Αναρτήσεις

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

ΕΝΑ ΦΤΕΡΟ ΣΤΟ ΠΕΤΟ ΤΟΥ

 






     Τέτοια εποχή, μου αρέσει να  γράφω μια ιστορία για όσους από σας πιστεύουν ακόμα στα μικρά θαύματα των Χριστουγέννων. 

    



ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Παραμονή Χριστουγέννων, αργά. Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Η Βουκουρεστίου είχε ερημώσει. Μόνον το καφέ δίπλα στο Παλλάς παρέμενε ακόμα ανοιχτό. Το κρύο ήταν τσουχτερό και ο καιρός το πήγαινε για βροχή.

-Να σου φέρω κάτι να τσιμπήσεις; ρώτησε ο μεσόκοπος ιδιοκτήτης τον μοναδικό πελάτη του. Οι ηλικίες τους διέφεραν αρκετά. Ο πελάτης φαινόταν νέος, ένας καλοβαλμένος γιάπης, ίσως υπάλληλος πολυεθνικής, ίσως δικηγόρος. Φορούσε σκούρο κοστούμι και στο αριστερό του χέρι έλαμπε ένα χρυσό δαχτυλίδι. Στα πόδια του ήταν ακουμπισμένη η επαγγελματική του τσάντα από γυαλιστερό δέρμα, πανάκριβη, αγορασμένη σίγουρα από κάποιο μαγαζί της Στοάς Φέξη. Έπινε τον δεύτερο καφέ του με μικρές γουλιές έχοντας καρφωμένο το βλέμμα του έξω, στον έρημο πεζόδρομο.

Ο πελάτης ξαφνιάστηκε από την αιφνίδια πρόταση του ιδιοκτήτη και τον κοίταξε με απορία. Το ύφος του μαρτυρούσε πως έβγαινε από έναν άλλον κόσμο όπου πριν λίγο είχε αναγκαστεί, κάπως βίαια, να εγκαταλείψει.

-Πώς είπες;  

Ο ιδιοκτήτης εκείνη τη στιγμή τακτοποιούσε τα τελευταία καθαρά ποτήρια σ’ ένα ράφι, αλλά συγχρόνως έριχνε κλεφτές ματιές στον ξεμεινεμένο πελάτη του.

-Ρώτησα, αν πεινάς. Είναι περασμένη η ώρα και δεν έχω βάλει ακόμα τίποτα στο στόμα μου. Θα μου κάνεις παρέα;

-Τι σκέφτεσαι να φτιάξεις;

-Τίποτα σπουδαίο, μια μπαγκέτα με προσούτο και ό,τι άλλο μου έμεινε στο ψυγείο. Ο πελάτης έγνεψε καταφατικά και βυθίστηκε πάλι στις σκέψεις του. Του ιδιοκτήτη  του πήρε μόλις  λίγα λεπτά να ετοιμάσει τα σάντουιτς. Τα έφερε στο τραπέζι του και μετά τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί του χωρίς να ζητήσει άδεια. Άρχισε να τρώει πρώτος, με όρεξη.

-Μιας και ξεμείναμε εδώ τόσο αργά και μοιραζόμαστε το φαγητό μας, ας συστηθούμε κιόλας «Λεωνίδας», είπε ο ιδιοκτήτης και άπλωσε το ελεύθερο χέρι του προς το μέρος του άλλου. Εκείνος τον κοίταξε με κάποια απορία, σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά, αλλά, μετά από μερικά δευτερόλεπτα, ανταποκρίθηκε ψιθυρίζοντας σχεδόν το όνομά του, «Βασίλης».

Στην αρχή έτρωγαν αμίλητοι. Άρχισε να βρέχει. Ψιλόβροχο ήταν. Ο πεζόδρομος μέσα σε λίγα λεπτά γυάλιζε σαν καθρέφτης. Πάνω του αντανακλούσαν τα πολύχρωμα φώτα των γιορτινών μαγαζιών δημιουργώντας μια ονειρική εικόνα.

Ο Λεωνίδας τελείωσε πρώτος το φαγητό του. Σκούπισε τα ψίχουλα που είχαν κολλήσει στο μούσι του, και συνέχισε να μένει σιωπηλός δίπλα στον Βασίλη που επέμενε να παρακολουθεί αμίλητος το χορό των χρωμάτων πάνω στο οδόστρωμα. 

-Ωραία βραδιά απόψε, είπε χαμογελώντας ο Λεωνίδας στην προσπάθειά του να του αποσπάσει την προσοχή.

-Πού τη βλέπεις ωραία; Αποκρίθηκε ψυχρά ο άλλος.

-Έχει ησυχία, είμαστε στα ζεστά και απολαμβάνουμε ένα ωραίο ψιλόβροχο.

Ο Βασίλης γέλασε τότε και του είπε:

-Είσαι σίγουρος πως αυτό θα ήθελες για απόψε;

-Αυτό έχω.

-Ναι, αλλά τι θα ήθελες πραγματικά;

-Χμ… δεν έχει σημασία. Απολαμβάνω αυτό που μπορώ να έχω. Ο Βασίλης δεν επέμεινε. Προτίμησε να βυθιστεί πάλι στη σιωπή του. Όμως ο Λεωνίδας δεν κατέθεσε τα όπλα. Κάτι σ’ αυτόν τον νέο άντρα του κέντριζε το ενδιαφέρον και ήθελε να τον γνωρίσει. Ίσως να μην ήταν ούτε αυτό, ίσως απλά να βαριόταν ή πάλι, ίσως να ήθελε να καθυστερήσει την επιστροφή του στο σπίτι. Έδωσε λοιπόν ώθηση στην κουβέντα τους με την επόμενη ερώτησή του.

-Σαν σήμερα σε χώρισε; Αυτό κι αν ξάφνιασε τον Βασίλη! Πετάχτηκε πάνω σαν ελατήριο.

-Τι ώρα είναι; ρώτησε άσχετα.

-Κοντεύει μια.

-Τόσο αργά; Ούτε που κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα, είπε και κάθισε πάλι ήσυχα στη θέση του. Άναψε τσιγάρο, τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και φύσηξε τον καπνό στο ταβάνι.

-Εσύ πού το ξέρεις; απάντησε επιτέλους, φανερά ενοχλημένος  απ' την αδιάκριτη ερώτηση του Λεωνίδα.

-Δεν το ξέρω. Το ύφος σου όμως κάτι μου θυμίζει.

-Τι σου θυμίζει;

                                  

-Τον εαυτό μου πριν πέντε χρόνια. Κι εμένα παραμονή Χριστουγέννων με χώρισε. Από τότε έχω να τη δω ή να ακούσω κάτι γι’ αυτήν. Εξαφανίστηκε.  Άνοιξε η γη και την κατάπιε.

-Πέντε χρόνια; Κι ακόμα τη σκέφτεσαι; Δεν έχω ελπίδα...

- Να σου πω κάτι που έμαθα με τον δύσκολο τρόπο; Έχει και τα καλά του ένας χωρισμός. Σε κάνει σοφότερο.

-Να μου λείπει. Καλύτερα να είμασταν μαζί κι ας ήμουν λιγότερο σοφός, απάντησε ο Βασίλης και το ύφος του έδειχνε καθαρά πως αυτή ήταν μια σκέψη που είχε κάνει ήδη πολλές φορές. Μετά αποφάσισε, όπως φαίνεται, να δείξει περισσότερο ενδιαφέρον για τον συνομιλητή του, και τον ρώτησε: 

-Τι έγινε με σας; Αν θέλεις μου λες βέβαια. Ο Λεωνίδας συγκράτησε το χαμόγελο που του προκάλεσε αυτή η ερώτηση. Ένιωσε μέσα του ικανοποιημένος που είχε καταφέρει να ρίξει τον τοίχο του Βασίλη και τώρα εκείνος έβγαινε σιγά - σιγά από την μελαγχολία του.

- Δεν ξέρω. Δεν κατάλαβα. Έβαλε τα πράγματά της σε μια βαλίτσα και έφυγε χωρίς πολλές εξηγήσεις.

-Δεν τη ρώτησες; Δεν προσπάθησες να τη σταματήσεις;

-Όλα τα έκανα, αλλά δεν άκουγε τίποτα. Έκλεισε πίσω της την πόρτα κι εγώ έμεινα κούτσουρο. Λες και με χτύπησε κεραυνός, είπε ο Λεωνίδας κι ένα σαρκαστικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του.

-Καταλαβαίνω. Αν δεν δοθούν εξηγήσεις, βολοδέρνουμε στις ίδιες και στις ίδιες σκέψεις. Λοιπόν, πέντε χρόνια είναι πολλά, πρέπει να προχωρήσεις.

-Να προχωρήσω να πάω πού, όταν νιώθω πως έχασα τον προορισμό μου; απάντησε ο Λεωνίδας προσπαθώντας, μ’ έναν αστείο μορφασμό, να δείξει αστείος με το θέμα που τον έκαιγε.

-Δύσκολο ε;

-Πολύ!

-Λες να φταίει η ηλικία;

Μπα… Έχει σημασία;

Ο Βασίλης δεν απάντησε. Βυθίστηκε ξανά στις σκέψεις του. Ο Λεωνίδας σηκώθηκε και έβαλε μουσική.

-Σε ενοχλεί; Να το κλείσω;

Ο Βασίλης αντί να απαντήσει έκανε μια αδιάφορη κίνηση με το χέρι του, κάτι που ο Λεωνίδας ερμήνευσε θετικά. Κάθισε πάλι απέναντί του.

