξη "Jouissez" έχει έντονη σεξουαλική χροιά. 

Είπε: 

"Στη φωτογραφία το μικρότερο πράγμα μπορεί να είναι ένα μεγάλο θέμα. Η μικρή ανθρώπινη λεπτομέρεια μπορεί να γίνει ένα έμβλημα".

"Yπάρχει μια στιγμή όπου το μάτι, η καρδιά και το μυαλό βρίσκονται σε μια ευθεία. Κι αυτή είναι η στιγμή που θα μας δώσει μια φωτογραφία που θα μετρήσει για την υπόλοιπη ζωή μας".

"Ο σουρεαλισμός είχε μια βαθιά επίδραση πάνω μου, και σε όλη μου τη ζωή έκανα ό,τι μπορούσα για να μην τον προδώσω ποτέ".

"Το "Magnum" είναι μια κοινότητα σκέψης, μια κοινή ανθρώπινη ιδιότητα, μια περιέργεια για το τι συμβαίνει στον κόσμο, ένας σεβασμός γι' αυτό που συμβαίνει, και μια επιθυμία να το μεταγράψουμε οπτικά". 


Ο πόλεμος τον βρήκε αιχμάλωτο των Γερμανών. Προσπάθησε να αποδράσει. Οι δύο πρώτες απόπειρες απέτυχαν αλλά η τρίτη το 1943, στέφτηκε με επιτυχία. Μετά αφιερώθηκε στη φωτογραφία.

Όλα όσα είπε σε σχέση με τον εαυτό του και την δουλειά του βρίσκονται συγκεντρωμένα στον βιβλίο "Η αποφασιστική στιγμή", εκδόσεις ΑΓΡΑ




Θα κλείσω αυτό το μικρό αφιέρωμα σ' αυτόν τον καλλιτέχνη - ορόσημο στο χώρο της φωτογραφίας με τα παρακάτω λόγια του. (απόσπασμα από την συνέντευξή του)

"Είναι ντροπιαστικό να σου απονέμουν βραβείο. Και το να είσαι διάσημος επίσης είναι ντροπιαστικό. Είσαι ευγνώμων, αλλά ντροπιαστικό. Για έναν αναρχικό, είναι ντροπιαστικό. Είμαι αναρχικός."

"Τι σημαίνει αναρχικός;"

"Η αναρχία είναι ηθική"

"Τι ηθική; Μπορείτε να ορίσετε την ηθική;"

"Είναι σαν ένα ταξίδι. Ο τρόπος που φέρεσαι, που πράττεις, που αγαπάς τελικά"

"Τελικά για την αγάπη"

"Απόλυτα! Εγκεφαλικά, πνευματικά και τελικά σωματικά"


Breson interview










Πηγές: https://leica-academy.gr/henri-cartier-bresson-h-apofasistikh-stigmh/
                            https://pro.magnumphotos.com/C.aspxVP3=CMS3&VF=MAX_2&FRM=Frame:MAX_3
Η αποφασιστική στιγμή εκδόσεις ΑΓΡΑ

Φωτογραφίες από το διαδίκτυο.



Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2023

«Για κείνον που γίνεται μοναχικός... »







" Για κείνον που γίνεται μοναχικός, αλλάζουν  όλες οι αποστάσεις και όλα τα μεγέθη..." Rainer Maria Rilke


Μιλώντας για μοναξιά γίνεται όλο και πιο σαφές ότι δεν πρόκειται για κάτι που μπορούμε να επιλέξουμε ή να απορρίψουμε. 

Είμαστε μόνοι. Μπορούμε να ξεγελούμε τον εαυτό μας ως προς αυτό, να κάνουμε σαν να μην είναι έτσι. Αλλά, αυτό είναι όλο. 

Είναι προτιμότερο ωστόσο να κατανοήσουμε ότι είμαστε μόνοι και να ξεκινούμε από εκεί. 
Ίσως βέβαια και να πάθουμε ίλιγγο, γιατί έτσι χάνονται όλα τα σημεία πάνω στα οποία ήταν συνηθισμένο να ακουμπά το βλέμμα μας, παύουν να υπάρχουν τα κοντινά πράγματα κι όλα τα μακρινά βρίσκονται απείρως μακριά.

