Ραμνούντα,
παραλία, προ αμνημονεύτων χρόνων, βράδυ, φωτιά ...τα κλασσικά.
Εκείνος,
ο Γιάννης, σαράντα πατημένα, με τη Γαλλιδούλα του και το μικρό του γιο,
σκηνίτης.
Μετρίου
αναστήματος, πολύ λεπτός, νευρικός, έξυπνος, ανήσυχος.
Η Γαλλιδούλα δεν φαινόταν ιδιαίτερα ευτυχισμένη, κάπως υποτονική, υπάκουη να το
πω ;
Εκείνο
το βράδυ κοιμήθηκαν όλοι νωρίς. Θάλασσα όλη μέρα, μπες - βγες στη σκηνή απόκαμαν
τα γυναικόπαιδα.
Μείναμε
οι δυο μας δίπλα στη φωτιά είχε βάλει και λίγη ψύχρα, το φεγγάρι αρμένιζε και η
θάλασσα λάδι.
Κάπνιζε πολύ και είχε όρεξη για κουβέντα. Για
ύπνο, ούτε λέξη. Αρχίσαμε
να συζητάμε. Το καλύτερό μου! Εμένα
μου άρεσε ν' ακούω και σ' εκείνον άρεσε να μιλάει.
Κουμπώσαμε.
-
Που λες Μαρία εκείνα τα χρόνια θα μου μείνουν αλησμόνητα.
Παρίσι, αναρχία, Πωλ Σαρτρ, πορείες...
Του ζήτησα να μου πει περισσότερα. Δεν χόρταινα να ακούω. Κουσούρι
εκ γενετής.
Μου
μίλησε για τη Δημοκρατία, τη Γαλλική Επανάσταση, τον Υπαρξισμό, το όνειρό
του, να φτιάξει ένα σπίτι από γυάλινα άδεια μπουκάλια αναψυκτικών!!
Το
σχέδιό του -το όραμά του καλύτερα - ήταν οι νέες πηγές ενέργειας, η
αυτοδιαχείριση σε όλους τους τομείς. Ένα
σπίτι λοιπόν που να έχει μόνωση, φως, ζέστη το χειμώνα, να μην κοστίζει σχεδόν
τίποτα η κατασκευή του και κυρίως να σέβεται το περιβάλλον. Όλα αυτά αρχές του
'80.
Όταν
άρχιζε να μιλάει γι' αυτό το θέμα, ξεχνούσε να σταματήσει.
Ο
Γιάννης σπούδαζε αρχιτεκτονική στην Beaux-Arts την μαγική εποχή του '68, ακολούθησε μια πορεία συνειδητοποίησης,
επέστρεψε στην Ελλάδα και μπήκε στο δικηγορικό γραφείο του πατέρα του ως
υπάλληλος. Την
αρχιτεκτονική δεν την άσκησε ποτέ, από άποψη. Έτσι έλεγε τουλάχιστον. Αρνιόταν
να ακολουθήσει την πεπατημένη -καριέρα, λεφτά, επιτυχία.
Ήταν
πολύ ιδιόρρυθμος και σχεδόν ασκητικός.
Φανατικός
πολέμιος του Καπιταλισμού : «Θα'ρθει μια μέρα που θα δημιουργηθεί
μια νέα κοινωνική τάξη στην Ευρώπη, η τάξη των ανέργων.Θα είναι εκατομμύρια οι άνεργοι, και απ'
αυτή την τάξη θα ξεκινήσει η επανάσταση που θα αλλάξει τα πάντα.»
Τα λόγια του δεν τα ξέχασα. Με είχαν εντυπωσιάσει
τόσο πολύ τότε, μου ακούγονταν τόσο ξωτικά που δεν ήταν δυνατόν να τα ξεχάσω.
Σήμερα, που τα πράγματα τον επαληθεύουν, έχω πολλούς λόγους να τα ξαναθυμάμαι.
Οι άνεργοι στην Ευρώπη είναι πλέον εκατομμύρια και πράγματι έχει δημιουργηθεί μια καινούργια κοινωνική τάξη - οι νεόπτωχοι- που
έχει στους κόλπους της άτομα απ' όλες τις υπόλοιπες με κοινό παρονομαστή την
ανεργία, τη φτώχεια, την εξαθλίωση αν και το πνευματικό τους επίπεδο είναι κατά κανόνα υψηλό.
Περασμένα μεσάνυχτα άρχισε να μου
μιλάει για τον Σαιν Ζυστ.
Αυτός ο νεαρός επαναστάτης, ηγετικό πρόσωπο της Γαλλικής Επανάστασης κέρδισε γρήγορα τον θαυμασμό μου.
Ο Σαιν Ζυστ ήταν μόλις είκοσι δύο χρονών όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Πέθανε στη λαιμητόμο στα είκοσι έξι του χρόνια (25 Αυγούστου 1767 - 28 Ιουλίου 1794).
Ποιητής και συγγραφέας, ένας από τους ηγέτες του κόμματος των
"Ορεινών" Ιακωβίνων και αχώριστος φίλος του Ροβεσπιέρου, υπήρξε ο
δεύτερος σε μέγεθος επαναστάτης της Γαλλικής Επανάστασης παρά το νεαρό της ηλικίας του, ενσαρκώνοντας ό,τι πιο αγνό είχε να επιδείξει
εκείνη η φοβερή εποχή.
Επιβλητικός με όμορφο
πρόσωπο, δυνατή και μελαγχολική έκφραση, βλέμμα σταθερό και διαπεραστικό και
μαύρα μακριά μαλλιά, αυστηρός με τους ανθρώπους.