-Πες μου για κείνη. Αν θέλεις βέβαια. Πώς την έλεγαν; Η ερώτησή του έβγαλε ξανά τον Βασίλη από τον κόσμο του.

-Αθηνά. Απάντησε ξερά, προσπαθώντας να κρύψει την ενόχλησή του. Το μόνο που ήθελε ήταν να τον αφήσουν στην ησυχία του. Να βυθιστεί στη θλίψη του με την ησυχία του, να απολαύσει τη δυστυχία του χωρίς διακοπές μέχρι να γίνει απόλυτο σκοτάδι μέσα του, να πεθάνει, να σβήσει, να μην σκέφτεται.

-Πώς ήταν; Ο Λεωνίδας επέμενε να διακόπτει την απολαυστική του κατάπτωση.

-Σαν πυροτέχνημα…

-Πρώτη φορά ακούω τέτοιο χαρακτηρισμό για γυναίκα.

-Έτσι ακριβώς ήταν, σαν πυροτέχνημα. Εκρηκτική και πολύχρωμη. Είχε κάτι εορταστικό και μ’ έκανε να νιώθω τυχερός που την είχα.

-Καλό ακούγεται, αλλά τα πυροτεχνήματα κρατάνε λίγο.

- Λίγο κράτησε, μα όσο κι αν κράτησε, μου φτάνει για μια αιωνιότητα.

-Αλήθεια; Τότε γιατί φαίνεσαι τόσο λυπημένος;


                                      



- Δεν είμαι λυπημένος. Μπερδεμένος είμαι και θυμωμένος. Πρέπει να βρω ξανά τον εαυτό μου. Είναι πρόσφατο γι’ αυτό τα έχω παίξει. Θα συνέλθω όμως. Θέμα χρόνου είναι. Αν μου είχε εξηγήσει, αν μου είχε πει τι δεν πήγαινε καλά, θα το είχα διορθώσει. Αυτό με θυμώνει. Που δεν μου μίλησε. Αν ήξερα, όλα θα τα είχα φτιάξει.

Μετά από αυτό το ξέσπασμα ο Βασίλης πήρε λίγα λεπτά να σκεφτεί και συνέχισε:

-Θυμάμαι τα μαλλιά της. Δεν τα έβαφε. Σπάνιο πράγμα για σημερινή γυναίκα. Είχε καστανά μαλλιά που έλαμπαν ακόμα και στο σκοτάδι. Λίγο φως έφτανε για να κάνει τις τούφες της να λάμπουν σαν μετάξι.

- Σοβαρά; Τι σύμπτωση! Και η Ειρήνη έτσι ήταν. Τι άλλο θυμάσαι;

-Τα πάντα θυμάμαι.

-Ωραία. Πες άλλο ένα.

-Θυμάμαι το σώμα της όταν έσκυβε να φορέσει τις κάλτσες της. Καμπύλωνε η ράχη της κι αυτή η κίνηση με γοήτευε. Ήταν σαν αιλουροειδές που παίρνει φόρα να τρέξει. Θυμάμαι τα χέρια της, είχαν μια σπάνια φινέτσα. Της άρεσε να χειρονομεί όσο μιλούσε. Έπιανα τον εαυτό μου να προσέχει περισσότερο τις κινήσεις τους παρά τα λόγια που μου έλεγε εκείνη. 

Όσο τον άκουγε ο Λεωνίδας να περιγράφει την Αθηνά, ένιωθε μέσα του σαν να μιλούσε ο ίδιος για την Ειρήνη. 

-Τι λες τώρα! Φοβερό! Σαν να περιγράφεις την Ειρήνη, είπε και μετά από έναν μικρό δισταγμό, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι, συμπλήρωσε:

-Σε ζηλεύω! Εγώ ελάχιστα πράγματα θυμάμαι από κείνη. Εσύ τα ξαναφέρνεις τώρα στο νου μου, και δεν ξέρω αν είναι καλό αυτό για μένα.  Μου πήρε καιρό να ξεχάσω. Αφαιρούσα, μέρα με τη μέρα, τις αναμνήσεις μου μέχρι που δεν έμεινε ούτε μία. Αυτό όμως που δεν κατάφερα να εξαφανίσω είναι ο πόνος εκείνου του πρωινού που την είδα να φεύγει φορτωμένη με τη βαλίτσα της. Μόλις είχα ανοίξει τα μάτια μου. Δεν κατάλαβα αμέσως τι συνέβαινε. Ένιωθα απορία και συγχρόνως είχα τη βεβαιότητα πως έβλεπα έναν εφιάλτη. Δεν είχε τρέξει τίποτα πριν, ώστε να με προετοιμάσει για τη φυγή της. Είμασταν καλά, περνούσαμε υπέροχα μαζί ή έτσι τουλάχιστον μου έδινε να καταλάβω. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω τίποτα πια. Ένα όμως είναι σίγουρο, δεν θα καταλάβω ποτέ τις γυναίκες, κατέληξε ο Λεωνίδας με στωικότητα.

- Θα ήθελα να τη συναντήσω, για να τη ρωτήσω, πού έκανα λάθος μαζί της, συνέχισε την παράλληλη αφήγησή του ο Βασίλης, σαν να μην άκουσε τίποτα απ΄ όσα είπε ο συνομιλητής του πριν.

-Δεν έχει νόημα να ρωτάς τέτοια πράγματα. Έφυγε. Κράτησε αυτό και προχώρα. Εγώ αυτό προσπαθώ να κάνω.

-Ναι, και βλέπω πώς πάει! Πέντε χρόνια κι ακόμα πονάς! Άσε, δεν υπάρχει σωτηρία… 

Έμειναν για λίγα λεπτά σιωπηλοί κοιτώντας και οι δυο προς την ίδια κατεύθυνση. Το ψιλόβροχο, στο μεταξύ, γύρισε σε δυνατή βροχή. Η θέρμανση έκλεισε και η ατμόσφαιρα άρχισε να παγώνει. Ο Βασίλης έριξε στους ώμους του το παλτό του. Ένα μικρό χνουδωτό φτερό είχε κουρνιάσει στο πέτο του. Κανείς τους όμως δεν το πρόσεξε. Είχαν αλλού το μυαλό τους.

-Τι πήγε άραγε στραβά; Δεν θα το μάθουμε ποτέ, μουρμούρισε. Ο Λεωνίδας τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Εκείνος λες και αφυπνίστηκε από τη χειρονομία του.

- Σε καθυστερώ. Θα θέλεις να κλείσεις.

-Όχι μην ανησυχείς. Δεν έχω άλλωστε πού να πάω.

- Εδώ μένεις;

-Προς το παρόν ναι. Έχω ένα κρεβάτι πίσω, στην αποθήκη. Ο Βασίλης ζήτησε να μάθει περισσότερα και ο Λεωνίδας του μίλησε με λίγα λόγια  για το οικονομικό αδιέξοδο που είχε περιέλθει, μετά τον χωρισμό του. Ο Βασίλης άκουγε προσπαθώντας να κρατήσει το ενδιαφέρον του εστιασμένο στα λόγια του Λεωνίδα, αλλά η ψυχή του βρισκόταν αλλού. Ο Λεωνίδας το κατάλαβε και σταμάτησε να μιλάει για τα δικά του. Έμειναν πάλι για κάμποσο σιωπηλοί.

-Εσύ που θα γιορτάσεις σήμερα; ρώτησε τον Βασίλη για να σπάσει τη σιωπή.

-Με έχει καλέσει η αδελφή μου.

-Αλήθεια, δεν σκέφτεσαι να παντρευτείς, να κάνεις δική σου οικογένεια;

- Όχι. Δεν πιστεύω στον γάμο. Μόνον με την Αθηνά μου είχε περάσει απ’ το νου, αλλά τώρα ούτε που το σκέφτομαι πια. Εσύ;

                                   

-Το έχω σκεφτεί, αλλά δεν με παίρνει, απάντησε ο Λεωνίδας, και μετά από έναν μικρό δισταγμό, έβγαλε από την τσέπη του ένα μπλοκάκι και το άφησε πάνω στο τραπέζι.

-Χθες, εντελώς τυχαία, βρήκα αυτό. Δικό της είναι. Ήταν μπερδεμένο μες στα πράγματα που έφερα απ’ το παλιό μου σπίτι. Το ξέχασε; Το άφησε επίτηδες για να το βρω και να το διαβάσω; Δεν ξέρω.

-  Το διάβασες;

-Φυσικά! Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό. Και να σου πω, στην τελική, το είδα και σαν θεία δίκη. Αφού εκείνη έφυγε έτσι, σαν τον κλέφτη, χωρίς εξηγήσεις, το σύμπαν φρόντισε να τελειώσει τη δουλειά σωστά.

-Τι γράφει; Θα μου πεις;

-Σκόρπιες σκέψεις. Δεν βγάζω νόημα.

-Δηλαδή;

Ο Λεωνίδας πήρε πάλι στα χέρια του το λάφυρο της Θείας Δίκης, κάθισε πιο αναπαυτικά στο κάθισμά του, και άρχισε να διαβάζει.