Αίσθημα παρόμοιο μ' εκείνο που θα δοκίμαζε κάποιος ο οποίος, χωρίς να έχει προηγουμένως προετοιμαστεί ή να έχει περάσει από ένα μεταβατικό στάδιο, θα βρισκόταν ξαφνικά από το δωμάτιό του στην κορυφή ενός υψηλού βουνού.

Η τρομακτική ανασφάλεια, η εγκατάλειψη στο άγνωστο θα τον εκμηδένιζε σχεδόν. Θα φανταζόταν πως έπεφτε ή πως εκτοξευόταν στο διάστημα ή πως γινόταν χίλια κομμάτια. Το μυαλό του θα έπρεπε να εφεύρει ένα τεράστιο ψέμα για να μπορέσει να ξαναβρεί ή να ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά του.

Έτσι και για κείνον που γίνεται μοναχικός, αλλάζουν όλες οι αποστάσεις και όλα τα μεγέθη.

Πολλές απ' αυτές τις αλλαγές εμφανίζονται ξαφνικά και, όμοια με τον άνθρωπο που απ' τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεται στην κορυφή του βουνού, γεννιούνται μέσα του πρωτόγνωρες φαντασιώσεις και παράξενες αισθήσεις που μοιάζει να αναπτύσσονται πέρα από τα μέτρα που μπορεί να αντέξει.

Rainer Maria Rilke, 1929, (παράθεση στο Έρως και Πάθος: Τα όρια της αγάπης και του πόνου, Aldo Carotenuto, εκδ. Ίταμος)



  

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

...και υπόσχομαι πως θα αγαπιόμαστε αιώνια

 



Maria Rivera


Μπαίνει κι ο Οκτώβριος. Ένα καινούργιο ταξίδι ξεκινάει με αποσκευές μικρές, για μικρά όνειρα. Τα μεγάλα φαίνονται άπιαστα πια. Και τα μικρά όμως όμορφα είναι. Ζεσταίνουν την καρδιά και σε κάνουν να νιώθεις πως το ταξίδι συνεχίζεται.

Κάποιοι νιώθουν ασφαλείς να ξεκινήσουν το νέο ταξίδι, κι άλλοι ζουν νιώθοντας ασφαλείς με ό,τι είναι και με όσα έχουν. Ποιοι όμως νιώθουν πραγματικά ελεύθεροι;

Να ένα ερώτημα με απάντηση μεταχρονολογημένη.

Οκτώβριος. Ξεκινάω μια καινούργια περιπέτεια. Πνέει πάλι ο άνεμος της αλλαγής μέσα στο νου μου αλλά η καρδιά μου ακόμα πενθεί την χαμένη αθωότητα του καλοκαιριού που πέρασε. Όλα τα ζήσαμε. Ο χρόνος μας συμπυκνώνεται σε καταστροφές. Δεν τον μετράμε πια με τα ρολόγια, αλλά με τα δεινά της ανθρωπότητας. Κι όσο αυτά αυξάνονται με ασυνήθιστη για τα χρόνια μας πυκνότητα, τόσο ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να αραιώσει τις εντυπώσεις και να αλαφρύνει το συναίσθημα. Είμαι καλά; Είσαι καλά; Ποιος ξέρει ν’ απαντήσει αληθινά όταν όλα γύρω του καταρρέουν;

Πρέπει να σκεφτούμε έναν άλλον τρόπο να επιβιώνουμε μέσα σ' αυτήν την αόρατη φούσκα της «αφθονίας» του σύγχρονου πολιτισμού μας, που μας αφήνει εκτεθειμένους στην ανασφάλεια, τον κίνδυνο και την θλίψη.

Η θλίψη έχει καλύψει τα πάντα και τους πάντες. Ακόμα κι εκείνους που επιμένουν να πιάνονται από στιγμές για να νιώσουν καλύτερα. Η θλίψη είναι παγκόσμια. Δεν αφήνει χώρο στη χαρά. Χρείαν έχουμε αγάπης, πραγματικής. «Δώσε μου το χέρι σου να κρατηθώ, πάρε το χέρι μου να κρατηθείς και σου υπόσχομαι πως θ’ αγαπιόμαστε αιώνια...»

