Υπάρχουν κάποιες
"αρτίστες" στη ζωή που το στυλ τους παίρνει όλα τα χρώματα. Από
το ροζ μέχρι το βαθύ κόκκινο και το μαύρο.
Η κυρία Ντίνα, ενενήντα τριών ετών ζει με τον σκύλο της στον κάτω όροφο. Ανοίγει, στις δώδεκα το μεσημέρι ακριβώς, την σιδεριά που έχει τοποθετήσει στην εξώπορτά της για να της παραδώσει ο ντελιβαράς το μεσημεριανό φαγητό της.
Ο ήχος της σιδεριάς είναι στριγκός
και με κάνει κάθε φορά να ανατριχιάζω. Έχει βάλει ίδιες σιδεριές και στις δύο
μπαλκονόπορτες του διαμερίσματός της. Παλιά φοβόταν τους Αλβανούς, μετά τους Πακιστανούς
και τώρα φοβάται τις κάθε λογής συμμορίες που την έχουν βάλει στόχο. Επιμένει
πως κόβουν βόλτες στο δρόμο και παραμονεύουν να την κλέψουν. Έχει τσακωθεί με τους
λίγους συγγενείς της και δεν τους δέχεται στο σπίτι της γιατί θέλουν κι αυτοί
να την κλέψουν. Κάθε φορά που χάνει κάτι είναι σίγουρη πως κάποιος από την
πολυκατοικία έχει μπει κρυφά στο διαμέρισμά της και το έχει κλέψει.
Η κυρία Ντίνα ζει φυλακισμένη στο σπίτι της και στο μυαλό της.
Δεν είχε βέβαια πάντα αυτά τα μυαλά. Στα νιάτα της επιβίωσε χάρη στην ικανότητά της να βλέπει ευκαιρίες ακόμα και σ' ότι δεν ήξερε να κάνει. Έμαθε όμως. Ξεκίνησε μετά την Κατοχή να φτιάχνει σόλες για παπούτσια στο σπίτι της. Όταν οι δουλειές μεγάλωσαν, νοίκιασε ένα παλιό προσφυγικό παράπηγμα μισογκρεμισμένο απ΄ τους κατοχικούς βομβαρδισμούς και έστησε εκεί μέσα μια μικρή βιοτεχνία για σόλες. Απέκτησε χρήματα και συχνά πυκνά μάζευε τα ρακένδυτα πεινασμένα παιδάκια της γειτονιάς της και τα τάιζε.
Υπήρξε πολύ ωραία στα νιάτα της. Το μαρτυρούν οι φωτογραφίες στο σαλόνι της. Σε περίοπτη θέση βρισκόταν μέχρι πρόσφατα ο πίνακας που είχε φιλοτεχνήσει ένας παλιός φίλος της, ζωγράφος. Τον κατέβασε γιατί δεν ήταν σωστό - όπως είπε - να την βλέπει γυμνή ο κόσμος.
Πριν ένα χρόνο έχασε το γιο της. Εξήντα πέντε χρονών. Ζούσε στην Νότιο Αφρική.
Της έκρυψαν το θάνατό του. Της είπαν πως έλειπε στη ζούγκλα για δουλειές. Ώσπου κάποιος φίλος του συνταξιούχος, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, αποφάσισε να της το φανερώσει. Πίστευε πως η μάνα έπρεπε να πενθήσει το παιδί της.
Mόλις το έμαθε, έμεινε σκεπτική. Δεν την αιφνιδίασε η είδηση. Είπε πως το είχε διαισθανθεί. Έκλαψε και μετά, το ξέχασε.
Μέλημά της έγινε η τακτοποίηση της κηδείας της. Τα κανόνισε όλα με το γραφείο τελετών και πλήρωσε προκαταβολικά για τα πάντα. Αυτό ήταν θέμα αξιοπρέπειας για την ίδια.
Πέρασαν χρόνια από τότε. Ο τελετάρχης της θύμιζε που και που τον εκκρεμή θάνατό της. "Ξέχασες να πεθάνεις; Έχεις πληρώσει." Γελούσε η κυρία Ντίνα. Ηλικιωμένος αυτός, ηλικιωμένη κι αυτή βρήκανε αυτό για να γελάνε.
Κάθε μέρα στις 12 μ.μ. χτυπάει το κουδούνι της ο ντελιβεράς που φέρνει το φαγητό της. Όταν βιάζεται χτυπάει σε μας. Εκείνη αργεί πολύ να του ανοίξει. Ευγενικός άνθρωπος με πολλή υπομονή. Ο σκύλος ξεσηκώνει τον κόσμο απ' τη χαρά του όταν τον βλέπει. Αλλά κι εκείνη δεν κρύβει τη δική της. Του πιάνει τη συζήτηση, μιλάει για λίγο μαζί της, τον πληρώνει, την ευχαριστεί και φεύγει.