«Έχασα την αρχική μου αθωότητα. Η ζωή επιβεβαίωσε την άποψή που είχα σχηματίσει, πως αληθινή και αγνή αγάπη δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνον η Τέχνη της αγάπης, όχι η ίδια η αγάπη. Οι άνθρωποι βιώνουν την αγάπη μέσα από είδωλα και σύμβολα. Μαθαίνουν τρόπους, εξασκούνται στην τεχνική του πώς να αγαπάνε και να κάνουν τους άλλους να τους αγαπούν. Είναι σαν να θαυμάζουν και να απολαμβάνουν ένα έργο τέχνης που ξέρουν πως έχει ποιότητα και αξίζει πολλά, μα οι ίδιοι δεν θα το αποκτήσουν ποτέ. Το μόνο που έχουν στο τσεπάκι τους είναι το εισιτήριο του «μουσείου» που το εκθέτει. Μπαίνουν στο σινεμά για να δουν μια ερωτική ταινία ή στο θέατρο, στη γκαλερί, διαβάζουν βιβλία για την αγάπη.  Έτσι τη βιώνουν: από απόσταση και πάντα με κάποιο αντίτιμο.

Κάποτε πίστεψα πως υπάρχει αυτό το πάναγνο αίσθημα της οικειότητας, της φροντίδας και της προσφοράς. Αυτή η γλυκύτητα της αυθόρμητης προσέγγισης και της αποδοχής χωρίς όρους.

 Όμως, όλες εκείνες τις όμορφες σκέψεις που την απαρτίζουν, αναγκάστηκα μεγαλώνοντας να τις κλείσω μέσα σ' ένα μικρό κουτί,  και να το καταχωνιάσω στη ντουλάπα μου, κάτω από στοίβες σεντονιών γιατί αυτές οι όμορφες σκέψεις δεν βρίσκουν την ανταπόκριση που τους αξίζει. Κι όταν αυτό το μικρό κουτί με το πολύτιμο περιεχόμενό του το ανακάλυψα μετά από χρόνια, ξεχασμένο, λησμονημέν0, έμεινα άναυδη μπροστά στην τόση αθωότητα που έκλεινε μέσα του, στοργικά. 

Είναι κι αυτός ένας απ’ τους μικρούς προσωπικούς μύθους της ζωής μου: η αληθινή, αγνή αγάπη!

Οι μικροί μύθοι της ζωής μου…

  Αναρωτιέμαι καμμιά φορά αν θα μπορούσα να ζήσω αξιοπρεπώς χωρίς αυτούς τους μικρούς προσωπικούς μου μύθους. Η απάντηση είναι, όχι. Δεν θα μπορούσα. Αν μπορούσα, θα ήμουν μια άλλη».

Ο Λεωνίδας σταμάτησε απότομα την ανάγνωση και ρώτησε συγχυσμένος τον Βασίλη:

-Εσύ κατάλαβες τίποτα; Βγάζεις άκρη;

-Όχι. Θέλει σκέψη. Τι εννοεί όταν λέει ότι κλείνει τις σκέψεις σε μικρά κουτιά;

-Μάλλον είναι κάπως ποιητικό αυτό. Έτσι σκέφτονται οι γυναίκες.

-Και το άλλο που λέει πως τα κρύβει κάτω από στοίβες σεντονιών; Κάτω από σεντόνια το βρήκες;

-Όχι. Καμία σχέση.

-Ω ρε φίλε! Τι κουβαλάνε μέσα στο κεφάλι τους;

                                     

-Εντάξει, δεν είναι όλες έτσι. Υπάρχουν και οι νορμάλ. Μια που είχα πριν την Ειρήνη, να δεις πώς την έλεγαν…Δεν θυμάμαι πια το όνομά της, ήταν κανονική. Θέλω να πω, ήθελε συγκεκριμένα πράγματα. Καλό φαγητό, σεξ και ταξίδια. Ήξερες πού να ποντάρεις. Κι έπεφτες πάντα μέσα.

-Ναι αλλά δεν θυμάσαι πια ούτε το όνομά της. Η αυθόρμητη παρατήρηση του Βασίλη έβαλε τον Λεωνίδα σε σκέψεις.

-Η Αθηνά ήταν ηθοποιός. Σοβαρή ηθοποιός. Έπαιζε σε μια ερασιτεχνική ομάδα, δεν ξέρω ποια ακριβώς, συνέχισε ο Βασίλης πιάνοντας το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει ο άλλος.

-Πήγες να την δεις;

-Τα βαριέμαι αυτά τα ερασιτεχνικά. Πολλή κουλτούρα. Δεν τα αντέχω.

Ο Λεωνίδας συνέχισε να ξεφυλλίζει το μπλοκ της Ειρήνης.

-Άκου τι γράφει εδώ, δεν καταλαβαίνω τίποτα.

«Ο Γκαίτε λέει, πως συνδιαλεγόμαστε με τον άνθρωπο που αγαπάμε, όπως με μια εικόνα. Δεν είναι ανάγκη να μας μιλάει, να μας κοιτάζει, να ασχολείται μαζί μας. Εμείς το βλέπουμε, νιώθουμε τη σχέση μας μαζί του ή μάλλον η σχέση μας μπορεί να αναπτυχθεί δίχως εκείνο το πρόσωπο να κάνει κάτι, δίχως καν να αντιληφθεί ότι συμπεριφέρεται σαν να ήταν απλώς μια εικόνα».

-Ποιος είναι ο Γκαίτε; ρώτησε ο Βασίλης καχύποπτα.

-Δεν ξέρω. Ίσως κάποιος γνωστός της, απάντησε ο Λεωνίδας προβληματισμένος.

-Απλώς γνωστός της; Δεν νομίζω. Αφού κρατάει τα λόγια του γραμμένα στο μπλοκ της. Και τι λέει αυτός ακριβώς; Ότι η σχέση μπορεί να αναπτυχθεί ακόμα κι αν το άλλο πρόσωπο δεν κάνει κάτι; Θα μας τρελάνει ο τύπος! Εγώ όλα τα έκανα, αλλά η Αθηνά με παράτησε!

Ο Λεωνίδας έπεσε σε περισυλλογή. Κι αν είχε δίκιο ο Βασίλης; Αυτή η σκέψη δεν πέρασε ποτέ από το νου του. Συνέχισε να ξεφυλλίζει το μπλοκ της Ειρήνης. Στάθηκε σ΄ ένα άλλο σημείο και διάβασε δυνατά.

« Ο υπέροχος κήπος του νου μου! Αυτός με σώζει. Κάθε πρωί μικρές εκρήξεις, σύντομες ξαφνικές λάμψεις, σαν θαύματα ταχυδακτυλουργού, ξεσπούν μες στο μυαλό μου. Απολαμβάνω την καταιγίδα των χρωμάτων που πλημμυρίζουν σιγά-σιγά το νου μου. Μια βροχή θα με σώσει, σκέφτομαι κι αμέσως το μυαλό μου στήνει χορό με εκατομμύρια  σταγόνες που ρέουν καταιγιστικά στις φλέβες μου. Ανακούφιση! Τις ακολουθώ υπνωτισμένη. Σαν τον ήχο της βροχής πάνω στη στέγη, πάνω στα τζάμια του παραθύρου, έτσι κι αυτός ο υπέροχος κήπος του νου μου γίνεται ο μαγικός αυλός της ψυχής μου. Έξω, κυριαρχεί το τέρας. Όλη η ασχήμια μαζεμένη μέσα σε μια δεκαετία. Όλα τα δεινά μαζεμένα. Πόσα μπορεί να αντέξει κανείς;»

Όση ώρα ο Λεωνίδας διάβαζε τις τελευταίες σημειώσεις από το μπλοκ της Ειρήνης, ο Βασίλης τον άκουγε σκεπτικός. Όταν τελείωσε, τον ρώτησε.

-Είσαι σίγουρος πως ήταν στα καλά της;  Ο Λεωνίδας δεν απάντησε. Είχε πέσει πάλι σε περισυλλογή. Οι σημειώσεις της Ειρήνης τον είχαν μπερδέψει. Άρχισε σιγά-σιγά να αντιλαμβάνεται πως δεν την είχε καταλάβει καθόλου. Άλλη εικόνα είχε σχηματίσει για κείνη. Γι’ αυτόν η Ειρήνη ήταν μια αξιολάτρευτη τρυφερή ύπαρξη που του έκανε όλα τα χατίρια. Τον φρόντιζε, τον κρατούσε πάντα ικανοποιημένο και μαγείρευε τέλεια. Ήταν ερωτική με τον τρόπο που εκείνος ήθελε και πήγαινε πάντα με τα νερά του. Γιατί να το κάνει αυτό αν δεν τον αγαπούσε;

Μια υποψία άρχισε να εξυφαίνει τον ιστό της μέσα στο νου του. Ένιωθε πως ήταν πολύ κοντά στο να ανακαλύψει τον λόγο που εκείνη τον είχε εγκαταλείψει. Και σίγουρα δεν ήταν αυτός ο Γκαίτε ή οποιοσδήποτε άλλος. Η αιτία βρισκόταν  μέσα σε κείνον τον «υπέροχο κήπο του νου της». Ναι. Εκεί μέσα βρίσκονταν οι απαντήσεις στα ερωτήματά του. Πώς δεν το είχε σκεφτεί αυτό νωρίτερα; Το τελευταίο το είπε δυνατά για να το ακούσει κι ο Βασίλης, μα εκείνος δεν βρισκόταν πια εκεί. Είχε φύγει! Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα κατάλευκο φτερό και ένα πενηντάευρο, αλλά εκείνος, άφαντος.