Το εσωτερικό φως του φθινοπώρου θα ζεστάνει τις καρδιές. Έτσι κι αλλιώς οι διαδρομές του καθενός μας είναι πλέον περισσότερο εσωτερικές.

Καλό φθινόπωρο ονειροπόλοι μου 💗


Nick Cave - To Be By Your Side





Κυριακή 14 Μαΐου 2023

ΜΙΚΡΕΣ ΖΩΕΣ

 



Margarita Sikorskaia


Δευτέρα πρωί, τι σιχαμερή μέρα, δεν τη χώνεψα ποτέ μου. Βρίσκω τα παπούτσια μου πάλι παγωμένα. Το πετσί τους σκληρό σα σίδερο. Περπατάω και πονάω. Η κάλτσα τρίβεται στο κρέας, το κρέας ματώνει.  Σκατά. Στο τραπέζι, το σιχαμερό γάλα. Δεν το πίνω με τίποτα. Να ξεφύγω θέλω.

Ντύνομαι σβέλτα και την κάνω από πίσω. Η μάνα πλένει στην μπροστινή αυλή.  Το πορτάκι κλειδωμένο. Γιατί το κλειδώνει; Δεν έχω καταλάβει. Δεν κάθομαι να σκάσω. Πετάω την τσάντα μου στο δρόμο και πηδάω από πάνω. Την ακούω να φθάνει τρέχοντας. Με φωνάζει. Ίσα που της ρίχνω ένα βλέμμα. Η ποδιά της μούσκεμα. Τα χέρια της κατακόκκινα, στάζουν σαπουνάδες.  

"Το γάλα σου το ήπιες; Αν δεν πιείς το γάλα σου, δεν πας πουθενά. Τ’ άκουσες;"

Μαζεύω από κάτω την τσάντα και γίνομαι μπουχός. "Θα το πω στον πατέρα σου!" Ούφ..όλο λόγια είναι.

 Στη στροφή του δρόμου κόβω ταχύτητα. Ώρα να πάρω ανάσα. Πετάω την τσάντα στο χώμα. Ψάχνω τις μπίλιες μου στην κωλότσεπη. Πάλι τις ξέχασα γαμώτο. Βρωμοδευτέρα! Απ’ την τσαντίλα μου κλωτσάω πέτρες. Τα παπούτσια μου χάλι μαύρο. Φαγωμένες μύτες, γδαρμένο χρώμα, τρύπια σόλα. Ποιος ακούει το γέρο! Και βαράει σα στραβός, δεν αστειεύεται. Σκατά! Έχει δίκιο η μάνα.

 Απ’το σχολείο, μ’ αρέσει μόνο η διαδρομή μέχρι να φτάσω. Την κάνω με το πάσο μου για να χαζεύω πέτρες. Σταμπάρω την καλύτερη και την κλωτσάω μέχρι το προαύλιο. Είμαι καλός στις πέτρες. Διαλέγω στρογγυλές που κάνουν γύρους πάνω στο χώμα. Δεν κουμαντάρονται εύκολα. Είναι για ζόρικους, σαν εμένα. Με θαυμάζουν οι φίλοι μου κι ο θείος με φωνάζει "Κλωτσαδόρο". Ο γέρος θυμώνει. Είμαι αλήτης λέει, και ντρέπεται.

 Το σπίτι μας είναι στην άκρη της πόλης. Ο δρόμος περνάει μέσα απ’ τα χωράφια. Ο κολλητός μου ο Χαρίλαος μένει στην πλατεία. Τον φέρνει ο πατέρας του στο σχολείο με τη βέσπα. Άτυχος αυτός, τον κλαίω από τώρα. Πάνε χαμένες τόσες περιπέτειες! Δεν του το λέω για να μην τον τσαντίσω.

 Το κουδούνι! Σκατά! Άργησα πάλι. Αν τρέξω, ίσως προλάβω την πόρτα πριν κλείσει αλλιώς πάλι τιμωρία. Το χειρότερό μου; Όταν μου στρίβει ο δάσκαλος τις φαβορίτες. Πονάει πολύ, μα δεν κλαίω. Οι άλλοι κλαίνε σαν κορίτσια.

