"Κοντεύω να γίνω "μικρός". Μικραίνει κανείς όταν ατέλειωτα βιάζει τον εαυτό του να είναι χωμένος σ' ένα μηχανισμό στενό και ανόητο." Ίων Δραγούμης (πίνακας Johnson Head )
Αναρτήσεις
-
Δέχτηκα την πρόσκληση της Μάνιας από το blog Καληνύχτα να συμμετάσχω στο δρώμενο που ξεκίνησε η φίλη Κατερίνα από το ιστολόγιo της Pau...
-
Όλα ξεκίνησαν απ’ τα καλώδια που έβρισκα στο μπαλκόνι. Στην αρχή μου έκανε εντύπωση που έβρισκα καλώδια στο μπαλκόνι. Χ ρωματιστά...
-
Πώς περνάω το καλοκαίρι μου; Να σας πω. Το περνάω με δέκα απίθανους τύπους. Είμαστε μια παρέα που συναντιόμαστε μόλις νυχτώσει, στον κήπο...
-
Από μια καλοκαιρινή βόλτα στην Ν. Εύβοια Το 2019 είχε κάνει ποδαρικό με τον Θούριο του Ρήγα :) δείτε εδώ: Πρώτη μέρα του 2019 ...
-
The plain pessimist by Rex John Whistler (British, 1905–1944) Έξι δεκαετίες πριν, ο Norman Vincent Peale , συγ...
-
Αποφάσισα να τακτοποιήσω την ντουλάπα μου. Ήταν μια γενναία πράξη που συνεχώς έπαιρνε αναβολή αλλά ήρθε η στιγμή που έπρεπε να αντιμετωπ...
-
Η Άλλη το αποφάσισε να του γράψει γράμμα όπως τον παλιό καλό καιρό που οι άνθρωποι επικοινωνούσαν με επιστολές-ραβασάκια που άφηναν ...
-
"Χαρίζεται... πλάκωμα βαρύ και ασήκωτο, απροσδιορίστου προελεύσεως και αναμφιβόλου διαρκείας. Δεν επιδέχεται μεταποιήσεως. Είναι αυθ...
-
"Ποια πιστεύω ότι πρέπει να είναι τα δύο χαρακτηριστικά ενός έργου τέχνης; Πρώτον, πρέπει να είναι απερίγραπτο και δε...
-
Βρήκαμε εύκολα να παρκάρουμε. Μέχρι να φτάσουμε, η υπερβολική κίνηση στους δρόμους είχε νικήσει όλες μας τις αντιστάσεις. Φτάσα...
Πέμπτη 12 Αυγούστου 2021
Αίτημα
Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021
Στην ταράτσα
Και τώρα, προσπαθούμε πάλι να επιβιώσουμε ως είδος.
Τι είδους είδος; Αυτουνού που μένει στο κλεινόν άστυ
κατακαλόκαιρο και αναπνέει μπετόν σε υγρή μορφή. Για μας θα μιλήσω αδέρφια. Για
όσους μένουμε στα διαμερίσματα της κολάσεως των 43 βαθμών Κελσίου και βλέπουμε
τα πάντα γύρω μας να λιώνουν.
Μέσα σ’ αυτήν την καλοκαιρινή ρευστότητα και ευφορία -όσων τυχερών διακοπάρουν- προσπαθούμε να επιβιώσουμε ψυχικά και σωματικά. 43ο C αδέρφια μέσα σε ένα διαμέρισμα με «πλάκα» από πάνω, μετράω «θύματα». Οι γλάστρες στο μπαλκόνι, μια-μια με αποχαιρετούν. Πάει ο βασιλικός, πάει το νυχτολούλουδο, πάει ο κίτρινος κατηφές…δεν θα ήθελα τώρα να γράψω όλη τη λίστα των εκλιπόντων ούτε να τελέσω μνημόσυνο. Να είμαστε καλά να τα θυμόμαστε. Όμως (αυτό το «όμως» θα μας φάει), αυτό που με πληγώνει κυριολεκτικά είναι τα αγκάθια του κάκτου που μεγαλώνει επικίνδυνα -κόντρα στ' άλλα που ψυχορραγούν- πάνω στη στροφή προς δυσμάς του μπαλκονιού, εκεί, κολλητά με τη ροδιά που, τούτο το καλοκαίρι, πνέει τα λοίσθια. «Άνθρωπος και φυτά για μιαν ελπίδα ζουν, το ξέρουν και οι πέτρες, που δεν ιδροκοπούν» - καλοκαιρινό συνθηματάκι βγαλμένο απ’ την ψυχή.
Εμείς πάντως, αποκτήσαμε καινούργιο "σπορ" (να γραφτεί στα πρακτικά του καλοκαιριού, παρακαλώ). Καταβρέχουμε την "πλάκα", την ταράτσα ντε. Όποιος διαθέτει ταράτσα στο κεφάλι του, είμαι απολύτως σίγουρη πως με καταλαβαίνει. Πήραμε κι άλλο λάστιχο και το βάλαμε προέκταση στο ήδη υπάρχον. Το ανεβάσαμε στην ταράτσα και έτσι, κάθε σούρουπο, οι γείτονες βλέπουν δυο φιγούρες να ξετρυπώνουν μέσα από το ημίφως της φύσης που βράζει και να αρχίζουν το κατάβρεγμα. Δευτερόλεπτα πριν, διαμείβεται ο εξής ευγενικός διάλογος:
-Εγώ πρώτος.
-Έτσι λες και μετά δεν μου το δίνεις.
-Πάντα σου το δίνω αλλά εσύ δεν το παίρνεις.
-Δεν το παίρνω; Πας καλά; Μια βδομάδα σου ζητάω να μου το
δώσεις και εσύ μου λες όλο «αύριο και αύριο».
-Χθες που πήγα να σου το δώσω, είχες φύγει.
-Πήγα να ανοίξω τη βρύση.
- Η βρύση είναι ανοιχτή. Απλά γυρίζεις τον διακόπτη στο
λάστιχο και το νερό τρέχει.
- Ωραία λοιπόν, δώσ’ το μου τώρα.
- Μα τώρα τελειώνω.
-Πάλι; Δεν το πιστεύω τούτο, να μην σε προλαβαίνω ποτέ!
-Αύριο..αύριο...
-Τώρα το θέλω.
-Σταμάτα.
-Δώσ' το μου!
- Μην το τραβάς! Άσ' το είπα! Σταμάτα! Αμάν, μούσκεμα μ’ έκανες πάλι! Δεν σου το δίνω…
Ένα "δούναι και λαβείν" είναι η ζωή μας φίλοι. Δίνεις αγάπη,
παίρνεις ευτυχία, δίνεις φροντίδα, παίρνεις αφοσίωση, δίνεις σφαλιάρα, παίρνεις
φάσκελο, δίνεις λάστιχο, παίρνεις κατάβρεγμα κ.ο.κ.
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής (όνειρα) η πλάκα αναστενάζει. Ακούς ήχους ηδονής ασύλληπτης και μετά, αρχίζει να τρίζει -έρχεται ο οργασμός! Στο τέλος, ησυχάζει ξέπνοη και αχνισμένη κάτω από τον αμείλικτο κρουνό δροσιάς που ο άνθρωπος, ο άνθρωπος λέγω, της χαρίζει. Γιατί, και οι πλάκες έχουν ψυχή. Το ξαναθυμόμαστε ανελλιπώς κάθε καλοκαίρι, και ας το ξεχνάμε άσπλαχνα το φθινόπωρο.
(Θερμή ευχή: Ας καίνε οι φωτιές μόνο μέσα μας).
Jonathan Roy - Keeping me alive