Μπερδεύτηκε. Για μια στιγμή ένιωσε πως ο Βασίλης δεν ήρθε ποτέ στο μαγαζί του, δεν μοιράστηκαν μαζί ποτέ αυτό το βράδυ. Μήπως τα είδε όλα στο όνειρό του; Το πενηντάευρο κι αυτό το φτερό; Πώς βρέθηκαν πάνω στο τραπέζι;

                                    

 Έριξε νερό στο πρόσωπό του και βγήκε έξω. Είχε επειγόντως ανάγκη από καθαρό αέρα. Χάραζε. Οι καμπάνες της Μητρόπολης χτυπούσαν χαρμόσυνα. Άνθρωποι κατηφόριζαν προς την εκκλησία. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να ακολουθήσει, αλλά αμέσως το μετάνιωσε και μπήκε πάλι μέσα.

Άνοιξε το ραδιοφωνάκι που είχε δίπλα στο ταμείο του και όλο το μαγαζί πλημμύρισε από χαρούμενες παιδικές φωνές που έψελναν τα κάλαντα. « Χριστός γεννάται σήμερον…»

Άκουσε το τραγούδι των παιδιών μέχρι το τέλος. Έκλεισε το ραδιόφωνο. Μες στην απόλυτη ησυχία του χώρου βρήκε την σπάνια ευκαιρία να αναλογιστεί τη ζωή του. Αναρωτήθηκε γιατί ήταν μόνος;  

Η πόρτα του μαγαζιού άνοιξε απότομα. Ένα χαρούμενο πρόσωπο πρόβαλε στο άνοιγμα μαζί μ’ ένα κύμα ψυχρού αέρα.

-Καλά Χριστούγεννα Λεωνίδα! Τι έγινε; Εδώ την έβγαλες χθες;

Ήταν ο περιπτεράς της γωνίας. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να του απαντήσει. Κάποιος άλλος τράβηξε την προσοχή του, κι έφυγε όπως ήρθε.

 Έμεινε πάλι μόνος με τις σκέψεις του. Έκανε καφέ και κάθισε να τον πιεί στο βάθος του καταστήματος. Όλα ξεκαθάριζαν σιγά-σιγά μέσα του.

Μια ομάδα παιδιών του χτύπησε το τζάμι.

-Να τα πούμε;

- Να τα πείτε! «Χριστός γεννάται σήμερον…». Τραγούδησε μαζί τους. Πήρε το πενηντάευρο να τους το δώσει. Μα δεν πρόλαβε. Αέρας όρμησε μέσα απ’ την μισάνοιχτη πόρτα κι έριξε το χαρτονόμισμα στο δάπεδο. Έσκυψε να το μαζέψει και τότε, πρόσεξε πως πάνω στη μια του όψη  ήταν σημειωμένος με το χέρι ένας αριθμός, ένας αριθμός τηλεφώνου. Έβαλε το χαρτονόμισμα στην τσέπη του και έδωσε στα παιδιά ένα άλλο. Εκείνα τον ευχαρίστησαν κι απομακρύνθηκαν χαρούμενα. Γύρισε πίσω στη θέση του κι έβγαλε το χαρτονόμισμα απ’ την τσέπη του. Το περιεργάστηκε. Το βλέμμα του σταμάτησε πάνω στον αριθμό που ήταν σημειωμένος. +358… Έψαξε. +358 κωδικός Φιλανδίας. Μάλλον τουρίστας Φιλανδός πλήρωσε μ' αυτό. Αλλιώς τι άλλο;

Σηκώθηκε και κλείδωσε την πόρτα. Τράβηξε και τις μισές κουρτίνες της τζαμαρίας. Το μουντό φως της χειμωνιάτικης μέρας φώτιζε, όσο χρειαζόταν, τον χώρο. Άρχισε να περπατάει πάνω- κάτω. Κάτι μέσα του τον έτρωγε, δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Δεν του πήρε πολύ μέχρι να το αποφασίσει. Με σίγουρες κινήσεις πληκτρολόγησε τον αριθμό στο κινητό του και περίμενε. Σε λίγο, μια γυναικεία φωνή, κάπως ανυπόμονη, ακούστηκε να ρωτάει «Ναι. Ποιος είναι;» 

Ο  Λεωνίδας ταράχτηκε. Δυνατό ρίγος ένιωσε να τον διαπερνάει. Αυτή τη φωνή δίχως άλλο τη θυμόταν. Ναι,  αυτή τη φωνή, δεν γινότανε να την ξεχάσει!

-Ειρήνη; ρώτησε με αγωνία και την ίδια στιγμή του φάνηκε πως είδε φευγαλέα στον απέναντι καθρέφτη τη φιγούρα του Βασίλη, με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι, να τον κοιτάζει και να χαμογελάει.

ΤΕΛΟΣ 


Καλές Γιορτές! 💝





Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

"Μικρά" εγκλήματα

 



Mark Ashkenazi


Και μπαίνω αμέσως στο θέμα.

Διάβασα τυχαία πως η κυνηγητική περίοδος του 2025 άρχισε στις 20 Αυγούστου και λήγει στις  28 Φεβρουαρίου του 2026.

Βρισκόμαστε λοιπόν στην περίοδο του "νόμιμου" αφανισμού μέρους της πανίδας της χώρας.

Αλήθεια πώς σας φαίνεται αυτό; Ας το κάνουμε εικόνα.

Άντρες με περίσσεια αδρεναλίνη  στο κορμί και περίσσεια δειλία στην ψυχή αφανίζουν - νόμιμα ή παράνομα, τι σημασία έχει, άλλωστε το παράνομο είναι και πιο γλυκό -όποιο θήραμα βρουν στο δρόμο τους. 

Στολές παραλλαγής, ντουφέκια εξελιγμένα, ανδροπαρέες με τσίπουρα και ρακές στα σακίδια τους -να μην ξαποστάσουν δίπλα σε κανα βουνήσιο ρυάκι; - σαρώνουν τα δάση, τους λόγκους και τις πεδιάδες και αφανίζουν τις ζωές αθώων πλασμάτων.

Όταν κάποτε ρώτησα έναν τέτοιο τύπο, κυνηγό, γιατί το κάνει αυτό και τι σόι ευχαρίστηση νιώθει να ρίχνει στη γη ό,τι πετάει; Μου απάντησε πως το κυνήγι κάνει καλό στον πλανήτη γιατί με αυτό τον τρόπο διατηρείται η ισορροπία στη φύση.

Μα η φύση δεν χρειάστηκε ποτέ τον άνθρωπο για βοηθό εκτελεστή. Κρατάει την ισορροπία μόνη της, εκατομμύρια χρόνια.

Φοβάμαι πως κάτι άλλο κινητοποιεί αυτούς τους ανθρώπους.

Όταν σηκώνουν το όπλο και σκοτώνουν ζώα ή πουλιά  για ευχαρίστηση, ισχυριζόμενοι πως έτσι συμβάλλουν στην διατήρηση της ισορροπίας της φύσης, λένε ψέματα!

Στην πραγματικότητα σκοτώνουν αυτό που ζηλεύουν και δεν μπορούν να έχουν: Την ελευθερία...


ΤΑ 25 ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΑ ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ







Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

Ας τραγουδήσουμε καλύτερα...

 


"Γιατί να φιλοσοφούμε όταν μπορούμε να τραγουδάμε;" Georges Brassens






Ο Ζωρζ Μπρασενς γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 21 Οκτωβρίου του 1921 από έναν άθεο Γάλλο οικοδόμο, και μία Γαλλίδα, αυστηρά καθολική. Απορώ πραγματικά πώς τα βρήκαν μεταξύ τους; Σίγουρα αυτή η ακραία θρησκευτική αντίθεση των γονιών του, επηρέασε βαθιά τον γιο τους.

Μικρός, ήταν ατίθασος και κακός μαθητής. Στα μετεφηβικά χρόνια του έμπλεξε με συμμορίες. Κι όταν λέμε συμμορίες, μην φανταστείτε άτομα με σοβαρές παραβατικές συμπεριφορές. Μικρά αγόρια ήταν που τους άρεσαν να προκαλούν τον κοινωνικό τους περίγυρο, να κάνουν χοντροκομμένα αστεία, να τσακώνονται μεταξύ τους και να κάνουν μικροκλοπές για να έχουν το πενιχρό χαρτζιλίκι τους.

Όλα αυτά όμως ήταν πολλά και ικανά για να αποβάλλουν για πάντα τον Ζωρζ από το σχολείο.

Η μάνα του που είχε όνειρο να τον δει γιατρό, δικηγόρο ή τουλάχιστον δημόσιο υπάλληλο απογοητεύτηκε πολύ. Έτσι ο ατίθασος νεαρός οδηγήθηκε αναγκαστικά στο επάγγελμα του πατέρα του και έγινε κι αυτός οικοδόμος, εκτός κι αν προτιμούσε να…καταλήξει στην φυλακή.

"Ο Γορίλας" έπεσε στα χέρια μου σχεδόν τυχαία, σε μια υπαίθρια έκθεση βιβλίων την δεκαετία του '80. Το ξεφύλλισα, στάθηκα σ' ένα ποίημα που μου τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή. "Η ομπρέλα". 

Η ομπρέλα (Le parapluie)


Ρίχνει βροχή στη λεωφόρο

χωρίς ομπρέλα η μικρή,

μα στη δική μου που έχει χώρο

χωράνε όλοι οι καλοί.

Στρίβω μεμιάς, κοντά της τρέχω:

"Έχω για σας θέση στεγνή"

χαμογελά, το "ναι" της έχω

να' μαστε οι δυο αγκαλιαστοί...