 Η μάνα όλη μέρα είναι με ρόμπα και ποδιά. Στην ποδιά σκουπίζει τα χέρια της. Σκουπίζει και τα μάτια της καμμιά φορά. "Γιατί κλαις μάνα;" τη ρωτάω. "Δεν κλαίω βρε, καθάριζα κρεμμύδια". Πολύ ζόρικο να καθαρίζεις κρεμμύδια!

Μυστήριο τραίνο η μάνα αλλά είναι καλή στο σημάδι. Δεν αστοχεί ποτέ όταν πετάει το τετράδιο της ορθογραφίας στο πατάρι "Κοίτα να συμμορφωθείς. Έτσι και το δει ο πατέρας σου χάθηκες κακομοίρη!" Γκρίνιααα…!

 Τι κόλλημα κι αυτός με την ορθογραφία! Γιατί τραβάει τόσο ζόρι; Τι θα πάθει το χωριό αν το γράψω με όμικρον; Θα φύγει απ’ τη θέση του και θ’ αλλάξει η  γεωγραφία; Πολλή πλάκα έχουν οι μεγάλοι!

Η μάνα δεν σηκώνει χέρι πάνω μου. Γκρινιάζει μόνο όταν μου μπαλώνει τις τσέπες. Τις γεμίζω με όσα μαζεύω απ’ το δρόμο. "Δεν καταλαβαίνει θείε!" "Πού να καταλάβει κλωτσαδόρε μου; Γυναίκα είναι." Ο θείος είναι κυνηγός.  Ξέρει.

 Συρματάκια, τσιγκάκια, μικρά ελατήρια, βίδες, ξυλάκια… "Τι τα μαζεύεις όλα τούτα ρε μάγκα;" με ρωτάει. "Όταν τα παίζω, ονειρεύομαι…" του απαντάω. Με κοιτάει περίεργα. Έτσι μου φαίνεται. "Μου τα πουλάς;" "Πόσα δίνεις;" Κάναμε συμφωνία. "Μια δεκάρα το ένα, ό,τι μου αρέσει".

 Έχω μαζέψει τρεις δραχμές. Θέλω ακόμα δύο. Μετά, σφαίρα στην Τασία. Το αποφάσισα. Θα το πάρω εκείνο το μαντήλι μες το γυαλιστερό κουτί. Έχει κεντημένο σε μια άκρη του το κεφαλαίο Μ. Πολύ μ' αρέσει. Γελάω μόνος μου όταν τη σκέφτομαι. Θα σκουπίσει τα χέρια στην ποδιά, μετά θα το ανοίξει. "Χρόνια Πολλά!" θα της πω. Θα τα χάσει. Γιορτάζει κι αυτή την Άνοιξη. "Μάνα" δεν τη λένε;


Μάνα - Λεωνίδας Μπαλάφας









Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2023

Καλή Σαρακοστή!

 














Κατά την ελληνική παράδοση, το πέταγμα του χαρταετού συμβολίζει το πέταγμα της ανθρώπινης ψυχής προς τον Δημιουργό της.

 Σύμφωνα με το έθιμο, πρέπει να πετάει στον ουρανό την Καθαρά Δευτέρα, την ημέρα που ξεκινά η νηστεία της Σαρακοστής, δηλαδή την ημέρα που ξεκινά η πνευματική και σωματική μας κάθαρση. 

Καλή Σαρακοστή!


Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

Σαν σήμερα...












...η αγάπη ήρθε ταπεινά, μέσα σ’ ένα χαρτόκουτο μετρίου μεγέθους.

Πολύ βαρύ να το σηκώσω μόνη μου και να το κατεβάσω στην απότομη σκάλα του υπογείου.

Εσύ με κοίταζες με περιέργεια σαν να ‘μουν κάποιο ξωτικό πουλί που έχασε το δρόμο του μέσα στο κτίριο της Παναγή Τσαλδάρη.

Σαφώς ενοχλημένη από την ταλαιπωρία, αποφασισμένη όμως να το κατεβάσω. Ντυμένη στην τρίχα, ισορροπούσα με δυσκολία πάνω στα τακούνια μου. Ένα σκαλί…δυο σκαλιά…τραμπάλισα επικίνδυνα. Η κατάσταση δεν επέτρεπε ηρωισμούς αλλά, το χαρτόκουτο έπρεπε να το κατεβάσω.