Τελευταία δεν βλέπει σχεδόν καθόλου. Το ζάχαρό της έχει χτυπήσει ταβάνι. Στο ψυγείο της όμως διατηρεί σταθερά στοκ από σοκολάτες.
Αρνείται να υπακούσει στις εντολές του γιατρού. Η γεύση άλλωστε είναι η τελευταία αίσθηση που της έχει απομείνει.
| (Από το διαδίκτυο) |
Στο ημιυπόγειο ζει η κυρία Ζωή. Το δικό της διαμέρισμα, αντίθετα, είναι κέντρο διερχομένων. Στις δέκα, που έχει
τελειώσει τα ψώνια της και τις δουλειές της, βάζει στη διαπασών τη μουσική της
αρεσκείας της και το ρίχνει στο τραγούδι. Έχει πατήσει τα
ογδόντα, αλλά δεν το βάζει κάτω. Κατάξανθο μαλλί, colorful ενδυμασία και μακιγιάζ επικίνδυνο. Αεικίνητη και
αισιόδοξη δεν αφήνει κανένα φαρμάκι να πάει κάτω. «Μακαρία και πτωχή τω
πνεύματι» ζει ευτυχισμένη, και το μόνο της πρόβλημα είναι το υψηλό ζάχαρο που της
ταράζει τα νεύρα. Τότε βρίζει μόνη της και ξεριζώνει τα λουλούδια της
εισόδου. Σε αντίθεση με τη Ντίνα που πλακώνεται στις σοκολάτες, η Ζωή προσέχει τον εαυτό της. Τηρεί με ευλάβεια τη δίαιτά της και κάνει ανελλιπώς τον καθημερινό της περίπατο.
Οι άντρες και τα γλέντια δεν έλειψαν απ’ τη ζωή της. Όλα φανερά, σε δημόσια θέα.
Η κυρία Ζωή έχασε νωρίς τον άντρα της και μεγάλωσε μόνη της τα τέσσερα παιδιά της. Χρειάστηκε να κάνει όλων των ειδών τις δουλειές. Τα φρόντισε, τα πάντρεψε και τα καμαρώνει. Στο πεντακάθαρο διαμέρισμά της είναι όλοι καλοδεχούμενοι.
Πριν ενάμιση χρόνο μου σύστησε το τελευταίο amore της. Έναν ηλικιωμένο συνταξιούχο ξυλουργό και χήρο. Άντρας της καλύτερής της φίλης. Πέθανε νέα και της τον άφησε κληρονομιά, όπως έλεγε. Ερχόταν σπίτι της συχνά και έκαναν παρέα. Του έπλενε τα ρούχα, του μαγείρευε κι εκείνος φαινόταν απόλυτα εξαρτημένος. Ήσυχος άνθρωπος, μελαγχολικός, ευγενικός και λιγομίλητος. Απέπνεε μια κάποια αρχοντιά κι αξιοπρέπεια. Πίνανε μαζί καφέ, έβγαιναν και βόλτες τα απογεύματα.
Τους συναντούσα κάποιες φορές στις σκάλες. Εκείνη με χαιρετούσε μες στα χαμόγελα. Εκείνος στεκόταν αμίλητος στην άκρη, με βλέμμα χαμένο. Σαν να 'ταν κι ο ίδιος, σε άλλο χρόνο, χαμένος και το μόνο σκοινί που τον κρατούσε στο παρόν, να ήταν το εκρηκτικό γέλιο της Ζωής και το κατακόκκινο κραγιόν της.
Μου ανακοίνωσε τον θάνατό του ένα απόγευμα. Τον φρόντισα μου είπε, όπως υποσχέθηκα στη φιλενάδα μου. Δεν είδα λύπη στα μάτια της. Σαν να είχε κάνει το καθήκον της και ήταν ήσυχη. Πρόσεξα όμως πως δεν φορούσε το κόκκινο κραγιόν της. Ίσως δεν της πήγαινε η καρδιά να το φορέσει αφού εκείνος έλειπε.
Κάποιες φορές η Ντίνα και η Ζωή κάνουν παρέα οι δυο τους. Άλλες πάλι φορές τις ακούμε να τσακώνονται σαν τα κοκόρια. Η Ντίνα να λέει τη Ζωή ξεδιάντροπη και η Ζωή να χαρακτηρίζει την Ντίνα ξεμωραμένη.
Όμως, όσες φορές τις έχω δει να περπατούν αγκαζέ στο δρόμο, νιώθω πως είναι πιο κοντά απ' ό,τι οι ίδιες νομίζουν. Πως κάτι δυνατό υπάρχει που τις ενώνει. Τα σιγοψιθυρίσματά τους, τα βλέμματα όλο νόημα, τα "κοριτσίστικα" κρυφοχαμόγελα τους.
Κι αυτή η δυνατή, ακόμα παθιασμένη γυναικεία καρδιά τους.