Μια ομπρέλα για σένα

μια ματιά σου για μένα,

θα' ναι του Έρωτα, πες, προσταγή...

Μια ματιά σου για μένα

μια ομπρέλα για σένα...

Ναι! Κερδίζω στην ανταλλαγή.


Σ' εκείνη πλάι, κι έπαιζε η μπόρα

μ' ήχους κρουστούς, τζαζ μουσική

κι όλη η πλάση έμοιαζε τώρα

για μας τους δύο να' χει φτιαχτεί...

Στον έβδομο ουρανό βρισκόμουν

κι ευλογούσα το νερό

και δίχως να το πω ευχόμουν

ατέλειωτο κατακλυσμό.


Μια άκρη του Παραδείσου

για μια ομπρέλα μαζί σου

των αγγέλων σκορπάς τη σαγήνη...

Μια ομπρέλα μαζί σου

για μια γωνιά Παραδείσου

Μόνο κέρδος για μένα θα μείνει.


Μα τι κι αν βρέχει, πάντα οι δρόμοι

φτάνουν σε κάποια γειτονιά...

Να κι η δική της και "Συγγνώμη" 

λέει, "εγώ στρίβω εδώ να!"

Προτού καλά το καταλάβω

να τη που φεύγει λικνιστή

στη λήθη πια τα όνειρα θάβω

...και την ομπρέλα μου μαζί!


Μια ομπρέλα για σένα

μια ματιά σου για μένα

θα' ναι του Έρωτα, πες, προσταγή...

Μια ματιά σου για μένα

μια ομπρέλα για σένα...

Ναι! κερδίζω στην ανταλλαγή!


Le parapluie/ H ομπρέλα Georges Brassens

  


Δεν ήξερα τι κρατούσα στα χέρια μου και κυρίως δεν ήξερα καν τον συγγραφέα. Μέτρησα τα λιγοστά χρήματα που είχα στην τσέπη μου και μετά από έναν μικρό δισταγμό, το αγόρασα. 

Το μικρό βιβλίο έκρυβε μέσα του πολλές εκπλήξεις. Ποιήματα σοκαριστικά ειλικρινή, ανόθευτα από δηθενιές και υποκρισίες, ποιήματα που δεν χάιδευαν αυτιά. Ποιήματα που μου έλεγαν πολλά. Με πήγαιναν αλλού, μου βάθαιναν τη σκέψη. Η ανησυχία της ηλικίας μου βρήκε καταφύγιο στα ποιήματα εκείνα που μιλούσαν κατευθείαν στο αντιδραστικό μου πνεύμα. Έγινα ομοϊδεάτης του Μπρασσένς χωρίς καν να το καταλάβω. 

Οι λέξεις του λειτούργησαν σαν φάροι μέσα στο νου μου που διψούσε εκείνη την εποχή για ανοιχτούς ορίζοντες. 



Το τραγούδι του «Ο Γορίλας», απαγορεύτηκε για πολλά χρόνια από το ραδιόφωνο. Ο γορίλας σπάει τα δεσμά του, βουτάει τον δικαστή και τον «σκίζει». Ουσιαστικά εννοούσε την απανθρωπιά των δικαστών που καταδίκαζαν κάποιον κατηγορούμενο σε θάνατο με μεγάλη ευκολία.



Δ. Μπόγδης - Η Κακή Φήμη/ La Mauvaize Reputation - Georges Brassens





           Στο χωριό, όχι να παινευτώ

                                           έχω όνομα κακό

       Σωπαίνω ή κάνω πατιρντί

        με περνάν για δεν ξέρω τι.

 

        Δεν κάνω ωστόσο ζημιά 

                   σε κανέναν παίρνοντας στρατί

που μου πάει εμένα

 

                  Μα οι άνθρωποι θεωρούν κακό

              να παίρνεις δρόμο αλλιώτικο

                    Ναι, οι άνθρωποι θεωρούν κακό

               να παίρνεις δρόμο αλλιώτικο

         Όλοι τους με κακολογούν

                               πλην των μουγκών που δεν μπορούν...

-------


Άρπαξε όμως και κάτι απ’ το σχολείο, πριν τον "εξώσουν" οριστικά: την αγάπη για την ποίηση.

Ένας καθηγητής που είδε «κάτι» στον Ζωρζ, αποφάσισε να επενδύσει σ’ αυτόν. Το τραγούδι ήταν άλλωστε και ο συνδετικός κρίκος που τον ένωνε με την οικογένειά του. Συνήθιζαν να κάθονται όλοι μαζί και να τραγουδούν. Όταν ζήτησε να τον αφήσουν να κάνει μαθήματα μουσικής, η μητέρα του πρόβαλε σθεναρή αντίσταση για να μην αποσπαστεί από τα μαθήματα του σχολείου και γίνει χειρότερος μαθητής.

Στα 18 μετακομίζει στο Παρίσι σε μια θεία του και πιάνει δουλειά στο εργοστάσιο της Ρενό.

Στο μεταξύ η Γαλλία έχει κηρύξει τον πόλεμο στη Γερμανία. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει αρχίσει. Η Γερμανία καταλαμβάνει τη χώρα. 

Ο Μπρασένς αρνείται να δουλέψει για τους κατακτητές. Αρχίζει να πηγαίνει στη βιβλιοθήκη και να περνάει περισσότερο χρόνο εκεί και στο σπίτι της θείας του. Στο σπίτι υπάρχει ένα πιάνο. Έχοντας άπειρο χρόνο και πολύ πείσμα και παρότι δεν ήξερε καν να διαβάζει νότες, κατάφερε να μάθει πιάνο. Παράλληλα ασχολήθηκε με την ποίηση γράφοντας δικά του ποιήματα που στη συνέχεια προσπάθησε να μελοποιήσει. Μεσούσης της ναζιστικής κατοχής εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του με σατιρικά ποιήματα και με τα λιγοστά δικά του χρήματα.

Η κυβέρνηση όμως του Βισύ συμφώνησε με τους Ναζί να σταλούν νέοι Γάλλοι στη Γερμανία ως εργάτες. Ο Μπρασένς επιστρατεύτηκε μαζί με πολλούς άλλους και βρέθηκε να δουλεύει στο εργοστάσιο της BMW. Στην πρώτη ολιγοήμερη άδεια που πήρε για να πάει να δει τους δικούς του κρύβεται και αρνείται να γυρίσει στη Γερμανία. Τότε ξεκινάει η γνωριμία του με άλλους «ομοϊδεάτες».

Όσα είχε ζήσει μέχρι τότε και στην πατρίδα του και στην Γερμανία τον μετατρέπουν σιγά-σιγά από έναν μικροαπατεώνα, λωποδυτάκο σε έναν πασιφιστή αναρχικό λόγιο.

Μετά την απελευθέρωση του Παρισιού, μαζί με άλλους δυο φίλους του, αποφασίζει να δραστηριοποιηθεί πολιτικά.

Από τον Μάιο του 1946, αρθρογραφεί με ψευδώνυμο και επιμελείται τα κείμενα της αναρχικής εφημερίδας “Le Libertaire”.

Στη συνέχεια διακόπτεται η συνεργασία του με την “Le Libertaire” λόγω ιδεολογικών διαφωνιών. Δεν έπαψε όμως ποτέ να δηλώνει ελευθεριακός και αναρχικός.

Ο Μπρασένς ήταν πολυγραφότατος. Στα τριάντα χρόνια μουσικής και στιχουργικής καριέρας πουλήθηκαν εκατομμύρια δίσκοι και στήθηκαν συνεργασίες με διάσημους τραγουδιστές όπως ο Ζωρζ Μουστακί, η Νάνα Μούσχουρη, ο Υβ Μοντάν, ο Ζακ Μπρέλ κ.α. Τα εισιτήρια των συναυλιών του γίνονταν ανάρπαστα.

Συνήθως έπαιζε κιθάρα συνοδευόμενος από κοντραμπάσο. Το ταλέντο του συνδυάστηκε τέλεια με τα ακούσματα που είχε από την γαλλική λαϊκή μουσική, την τζαζ, την μουσική των καμπαρέ και τον βοήθησε να γράψει καταπληκτικά τραγούδια.

Όταν ακούει κανείς τα τραγούδια του για πρώτη φορά νιώθει κάπως περίεργα. Είναι διαφορετικά. Ίσως φανούν απλοϊκά αλλά κάποια προκαλούν νοσταλγία, κάποια είναι αστεία και αρκετά προκαλούν πολλές σκέψεις, προβληματισμό αλλά και χαμόγελο.


Οι Μαλάκες, στίχοι του Ζωρζ Μπρασσένς, Μουσική Θόδωρος Αναστασίου




Περισσότερο απήγγειλε τους στίχους του παρά τραγουδούσε. Ο λόγος του ήταν ποιητικός και η γλώσσα του υποδειγματική. Τα περισσότερα απ’ τα τραγούδια του ήταν πολιτικά. Άλλα προβοκατόρικα και άλλα μιλούσαν με εικόνες. Κατήγγειλαν την ασυδοσία της αστυνομίας, την Εκκλησία, τους δογματισμούς, τους ένστολους, τους πολέμους, τον εθνικισμό, τους άρχοντες, τους πολιτικούς, το κατεστημένο, τους νταβατζήδες, τους μαλάκες δηλαδή όλα τα κακώς κείμενα και τα στερεότυπα της κοινωνίας, όπως τα έβλεπε εκείνος.

Επίσης έγραψε τραγούδια για την φιλία, τους εξεγερμένους, τους απόκληρους, τον ελεύθερο έρωτα κ.α.