Σε είδα. Καθόσουν στο βάθος του υπογείου, στη σκιά, πάνω σ’ έναν ψηλό μεταλλικό πάγκο. Κάπνιζες και με παρατηρούσες αδιάφορα. Μπορεί να έβαζες και στοίχημα με τον εαυτό σου: «Θα το κατεβάσει ή θα μετρήσει τα σκαλιά με την πλάτη;" Κι εγώ σκεπτόμουν το ίδιο. Η σκάλα ήταν μεγάλη και απότομη, τα σκαλιά στενά και φαγωμένα από το χρόνο, το χαρτόκουτο περιόριζε το οπτικό μου πεδίο, κι αυτά τα αναθεματισμένα τακούνια, το απαραίτητο αξεσουάρ του ντρες κόουντ της εταιρίας…

Πόση αξιοπρέπεια να έχει πια ένας άνθρωπος;  Αποφάσισα να αφήσω στην άκρη τους ηρωισμούς και να σου ζητήσω βοήθεια. Μα πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη – τι θαύμα!- σε είδα να ανεβαίνεις τη σκάλα, με το πάσο σου, εντελώς ανέκφραστος. Έφτασες κοντά μου και χωρίς να πεις κουβέντα, χωρίς καν να με κοιτάξεις, πήρες το χαρτόκουτο απ' τα χέρια μου, σαν να' ταν πούπουλο, και το κατέβασες με μια άνεση αντιστρόφως ανάλογη της δικής μου.

Σ' ευχαρίστησα -το τυπικόν του θέματος. 

Με αγνόησες -παρατυπία. 

Με ρώτησες μόνο, πού ήθελα να το ακουμπήσεις, και μετά το άφησες με την ίδια άνεση εκεί που σου είπα. Το ακούμπησες δηλαδή στο δάπεδο πίσω από έναν μεγάλο λέβητα με στρόφιγγες γύρω-γύρω, ένα μηχάνημα που μου ήταν άγνωστο και συνεπώς δεν μου έλεγε κάτι.  Αφού σιγουρεύτηκα πως το κιβώτιο έφτασε στον προορισμό του, σου γύρισα την πλάτη κι άρχισα ν’ ανεβαίνω τη σκάλα του υπογείου. Εσύ πήρες ξανά την αρχική σου θέση, πάνω στον πάγκο.

Κανείς μας όμως δεν πρόσεξε το μικρό ξωτικό, που σαν "αλεξίπτωτο" πικραλίδας, βγήκε απ’ το χαρτόκουτο και προσγειώθηκε δίπλα σου.

«Τι σκέφτεσαι;», σε ρώτησε. «Θ’ ανέβεις μαζί της τη σκάλα ή θα μείνεις εδώ να την κοιτάζεις;» Σου πήρε λίγα δεύτερα ν’ αποφασίσεις. Μετά έσβησες το τσιγάρο σου, κατέβηκες μ’ ένα σάλτο απ’ τον πάγκο και μ' ακολούθησες.  Μπροστά εγώ, κι εσύ πίσω μου, να με προσέχεις...

Τέσσερις δεκαετίες ανεβαίνουμε μαζί εκείνη τη σκάλα. Ξεπέρασε πια το υπόγειο. Υψώθηκε πολύ. 

Κάθε χρόνος κι ένα καινούργιο σκαλί, κάθε χρόνος κι ένα βήμα πιο πάνω.   Ανεβαίνουμε. Μπροστά εγώ, κι εσύ εκεί, πάντα πίσω μου, να με προσέχεις.


"Πάρε με ξανά στη μηχανή σου, να κάνουμε το γύρο τ' ουρανού" 💕


Stive Morgan - Magic Travel









Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Ο απλός, μικρός, ταπεινός φάκελος απ’ την Ελλάδα...

 



M μου,

Σου περιγράφω βήμα-βήμα την ταχυδρομική οδύσσεια του απλού, μικρού, ταπεινού φακέλου μου.

Σάββατο: κλειστά όλα τα κεντρικά ταχυδρομεία (ακόμα και των Αθηνών) από το 2020, λόγω πανδημίας. Ωστόσο, καμία ενημέρωση για το κοινό σε εμφανές σημείο. Αποτέλεσμα, φωνές και βρισίδια έξω από το ταχυδρομείο.