«αν και αγαπούσε τον λαό, δεν κολάκευε τις
αδυναμίες του ... αλλά ήθελε να του προσφέρει άνεση, κάνοντάς τον αξιοπρεπή και
σοβαρό»
και αφοσιωμένος στον Ροβεσπιέρο
«εκείνο που τον είχε τραβήξει κοντά στον
Ροβεσπιέρο, ήταν η φήμη του για τον αδιάφθορο και ακέραιο χαρακτήρα του, η
αυστηρή ζωή του και οι ιδέες του που συμφωνούσαν απολύτως με τις δικές του».
Έλεγε:
«Aυτοί που κάνουν επαναστάσεις στον κόσμο, αυτοί που θέλουν
να κάνουν το καλό, δεν πρέπει να αναπαύονται παρά μόνο μέσα
στον τάφο».
«Σύντομα
τα φωτισμένα έθνη θα δικάσουν όλους αυτούς που έως τώρα τα κυβερνούσαν. Οι
βασιλιάδες θα καταφύγουν στην έρημο, συντροφιά με τα άγρια θηρία που τους
μοιάζουν και η Φύση θα ανακτήσει τα δικαιώματά της», διακήρυσσε
στις 24 Απριλίου 1793.
«Πρέπει να μάθουμε να είμαστε μετριόφρονες. Το μεγαλύτερο
αγαθό είναι η χρηστότητα που δεν φαίνεται».
Ζητούσε
την εγκαθίδρυση μίας αυθεντικής
Δημοκρατίας, η οποία να
στηρίζεται στην ισόποση
διανομή των αγαθών, την πνευματική εξύψωση των πλατιών λαϊκών μαζών αλλά κυρίως στην Αρετή:
«Εκείνοι που πρόκειται να κυβερνούν την Δημοκρατία, θα
πρέπει να είναι υποδείγματα Αρετής και τιμιότητας»
«Σε καιρούς αλλαγών, ό,τι δεν είναι νέο είναι ολέθριο.»
Εισηγήθηκε
τα περίφημα «Διατάγματα Βεντόζ» («Decrets de Ventose», Φεβρουάριος και Μάρτιος
1974) με τα οποία η Επανάσταση δρομολόγησε την διανομή στους
φτωχούς πατριώτες των δημευμένων αγαθών των εχθρών της:
«Η ιδιοκτησία
εκείνων που αποδείχθηκαν εχθροί της επανάστασης δημεύεται προς όφελος της
Δημοκρατίας».
«Η Δημοκρατία θα
τιμά την Θεότητα, την Φύση και τον Λαό.
Την πρώτη ημέρα του μήνα Φλορεάλ (του μήνα της άνθισης, 20
Απριλίου - 19 Μαϊου) θα τιμά την Θεότητα, τον Έρωτα και τον Συζυγικό
Δεσμό...
Και κάθε χρονιά, σε αυτή την πρώτη ημέρα του Φλορεάλ, τα
μέλη της κάθε κοινότητας θα διαλέγουν μεταξύ τους, μέσα στον Ναό τους, έναν
νέο, ευκατάστατο, ενάρετο και αρτιμελή άνδρα, ηλικίας μεταξύ 21 και 30 ετών, ο
οποίος με την σειρά του θα διαλέγει ως σύζυγο μία φτωχή κοπέλα, σε αιώνια ανάμνηση της ισονομίας των ανθρώπων»
Αυτά
είναι λίγα από τα πολλά που διακήρυττε ο Σαιν Ζυστ την εποχή της Γαλλικής
Επανάστασης.
Συνελήφθη μαζί με τον Ροβεσπιέρο και τους άλλους ομοϊδεάτες τους
στις 27 Ιουλίου 1794 (9η Θερμιδόρ, του έτους 2), καθώς
προσπαθούσε να διαβάσει στην Εθνοσυνέλευση αναφορά για τους εντοπισμένους
προδότες.
Την επόμενη ημέρα, φορώντας χειροπέδες βάδισε μόνος του προς
την λαιμητόμο δίπλα στον μισοπεθαμένο Ροβεσπιέρο, επιδεικτικά ήρεμος και
γαλήνιος, προκαλώντας δέος στους δήμιους και στο συγκεντρωμένο πλήθος, στο
οποίο δήλωσε με υπερηφάνεια:
«Δεν είναι τίποτε αυτή η σκόνη που αποτελεί το
σώμα μου και τώρα σας μιλάει. Αυτήν λοιπόν τη σκόνη μόνο μπορείτε να βλάψετε
και να θανατώσετε, σάς έχω αφαιρέσει όμως κάθε δυνατότητα να ληστέψετε την
ελεύθερη ζωή που εγώ ο ίδιος χάρισα στον πραγματικό εαυτό μου στους αιώνες και
στους ουρανούς»
Πηγή:
(Από το βιβλίο «Λαιμητόμος Αρετή. Ροβεσπιέρος - Σαιν Ζυστ -
Κουτόν», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2007).
Τον Γιάννη τον συνάντησα άλλες δυο φορές στην ίδια παραλία και μετά χαθήκαμε. Ήταν ένας από τους ανθρώπους που πήγε το μυαλό μου λίγο παραπέρα.
Αυτό, συμβαίνει συχνά στη ζωή. Τα πιο σημαντικά συναπαντήματα να γίνονται τις πιο γλυκές ώρες, εντελώς τυχαία.