Το τραγούδι του «Ο Γορίλας», απαγορεύτηκε για πολλά χρόνια από το ραδιόφωνο. Ο γορίλας σπάει τα δεσμά του, βουτάει τον δικαστή και τον «σκίζει». Ουσιαστικά εννοούσε την απανθρωπιά των δικαστών που καταδίκαζαν κάποιον κατηγορούμενο σε θάνατο με μεγάλη ευκολία.


Το καΐκι με τους παλιούς φίλους (Les copains d' abord)


...Ό,τι κι αν λένε στα λιμάνια

κάποιοι που σπέρνουνε ζιζάνια

δεν ήταν δα "ψαροκασέλα"

για τα πήγαιν' έλα.

Έπλεε σαν γέρο γλεντζές:

ίσια μπροστά μα με στροφές

και τ' όνομά του ξακουστό:

"Είμαστε όλοι εδώ". 


Τι κι αν ο άνεμος φορτσάρει

μπορεί να γέρνει, δεν φουντάρει

κι ας βγει το μάτι όποιου γρουσούζη

βασκανίες σκούζει...

Κι ο καπετάνιος, τα ναυτάκια

δεν ήτανε καθαρματάκια

μα φιλαράκια από καιρό

κι "Όλοι τους εδώ!"


Μόνος δεσμός τους η φιλία

με Σόδομα σχέση καμία

δεσμός αντρίκιος δυνατός

αδελφοποιητός

δεν ήταν φίλοι "ευκαιρίας"

ούτε άσωτοι πολυτελείας

ήταν αδέλφια, κολλητοί

και "άπαντες εκεί!"


Δεν ήταν του γλυκού νερού

μήτε του κατηχητικού

κι αρμένιζαν με την καρδιά

μ' όρτσα τα πανιά...

Ο Λίας, ο Νίκος κι όλοι οι άλλοι

σήκωσαν στης ζωής την πάλη

λάβαρο, σύνθημα, ρητό:

"Όλοι μας εδώ!"


Κι αν έρχονταν αναποδιές

μπουρίνια, φουσκοθαλασσιές

με τη φιλία για πυξίδα

κι αν τους εζώναν οι ακεφιές

δεν ψάχναν ψυχαναλυτές,

στέλναν στους φίλους ες-ο-ες,

και ήταν επαρκές.


Στις θερινές μας εξορμήσεις

ήταν - δεν ήταν, καιροί κρίσης

αν έλειπε κάποιος κοπρίτης

θα' τανε μακαρίτης...

Μα θα ήτανε άκων, εκών

πάντα στη σκέψη μας παρών,

και -πείσμα σου ζωή μπαμπέσα-,

στην καρδιά μας μέσα.


Μπήκα και σ' άλλα τρεχαντήρια

μα μόνο τούτο στα ταξίδια

ποτέ δεν έχανε τη ρότα

κι άμα θέλεις ρώτα...

Έπλεε σαν γέρο γλεντζές:

ίσια μπροστά μα με στροφές

και τ' όνομά του ξακουστό

"Είμαστε όλοι εδώ!"


Ως άντρας ο Μπρασσένς είχε πολλές κατακτήσεις. Προτιμούσε όμως τις μεγαλύτερες γυναίκες, όπως η Jeanne η σπιτονοικοκυρά του που τον περνούσε τριάντα χρόνια.

Η σύντροφος όμως της ζωής του ήταν η Joha Heiman, εννέα χρόνια μεγαλύτερή του, που όμως δεν την παντρεύτηκε ποτέ, αλλά ούτε και συγκατοίκησαν, υπακούοντας μέχρι το τέλος στις αναρχικές του πεποιθήσεις. Έγινε όμως η μούσα του και έμειναν μαζί μέχρι το θάνατό του.

Στην καθημερινότητά του, διατήρησε την απλότητά του μέχρι το τέλος. Δεν τον ενδιέφεραν τα πλούτη και τα σαλόνια.

Αν και απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’50, τα οικονομικά του ήταν πολύ καλά, συνέχισε να ζει στο φτωχόσπιτο της Jeanne.

 

Στο σπίτι της Jeanne

Κάποια στιγμή αγόρασε ένα μικρό δικό του σπίτι και μετακόμισε, αλλά προηγουμένως φρόντισε εκείνη να έχει όλες τις σύγχρονες ανέσεις.

Τα χρήματα που κέρδιζε τα ξόδευε για να φροντίζει τους αγαπημένους φίλους και συγγενείς και να υποστηρίζει τις αναρχικές ομάδες.

Δεν του άρεσαν οι εκδηλώσεις θαυμασμού και λατρείας από τον κόσμο. Κάποιοι τον χαρακτήριζαν σνομπ και άλλοι συνεσταλμένο. Δεν του άρεσε ποτέ η προβολή και ακόμα και πάνω στη σκηνή αισθανόταν ψυχολογικά πιεσμένος.

Δεν έδινε ιδιαίτερη προσοχή στην υγεία του. Η ψυχολογική πίεση που ασκούσε πάνω του η προβολή και η σκηνή του προκαλούσε βουλιμίες.

Άφησε την τελευταία του πνοή, από καρκίνο, στις 29 Οκτωβρίου του 1981, σε ηλικία 60 χρονών. 

ΠΗΓΕΣ:  



Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025

A poem for autumn

 

                                    



                                         




Καινούργιο κάλεσμα από τη φίλη Αριστέα. 
Αυτή τη φορά μας καλεί να βάλουμε τα δυνατά μας και να γράψουμε ένα ποίημα για το φθινόπωρο. 
Οι συμμετοχές στο blog της Η ζωή είναι ωραία


 Φθινοπωρινό Φως


Κάθε φθινόπωρο μαθαίνω ξανά πώς  

να αποδέχομαι ήρεμα τη φθορά,

τις μέρες που μικραίνουν, 

τις σκέψεις που βαθαίνουν

αναζητώντας νόημα στην σκουρόχρωμη γη,

στο πράσινο που λάμπει μετά τη βροχή,

στα χρυσοκόκκινα φύλλα που στρώνουν τα δάση,

και σ' εκείνο το φως, το φθινοπωρινό, 

που αγκαλιάζει γλυκά τη φθορά, 

χαρίζοντάς της 

 την "ιδέα" μιας αιώνιας και αμετάβλητης Άνοιξης. 


Kees Van Dongen




Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

Ξημερώνει;

 

Άγνωστος δημιουργός


Όταν το πέρασμα του χρόνου συνοδεύεται από ώριμη πια σκέψη, το αποτέλεσμα είναι η στωικότητα.

Ένας κύκλος μόλις έκλεισε χωρίς κιμωλία αλλά με βαθιές ανάσες, σωματική και ψυχική ταλαιπωρία και μεγάλη υπομονή. 

Σήμερα, ξημερώνοντας, ανοίγει ένας καινούργιος και κανείς δεν ξέρει να πει πώς θα είναι και τούτος.

Τον υποδέχομαι με ανοιχτή αγκαλιά και χαμόγελο, θα τον κεράσω καφέ και γλυκό σταφύλι αλλά να ξέρει πως ετούτη τη φορά δεν θα παλέψω ξαρμάτωτη γιατί "... απάνω μου έχω πάντοτε, στη ζώνη μου σφιγμένο ένα μικρό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι.."

Παρεμπιπτόντως, να αναφέρω  πως δεν υπάρχουν μεγάλα μεγέθη. Υπάρχουν μόνον συνειδητοποιημένοι άνθρωποι. 

Άνθρωποι δηλαδή που ξέρουν τη θέση τους μέσα στον κόσμο. 

Ποιοι είναι και τι μπορούν να κάνουν καλά.

Δεν τα έκανα όλα καλά. Έκανα όμως όλα όσα μου επέτρεψαν οι συνθήκες. 

Είμαι ικανοποιημένη. Η ζωή μου έδωσε τα αναγκαία και η ώριμη πια ψυχή μου την ευγνωμονεί γι' αυτό.

Και κάτι τελευταίο.

Κατάφερα να κάνω τους λίγους ανθρώπους γύρω μου χαρούμενους, και ένα - δυο απ' αυτούς, κι ευτυχισμένους.

Καρφώνω λοιπόν μια γαρδένια στο πέτο μου και προχωράω, όσο πάει... 

4:02 π.μ. Άντε.  Σε λίγο ξημερώνει... 

Χαπυ Μπέρθντευ Μαρία Γ. 


ΚΟΥΤΣΗ ΚΙΘΑΡΑ - ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ, ONIRAMA















Παρασκευή 8 Αυγούστου 2025

Α Poem For Summer

 




Ένα ωραίο κάλεσμα, από τη φίλη Αριστέα έχει μέσα του την πρόκληση για δημιουργία: ένα ποίημα για το καλοκαίρι, όπως το ζούμε ή το θυμόμαστε ή το ονειρευόμαστε. Όλες οι συμμετοχές στο blog της



Bettina Baldassari





Καλειδοσκόπιο


                                                          Τα καλοκαίρια μου μυρίζαν

Γιασεμί και

Ώριμη ντομάτα και

Λάδι απ΄ το χωριό,

Φέτα βαρελίσια και

Παξιμάδια, ελιές, καρπούζι στην πηγή και

Ζουμερά ροδάκινα.

Τα καλοκαίρια μου είχαν γεύση από σταφύλι και

Αρμπαρόριζα και

Αμύγδαλο στο γλυκό του κουταλιού και

Αγιόκλημα.