Κυριακή: κλειστά όπως ήταν πάντα.

Δευτέρα πρωί, στήνομαι αισιόδοξη στην ουρά με το χαρτάκι μου και περιμένω να έρθει η σειρά μου. Αργεί γιατί γίνεται χαμός. Από τα 6 γκισέ, λειτουργεί το ένα. Μια δόλια κοπελίτσα προσπαθεί σε κατάσταση πανικού να τα βγάλει πέρα. Έρχεται η σειρά μου, της δίνω τον φάκελο και της λέω τη χώρα προορισμού. Γουρλώνει τα μάτια και με κοιτάει σαν να βλέπει άνθρωπο του Νεάντερνταλ! «Δεν μπορώ να το πάρω έτσι» μου λέει. «Γιατί;» τη ρωτάω. «Καλά, εσείς δεν ξέρετε πως πρέπει πρώτα να μου φέρετε τον κωδικό; (με μαλώνει σε έντονο ύφος). Χωρίς κωδικό δεν γίνεται!» «Ποιον κωδικό εννοείται;», ξαναρωτάω εμφανώς ψαρωμένη.

 Kάπου εδώ αρχίζει η “ξενάγηση” (μου τα γράφει πρόχειρα σε ένα ποστιτ)

-θα μπείτε στο  WEB LABELING και θα ακολουθήσετε τις οδηγίες, θα επιλέξετε το UC και μετά το  D για απλή αποστολή. Μετά θα συμπληρώσετε τις φόρμες με όλα τα στοιχεία του αποστολέα και του παραλήπτη, μετά θα σας δοθεί ένας κωδικός. Με αυτό τον κωδικό θα έρθετε πάλι.

«Όλα αυτά για να στείλω ένα απλό, μικρό, ταπεινό φάκελο στον Καναδά;» «Ο επόμενος…».

Αποχωρώ αποκαρδιωμένη. Στο δρόμο σκέφτομαι, άντε και τους πάω τον κωδικό, μετά είναι σίγουρο πως θα πάρουν τον φάκελό μου ή θα πέσει σε καμιά μαύρη τρύπα του σύμπαντος;

Γυρίζω στο σπίτι και ανοίγω τον υπολογιστή. Ακολουθώ κατά γράμμα τις οδηγίες, επιλέγω το UC και μετά…κολλάω. Βρίσκομαι μπροστά σε μια στήλη με ακατανόητες για μένα επιλογές. Ψάχνω για το πολυπόθητο D. Πουθενά! Το αφήνω προς το παρόν για να ζητήσω τη βοήθεια του κοινού. Καταλαβαίνεις Μ μου πως στις μέρες μας, η αποστολή ενός απλού, μικρού, ταπεινού φακέλου στην Μορεάλη, έχει γίνει “ειδική αποστολή”.

Δεν πτοούμαι όμως, έχω το σθένος των προγόνων μου! Αυτή τη φορά θα ξεκινήσω οργανωμένη από το σπίτι, ξέρεις, κεφτεδάκια στο τάπερ, λίγο νερό για το χάπι στις 12, τον Κωδικό -Παναγίτσα μου- τατού στο χέρι - αφού βέβαια πρώτα έχω κάνει μισάωρο διαλογισμό για να μπω στην απαραίτητη Νιρβάνα.

Ο απλός, μικρός, ταπεινός φάκελος απ’ την Ελλάδα, θα φτάσει στην Μορεάλη… κάποια στιγμή, και να είσαι σίγουρη πως θα σημάνουν όλα τα σήμαντρα της Ελληνικής Παροικίας!

Κι εγώ, ω εγώ, θα ανατριχιάσω από Εθνική Υπερηφάνεια!


Υ.Γ. Η ανάρτηση αυτή έχει αποκλειστικά ενημερωτικό χαρακτήρα😊Επιπλέον πληροφορίες: Κλείνουν ταχυδρομικά καταστήματα, μειώνουν υπαλλήλους και στέλνουν τον κόσμο στις on line υπηρεσίες του φορέα που όμως δεν είναι ακόμα οργανωμένες πλήρως. 

Π.χ. διαθέτουν το E-STAMP (καλό) αλλά μόνον για το εσωτερικό.


Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Λίγο ακόμα; (29ο Συμπόσιο Ποίησης)

 





Για το χατίρι της Αριστέας έγινα ποιήτρια για μια μέρα.

Η Αριστέα είναι αυτό ακριβώς που δηλώνει το όνομά της: Άριστη. Ό,τι αναλαμβάνει να κάνει, το κάνει τέλεια, από τα χειροποιήματά της έως τις διοργανώσεις του Συμποσίου Ποίησης (δική η ιδέα), μέσα από το μπλοκ της:     

Η ζωή είναι ωραία 

που μετρούν μέχρι σήμερα 29 σε αριθμό, παρακαλώ! 

Δίνει μια λέξη δικής της επιλογής και πρέπει να εμπνευστούμε απ' αυτήν και να γράψουμε ένα ποίημα. Η λέξη που έδωσε αυτή τη φορά ήταν: ΤΡΑΠΕΖΙ.

Τα ποιητικά συμπόσια της Αριστέας μας είναι κάτι σαν...τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά στην αρχική τους μορφή. Ξέρετε ίσως πως οι αρχαίοι μας πρόγονοι διοργάνωναν τους Ολυμπιακούς Αγώνες προκειμένου να δίνεται η ευκαιρία στους άνδρες να εκτονώνουν τα βίαια και ανταγωνιστικά ένστικτά τους μέσα στο στάδιο επιδεικνύοντας μόνον ευγενή άμιλλα. 

Ένα "ευχαριστώ" λοιπόν στην Αριστέα που βρήκε αυτόν τον τρόπο να ηρεμεί και να εκτονώνει τις βίαιες μυστικές σκέψεις μας.

Γιατί, όπως γράφει και η περσινή νομπελίστρια συγγραφέας Ανί Αρνό: 

"Ό,τι δεν καταγράφω, δεν περατώνεται, απλώς βιώνεται".

Όλες οι συμμετοχές ΕΔΩ



Λίγο ακόμα;


Απόψε, βγήκα στον ωκεανό.

Ταξίδεψα σε μιαν απέραντη θάλασσα από ξύλο.

Πολυκαιρισμένο ξύλο, με ρόζους,

σημάδια από χυμένο καφέ και δρόμους χαραγμένους με μαχαίρι.

Ωκεανός χωρίς όρια – το παλιό μας τραπέζι.

Οι άκρες του χάνονται μέσα στο χρόνο.

Στο κέντρο του ένα αναμμένο κερί.

Πιο πέρα, ξεχασμένες βαρκούλες -τα βρεφικά παπουτσάκια.

Κι ένα γράμμα. Υπογραφή, λεκές από αίμα.

Ο αέρας γέμισε ψιθύρους:

Μου δίνεις άλλη μια φέτα γλυκό; Μη χαζεύεις παιδί μου, τρώγε!

Λίγα φρούτα ακόμα; Και βέβαια.

Θα περάσει κι αυτό. Υπομονή.

Μην στενοχωριέσαι.

Τι έχεις; Γιατί δεν τρως; Μια κουταλιά έμεινε, να σου βάλω;

Τελευταία μπουκιά. Η δύναμή σου!

Λίγο ακόμα;

Μια κουταλίτσα ακόμα υπομονή…

Μια κουταλίτσα ακόμα ελπίδα…

Λίγο ακόμα;

Για τον μπαμπά που απελπίζεται; Για τη μανούλα που ματώνει;

Λίγο ακόμα;

Πώς ξεσηκώνουν τόσα κύματα οι ήσυχες λέξεις των ψιθύρων;

 


Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

Περί έρωτος και συγγραφής

 