Είχαν «Μικρό ήρωα» κάτω απ’ το κρεβάτι, φθαρμένα «Μίκυ Μάους» και «Κλασικά Εικονογραφημένα».

Είχαν καλοκαιρινό σινεμά με χαλίκι, άσπρες γόβες με φαγωμένα τακούνια, φούστες με φουρό και πάστα σεράνο στην πλατεία.

Είχαν μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά

Πασατέμπο, ταμ-ταμ, γκαζόζα και ψημένο καλαμπόκι.

Βόλτες τις ξάστερες νύχτες με τα ανθισμένα νυχτολούλουδα και

 Πλήξη μεσημεριανή, μωσαϊκό βρεγμένο, γλάστρες με βασιλικούς, γαρύφαλλα και κατιφέδες και βόλτες στους μπαξέδες.

Μα δεν τα νοσταλγώ.

Μεγάλωσα, κι ο χρόνος που απόμεινε, δεν μου το επιτρέπει…

 



Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025

Εξέλιξη ...

 

Kathy Hare


Το νυχτοπούλι πέταξε από πάνω του τη νύχτα και άλλαξε φτερά. Γίνεται άλμπατρος. Κι όσο περνούν οι μέρες μαθαίνει ν’ ανοίγει σωστά τα φτερά του. Δεν έχει ακόμα τολμήσει να τα χρησιμοποιήσει. Είναι ένα λαβωμένο πουλί χωμένο στη φωλιά του.

Κλείνεται. Ξέρω τι συμβαίνει πίσω απ’ την κλειστή πόρτα. Σκέφτεται όλα τα ενδεχόμενα και κάποτε πέφτει σε απόγνωση. Σκέφτεται ρεαλιστικά την κατάστασή του. 

«Αυτό μόνο με βοηθάει. Δεν θέλω να ελπίζω. Θέλω να έχω ξεκάθαρα τα δεδομένα». Αυτό δήλωσε και μας έκοψε κάθε διάθεση να παρηγορήσουμε με θετικές σκέψεις και ευχολόγια. 

Δυο μέρες στο νοσοκομείο για συμπληρωματικές εξετάσεις. Δεν μας άφησε να πάμε μαζί του. 

«Νιώθω καλύτερα έτσι γιατί αλλιώς θα σας έχω έννοια». 

Θα μας έχει έννοια;

Τα μοναχοπούλια φέρουν ολόκληρο το γονεϊκό άγχος. Ένα βαρύ κι ασήκωτο φορτίο που δεν μπορεί κανείς να τους το ελαφρύνει.

Οι απαντήσεις που ζητάει δεν υπάρχουν. Έχει μόνο τα δεδομένα.

Βουτιά στον πόνο και μετά άρνηση.  Τρέλα. Αποδοχή και αναίρεση σε τεθλασμένη πορεία κάνει τα μηνίγγια να χτυπούν και την ψυχή να λιώνει. Θεατής στο χειρότερο εφιάλτη που μπορεί να βιώσει ένας γονέας. Ενοχές. Επαναπροσδιορισμός προτεραιοτήτων, ψυχικός επαναπροσδιορισμός. Κρίσεις άγχους μέσα στη νύχτα. Πιάνεσαι από το τίποτα, φθάνει το τίποτα να έχει μια φιλική απόχρωση, να αφήνει μια υποψία χαραμάδας για μια στιγμιαία διαφυγή από τον εφιάλτη που δεν έχει τέλος.

Μοναχοπούλι γενναίο, περήφανο, δυνατό.

«Κοιμήθηκα ξημερώματα. Ήταν όμως ένα πολύ δημιουργικό ξενύχτι. Έφτιαξα μια εφαρμογή με όλα τα συμπτώματα που οδηγούν σε ώσεις. Θα το εμπλουτίσω κι έτσι όταν απαντάς στις ερωτήσεις θα ξέρεις αν θα ακολουθήσει ώση ή όχι. Όταν ολοκληρωθεί, θα είναι ένα χρήσιμο εργαλείο...»

Το μοναχό νυχτοπούλι έγινε άλμπατρος και αφήνει πίσω του σιγά - σιγά το φόβο, την αγωνία και το παράπονο. Άρπαξε την ευκαιρία, μέσα στην ατυχία του, να δημιουργήσει κάτι ωφέλιμο για το ίδιο και όσους το χρειάζονται.

Ένα ταξίδι αρχίζει, που δίνει νόημα σ' αυτό που περνάει. Η δύναμη το κάνει χρήσιμο. 

Περιμένω με λαχτάρα να το δω και να πετάει.

Καλό μας και Καλό σας Μήνα!!


 




Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

604

 


O πίνακας ανήκει στον άγνωστο σε μένα δημιουργό του.




Είδα ένα όνειρο, ένα άσχημο όνειρο. Είδα πως αρρώστησε το νυχτοπούλι μου, αρρώστησε βαριά κι εγώ δεν ήξερα τίποτα.

Ξύπνησα έντρομη, άνοιξα το φως και αμέσως η καρδιά μου πήγε στη θέση της. Ησυχία στο σπίτι. Ησυχία έξω στο δρόμο, τα ρούχα ανεμοδέρνονται στο μπαλκόνι, ένα ξαφνικό ψιλόβροχο τα ράντιζε με λασποβροχή. Όλα καλά. Θα τα πλύνω πάλι αύριο, δεν χάθηκε κι ο κόσμος αφού είμαστε όλοι καλά.

Έκλεισα το φως και ξάπλωσα πάλι. Αδύνατον να κοιμηθώ. Μου έρχονταν διάφορα στο νου άλλα άσχετα και άλλα σχετικά με τους πιο κρυφούς μου φόβους. Το ρολόι έδειχνε δύο μετά τα μεσάνυχτα. Το αποφάσισα σε δευτερόλεπτα πως έπρεπε να τηλεφωνήσω. Ήξερα πως δεν κοιμάται. Το νυχτοπούλι απάντησε νυσταγμένο. "Όλα καλά; Είσαι καλά;" "Ναι μια χαρά, γιατί; Τι έπαθες νυχτιάτικα; Ξέρεις τι ώρα είναι;"

Έκλεισα το τηλέφωνο πιο ήσυχη από πριν. Ξάπλωσα πάλι. Κρύωνα. Πάντα βάζει κρύο αυτή την ώρα. Κουκουλώθηκα με το πάπλωμα και περίμενα να με πάρει ο ύπνος. Όσο περίμενα άκουγα τη βροχή στο φύλλωμα του γιασεμιού που έμοιαζε με φθινόπωρο. Μα έχουμε άνοιξη σκέφτηκα, σε λίγες μέρες μπαίνει ο Απρίλης. Πρέπει να φροντίσω τα φυτά, να τα κλαδέψω, να τα λιπάνω, κάποια δεν έβγαλαν τον χειμώνα..

Περίμενα να με πάρει ο ύπνος... 

Μετά, περίμενα να ξημερώσει...

Στις τέσσερις σηκώθηκα. Δεν με κρατούσε άλλο το κρεβάτι. Έφτιαξα μια ζεστή σοκολάτα και κάθισα στη θέση μου να την πιω. 

Η θέση μου είναι απόλυτα σεβαστή απ' τους υπόλοιπους στο σπίτι. Μου την παραχώρησαν χωρίς να το ζητήσω, δίπλα στη βιβλιοθήκη, κάτω από τη λάμπα που με βοηθάει να κάνω με άνεση όλες τις μικροδουλειές. Δεν κάναμε ποτέ κουβέντα γι' αυτό, για τη θέση μου στο σπίτι. Η αποδοχή εδραιώθηκε σιωπηρά. Σιωπηρή αποδοχή, αυτή η θέση είναι μόνο για τη μαμά, κανείς άλλος δεν κάθεται εκεί ακόμα κι όταν η μαμά λείπει από το σπίτι. 

Ονειρεύτηκα πολλές φορές τον εαυτό μου να κάθεται σ' αυτή τη θέση αγκαλιά με ένα εγγόνι, να του διαβάζω παραμύθι και να με διακόπτει συνεχώς για να με ρωτήσει τούτο και τ' άλλο, όπως κάνουν συνήθως τα μικρά παιδιά. Έχω ονειρευτεί κι άλλα σ' αυτή τη θέση, για τη μελλοντική ζωή μου, για τη μελλοντική ζωή των αγαπημένων μου και χαίρομαι, και αγωνιώ και μερικές φορές λυπάμαι όταν η λογική μου αναιρεί αυτά τα όνειρα. Συμβαίνει κι αυτό καμμιά φορά. Συνήθως αφήνω τα όνειρα μου ελεύθερα να διανύουν  τις μικρές αποστάσεις του μακρινού μέλλοντος. Οι αποστάσεις στα όνειρα είναι σχετικές, το ξέρουν και οι πέτρες. 

Τελείωσα τη σοκολάτα μου κι ακούμπησα την κούπα πάνω στο τραπέζι. Έγειρα στη θέση μου κι έκλεισα τα μάτια. Νόμισα προς στιγμή πως επιτέλους νύσταξα, αλλά δεν ήταν αυτό. Και τι ήταν; Τι ήταν αυτό που μ' εμπόδιζε να κλείσω τα μάτια μου; Δεν ήθελα να ονειρευτώ. Ναι, αυτή τη φορά δεν ήθελα να ονειρευτώ. Η ψυχή μου αντιστεκόταν σθεναρά στο ενδεχόμενο ενός καινούργιου ονείρου. Δεν είναι ώρα για τέτοια μου σύρισε ένα μικρό φιδάκι μέσα μου. Συγκεντρώσου στα τρέχοντα. Στα τρέχοντα; Αχ ναι, στα τρέχοντα. 