Έργο του Αμερικανού ζωγράφου Bruno Surdo -1963


{...}Πριν από πέντε χρόνια, πέρασα μια αδέξια νύχτα με κάποιον φοιτητή που εδώ κι έναν χρόνο μου έγραφε και ήθελε να με γνωρίσει. Συχνά έκανα έρωτα για να υποχρεώσω τον εαυτό μου να γράψει. Μες στην κούραση, στην εγκατάλειψη που ακολουθεί, γύρευα να βρω λόγους για να μην περιμένω πια τίποτε από τη ζωή. Ήλπιζα πως όταν θα τέλειωνε η πιο βίαιη απ' όλες τις προσμονές, εκείνη του οργασμού, θα ένιωθα τη σιγουριά πως δεν υπήρχε άλλη υπέρτατη ηδονή από αυτή της συγγραφής ενός βιβλίου. Ίσως ετούτη ακριβώς η επιθυμία να ριχτώ στη συγγραφή - που δίσταζα να επιχειρήσω εξαιτίας του εύρους της - με ώθησε να προσκαλέσω τον Α. στο σπίτι μου για ένα ποτό ύστερα από ένα δείπνο  στο εστιατόριο όπου, από ντροπαλότητα, είχε μείνει σχεδόν βουβός. Ήταν κοντά τριάντα χρόνια μικρότερός μου.

{...} Ήταν ο κομιστής της μνήμης του δικού μου πρωταρχικού κόσμου.

{...} Μαζί του διέτρεχα όλες τις εποχές της ζωής, τη ζωή μου.

{...} Ένα καλοκαίρι, στην Τσιότζια, καθώς περιμέναμε το βαπορέτο για να επιστρέψουμε στη Βενετία, είπε: "Θα 'θελα να 'μαι μέσα σου και να βγω από σένα για να σου μοιάσω".


Από το βιβλίο της Annie Ernaux: O ΝΕΑΡΟΣ ΑΝΤΡΑΣ - εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ


Η ΑΝΙ ΕΡΝΟ, είναι Γαλλίδα καθηγήτρια λογοτεχνίας και συγγραφέας, μια από τις σημαντικότερες σύγχρονες συγγραφείς της χώρας της.

Το 2022 της απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας "για το θάρρος και την κλινική οξύνοια" που συναντούμε κυρίως στα αυτοβιογραφικά βιβλία της  που εντρυφούν στην προσωπική μνήμη και την κοινωνική ανισότητα. 






Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

 




Kino kultura 


Εύχομαι ο νέος χρόνος να αφυπνίσει τις συνειδήσεις όσων αποφασίζουν για μας χωρίς εμάς, και να περιορίσουν την απληστία τους για εξουσία και πλούτο. 

Εύχομαι να εξαλειφθεί κάθε μορφή βίας πάνω στους ανθρώπους, στα ζώα και στη φύση.  

Εύχομαι οι πολλοί, να κάνουμε ό,τι πρέπει για να κερδίσουμε ξανά  ισονομία και ουσιαστική δικαιοσύνη. 

Εύχομαι στον καθένας μας ένα σπιτικό με ηρεμία, υγεία, ασφάλεια, επάρκεια και χαρά.

Όλοι οι άνθρωποι δικαιούνται να ζήσουν ως ΑΝΘΡΩΠΟΙ!


ΚΑΛΗ  ΧΡΟΝΙΑ !


Γιάννης Κότσιρας - Κοίτα γύρω 




Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2022

Το πιο αγαπημένο δώρο

 







Το πιο αγαπημένο μου δώρο ήταν μια μικρή εικόνα σε μια κορνίζα από χαρτόνι με ενίσχυση από χρωματισμένες οδοντογλυφίδες…

«Σου αρέσει;» ρώτησε με αγωνία ο μικρός δωρητής. «Ξόδεψα εκατό κιλά κόλλα για να το φτιάξω.»

Ήταν κι άλλα δώρα – η χρονιά με τη λυγισμένη συρμάτινη κρεμάστρα, στολισμένη με σουρωμένα μαντίλια και η χρονιά με το σπιρτόκουτο, καλυμμένο με κουρελάκια και ψεύτικα μαργαριτάρια – κι ύστερα έπαψα να παίρνω μικρά χειροποίητα δώρα.

Εξακολουθούν να μου κάνουν δώρα τα Χριστούγεννα.

Είναι διαλεγμένα με σκέψη. Είναι συσκευασμένα με φροντίδα. Είναι αυτό που χρειαζόμουν.

Όμως, ω, πόσο θα ήθελα να μπορούσα να σκύψω για να πάρω ένα δώρο από χαρτόνι κι αλευρόκολλα…


ΕΡΜΑ ΜΠΟΜΠΕΚ  από το «Απόγνωση»