Με το ζόρι κρατήθηκα να μην τηλεφωνήσω πάλι στο νυχτοπούλι μου. Τι κάνει τώρα; Ήμουν σίγουρη πως απόψε ξαγρύπνησε όπως κι εγώ.

Έριξα μια ματιά στο ρολόι, ώρα να ετοιμαστώ. Το ραντεβού ήταν στις έξι ακριβώς. Φτάσαμε στην ώρα μας. Είναι άδειοι οι δρόμοι τόσο πρωί. Παρκάραμε εύκολα. Μιάμιση ώρα μας πήρε για τις διατυπώσεις, τα σχετικά βαρετά πράγματα που σου θυμίζουν πόσο άδικα σπαταλά η γραφειοκρατία τη ζωή. Μιάμιση ώρα στην αναμονή και μετά ανεβήκαμε στο δωμάτιο που μας έδωσαν. Το βλέμμα μου καρφώθηκε στον αριθμό που είχε πάνω της η πόρτα, 604. Έκανα αυθόρμητα την πρόσθεση, 604, 10, 1, αρχή. 

Μπαίνοντας σ' αυτό το δωμάτιο βάζουμε το κλειδί σε μια άλλη πόρτα που θα καθορίσει τις μικρές αποστάσεις του μέλλοντος μας. 

"Συναινέσατε", θα μας πετάξει κατάμουτρα η μοίρα όταν περάσουμε το κατώφλι του δωματίου 604. Έκλεισα τα μάτια μου και έκανα τη σκέψη πως πίσω από αυτή την πόρτα μας περιμένει ένας ανοιξιάτικος κήπος γεμάτος από πολύχρωμα λουλούδια, ευωδιαστά. 

Μετά, όλα έγιναν γρήγορα. Πράσινη ρόμπα, πράσινο σκουφί στο κεφάλι, πράσινα σεντόνια στο φορείο. Τους είδα να απομακρύνονται στο βάθος του διαδρόμου, μπήκαν στο ασανσέρ και χάθηκαν. 

Δεν ήξερα πια που να ακουμπήσω το βλέμμα μου. Τι να κοιτάξω για να ξεγελάσω την αγωνία μου, ώσπου εκείνο με ξεπέρασε και στάθηκε στην εικόνα που κρεμόταν στον απέναντι τοίχο. Ήταν μια ελιά.

"Ξέρετε πόσο θα κρατήσει;" ρώτησα. 

"Δεν ξέρω. Εξαρτάται. Καθίστε στη θέση σας και περιμένετε", απάντησαν.

Στη θέση μου. Εκεί πήγα. Και περίμενα, όπως κάνουν όλες οι σύζυγοι, οι μαμάδες, οι κόρες, οι αδελφές.

Περίμενα στη θέση μου δίπλα στο στρογγυλό παράθυρο που είχε θέα ένα μεγάλο παρτέρι με δέντρα γυμνά.

Δεν άκουγα τη βροχή αλλά την ένιωθα μέσα μου, μια καθαρή ανοιξιάτικη μπόρα που ξέπλενε με ορμή το φύλλωμα εκείνης της ελιάς.


Enigma - Temple of love


                                   


 

   

Τρίτη 18 Μαρτίου 2025

Ο δρόμος προς το φως μέσα απ' το τσιμέντο

 

                


Περπατώντας στο Αγκίστρι, στον παραλιακό δρόμο προς τη Σκάλα, λοξοδρόμησα κάποια στιγμή προς τα δεξιά γιατί μου τράβηξε την προσοχή ένα εκκλησάκι, πολύ γραφικό, βαμμένο ολόκληρο με ασβέστη. 

Ήταν η πιο μικρή εκκλησία που είχα δει ποτέ. Εικονοστάσι δεν ήταν σίγουρα αλλά ούτε και κανονική εκκλησία. Πήγα λοιπόν να το δω από κοντά. 

Μου φάνηκε σαν να ήταν κάτι ανάμεσα στο τίποτα και στο λίγο. Μια ντροπαλή "παρουσία" ανάμεσα στο πράσινο του διπλανού χωραφιού και στο μπλε της θάλασσας που απλωνόταν μπροστά του. Είχε κάποια σημασία αυτό ή ήθελα εγώ να του δώσω; 


Η αλήθεια είναι πως εκείνο το εκκλησάκι πρόβαλε μέσα μου ένα αίσθημα γενναιότητας. Δήλωνε εμφατικά μια έντονη διάθεση να υπάρχει. 

Το πλησίασα με σεβασμό για την τόλμη του, και τότε είδα εκεί, πάνω στο φθαρμένο τσιμέντο του περίβολου να ξεπροβάλλει μια καταμόναχη παπαρούνα με τρία φλογισμένα άνθη. 

Ο δρόμος της προς το φως πέρασε μέσα απ’ το τσιμέντο. 

 Ανάμεσα στο τίποτα και το λίγο η ζωή πάντα βρίσκει τρόπο να υπάρχει.



Alexandre Desplat - The meadow
























Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

Καρδερίνες στο μπαλκόνι!

 





    Πόσες πιθανότητες έχει κανείς να δεχτεί επίσκεψη στο μπαλκόνι της πυκνοκατοικημένης τσιμεντούπολης του, από αποδημητικά ωδικά πουλάκια του δάσους και των λιβαδιών;

    Ο Μάρτιος έκανε το μικρό θαύμα του. 




    Δυο ερωτευμένες καρδερίνες έρχονται κάθε μεσημέρι, ανελλιπώς, και τσιμπολογούν τους σπόρους από τις τσουκνίδες που οργιάζουν στις γλάστρες του μπαλκονιού μου. Το ευτύχημα είναι πως τρώγοντας τραγουδούν κιόλας και φλερτάρουν μεταξύ τους πετώντας στα γυμνά κλαδιά της μικρής ροδιάς μου.  

    Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσουν αυτές οι επισκέψεις, δεν με ρώτησαν κιόλας, αλλά εύχομαι να διαρκέσουν όσο γίνεται περισσότερο γιατί,

 τι να την κάνω την φαντασμαγορία των μεγάλων πραγμάτων όταν έχω τα μικρά θαύματα στο μπαλκόνι μου;

Καλή Σαρακοστή! 💚


Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024

Κυματισμός στο χρόνο

 





Έχω πολλές επιφυλάξεις για το αν θα καταφέρει να τα βγάλει πέρα τελικά.

Όταν μου ανακοίνωσε την απόφασή της να φύγει δεν την πίστεψα. Αποκλείεται να το εννοεί, σκέφτηκα. Κι όμως, το εννοούσε. Έτσι προχθές, με κάλεσε για καφέ δίπλα στη θάλασσα και εκεί μου ανακοίνωσε την ημερομηνία της αναχώρησης της. Τρομοκρατήθηκα. Αλήθεια. Προσπάθησα να την σταματήσω. Πού θα πας, τη ρώτησα, μόνη, στο πουθενά; Είσαι με τα καλά σου; Έχεις ιδέα τι μπορεί να σου συμβεί εκεί πέρα; Θα έχω παρέα το σκύλο μου, απάντησε σοβαρά. Μετά, άρχισε να μου περιγράφει το σχέδιό της, τα πράγματα που θα πάρει μαζί της: Λίγα βιβλία, γραφική ύλη και τη φωτογραφική μηχανή. Δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η ιδέα, να χαθεί στην ερημιά για τόσο καιρό. Και για λίγο δηλαδή το ίδιο θα ήταν. Όσα φέρνει η στιγμή δεν τα φέρνει ο χρόνος, λένε. Κι αν σου συμβεί κάτι; επέμεινα ανόητα. 

Ε και; μου απάντησε χαμογελώντας και συνέχισε: Εγώ ελευθερώθηκα απ' την ελπίδα. Επιτέλους, τώρα μπορώ να ζω φυσιολογικά. Να ζω τις στιγμές, όπως τρέχουν οι λέξεις στην οθόνη του υπολογιστή μου, όπως αντικρύζω τον καταγάλανο ουρανό απ' το παράθυρό μου, όπως ακούω το γουργούρισμα της γάτας μου πάνω στην κοιλιά μου, όπως μυρίζω το φαγητό που ψήνεται στην κουζίνα..

 Τότε νιώθω την καρδιά μου να χτυπάει λίγο πιο δυνατά απ' το κανονικό...Καμιά δεύτερη σκέψη. Καμιά αίσθηση απώλειας. 

Όταν όλος ο κόσμος είναι στις χούφτες μου κι αναπτύσσεται μέσα στα λίγα τετραγωνικά του δωματίου μου, ολόκληρο το σύμπαν απλώνεται μπροστά μου ζωντανό σαν παλλόμενη καρδιά, κατακόκκινο σαν το αίμα της.

Όλα μας τα δίδαξε η φύση όταν δημιούργησε το πρώτο της κύτταρο. Μέσα σ' αυτό το σπειροειδές ιδεόγραμμα της ζωής έκλεισε μια ολοκληρωμένη ιστορία με παρελθόν, παρόν και μέλλον.  

Είμαι τώρα, και είμαι εδώ. 

Για αύριο, ουφφ πια ...ποιος νοιάζεται;


Υ.Γ. Συγγνώμη που δεν θα μπορέσω να απαντήσω σε σχόλια. Δεν έχω δυνάμεις. 💓


Ane Brun - Dating to love